Posted on

ΔΥΟ-ΔΥΟ ΤΑ ΝΟΜΠΕΛ ΠΑΙΔΙΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΦΤΑΣΟΥΜΕ!

Νόμπελ με αναδρομική ισχύ φέτος, αποφάσισε να δώσει η Σουηδική Ακαδημία, μια που πέρσι, λόγω οικονομικών σκανδάλων και ζητημάτων σεξουαλικής παρενόχλησης ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής, δεν δόθηκε βραβείο ΝΟΜΠΕΛ
O tempora o mores….
Οι άνθρωποι που υποκύπτουν σε οικονομικούς πειρασμούς ή παρενοχλούν ηθικά ή σεξουαλικά συνανθρώπους τους είναι αυτοί που αποφάσιζαν και ενδεχομένως αποφασίζουν και σήμερα (για να είμαστε ακριβείς μόλις προχθές) να απονείμουν ένα βραβείο σε έναν εν ζωή συγγραφέα, από οποιαδήποτε χώρα, ο οποίος σύμφωνα με την διαθήκη του Άλφρεντ Νόμπελ παρήγαγε το πιο εντυπωσιακό έργο στο τομέα της λογοτεχνίας, σε μια ιδεώδη κατεύθυνση «den som inom litteraturen har producerat det mest framstående verket i en idealisk riktning» .
Εδώ τίθεται το θέμα του τι ακριβώς σημαίνει ιδεώδης κατεύθυνση; Πώς εννοούν άνθρωποι “διαβρωμένοι” και βουτηγμένοι σε ένα βρώμικο παιχνίδι χρήματος και επιβολής δύναμης το “ιδεώδες” για την ανθρωπότητα; Με ποια κριτήρια ταξινομούν το σύνολο του λογοτεχνικού έργου ενός συγγραφέα πιο ουσιαστικό από ένα άλλο; Ιδεώδες στον θρησκευτικό χώρο είναι άλλο, ενώ στον κοινωνικό ή πολιτικό τομέα είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Πόσο μάλλον σε οικονομικό επίπεδο. Η λογοτεχνία δεν είναι έξω από όλα αυτά. Είναι η πνευματική καταγραφή και απόδοση όλων των προαναφερθεισών εκφάνσεων της πραγματικής ζωής.
Ο κατά την Βικιπαιδεία (και όχι μόνον) ορισμός αναφέρει: Με τον όρο Λογοτεχνία ορίζονται τα γραπτά και προφορικά προϊόντα του έντεχνου λόγου. Η λογοτεχνία είναι έννοια στενότερη από τη γραμματεία, που περιλαμβάνει το σύνολο των – γραπτών κατά κανόνα- κειμένων μιας συγκεκριμένης κοινότητας. Αυτό, λοιπόν, που διαφοροποιεί τα λογοτεχνικά κείμενα από τα μη λογοτεχνικά είναι η «λογοτεχνικότητα». Η έννοια της λογοτεχνικότητας βέβαια δεν μπορεί να οριστεί εύκολα, γι’ αυτό και ο χώρος της Λογοτεχνίας δεν μπορεί να καθοριστεί με αυστηρά όρια.
Για τον καθορισμό της έννοιας της λογοτεχνικότητας έχουν γίνει πολλές προσπάθειες, οι οποίες μπορούν να διακριθούν σε δύο ομάδες, ανάλογα με τις κατευθύνσεις που ακολουθούν: η μία είναι η οντολογική εξέταση, αυτή δηλαδή που προσπαθεί να ορίσει τη Λογοτεχνία «εκ των έσω», με εσωτερικά κριτήρια, με τα οποία προσπαθεί να προσδιορίσει κάποια σταθερά χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού λόγου. Κάποιες από τις προσπάθειες οντολογικού ορισμού είναι οι ορισμοί της Λογοτεχνίας ως «μυθοπλαστικής γραφής», ως «αποκλίνουσας χρήσης της γλώσσας» ή ως κειμένου που προσφέρει «αισθητική απόλαυση».
Πόσο είμαστε σίγουροι ότι στο μυαλό του κάθε μέλους της επιτροπής αυτό είναι ξεκαθαρισμένο;
Είναι γεγονός, ότι στο παρελθόν έχουν δοθεί βραβεία μόνο και μόνο από υποχρέωση, γιατί κάποιος συγγραφέας ασθενεί και είναι ετοιμοθάνατος, γιατί το προκλητικό ή το πρωτότυπο μοιάζει και πρωτοποριακό, γιατί το δυσνόητο φαίνεται λόγιο, ενώ οι βραχείες λίστες παρουσιάζουν τουλάχιστον κοινωνιολογικό ενδιαφέρον…
Είναι όμως αυτοί λόγοι να βραβεύσεις έναν συγγραφέα;
Στην ιστορία των Νόμπελ λοιπόν, έχουν δοθεί βραβεία που η σύμβαση και η συγκατάβαση -αν και η φαινομενική πρόθεση είναι να προβληθούν ως ρηξικέλευθα- είναι προφανής: (Κνουτ Χάμσουν, Γκύντερ Γκρας, Χάρολντ Πίντερ, Μπομπ Ντύλαν. κ.α.) Συνήθως αυτά τα βραβεία δόθηκαν όταν ο δημιουργός δεν επηρέαζε πια τον αναγνώστη ή τον ακροατή και πολύ απείχε από το να εκφράζει πια μια πρωτοπορία.
Έχουν δοθεί περίεργα και τολμηρά βραβεία (Ελφρίντε Γελινεκ, Ζοζέ Σαραμάγκου, Τόνι Μόρισον),
γενναία βραβεία (Ντάριο Φο, Ντόρις Λέσινγκ, Ανατολ Φρανς, Σβετλάνα Αλεξίεβιτς) και πραγματικά άξια βραβεία λογοτεχνίας με ιδιαίτερο ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό μήνυμα και έκδηλη την τέχνη του λόγου (Ορχάν Παμούκ, Ίβο Άντριτς, Αντρε Ζιντ, Σόουλ Μπέλοου, Αλμπέρ Καμύ, Τζον Στάινμπεκ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, Μάριο Βάργκας Λιόσα, Κάζουο Ισιγκούρο, Πατρίκ Μοντιανό κ.α.)
Η Ελλάδα τιμήθηκε δύο φορές με Νομπελ λογοτεχνίας με δύο από τους σημαντικότερους Νεοέλληνες Ποιητές της τον Γιώργο Σεφέρη το 1963 και τον Οδυσσέα Ελύτη 1979, ενώ και ο Σαλβατόρε Κουασιμόντο (1959) ήταν ελληνικής καταγωγής με Ιταλική υπηκοότητα, από τις Συρακούσες, γιος της Ρόζας Παπανδρέου από την Πάτρα.
Επίσης βραβεία δεν δόθηκαν τα έτη 1914, 1918, 1935, 1940-1943, 2018.
Αξιομνημόνευτη ήταν η βράβευση του Σαν Πολ Σαρτρ το 1964, ο οποίος αρνήθηκε το βραβείο για φιλοσοφικούς, πολιτικούς και ηθικούς λόγους.
Διπλά βραβεία είχαμε το 1974, όπου η Ακαδημία ευλόγησε τα γένια της κατά τη λαϊκή ρήση, με δύο Σουηδούς, λογοτέχνες τον Έιβιντ Γιόνσον και τον Χάρι Μάρτινσον.
Φέτος αν και έχουμε διπλή βράβευση, η μία της Όλγκα Τοκάρτσουκ από την Πολωνία ήδη βραβευμένη με Man Booker το 2018, για το «Bieguni» που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αποδίδεται στο 2018.
Έτσι αυτόν που πραγματικά γιορτάζουμε ως νικητή φέτος είναι τον Πίτερ Χάντκε , τον μεγάλο Αυστριακό συγγραφέα με το ανοιχτό μυαλό και την αδέσμευτη κρίση, που σε όλη του τη λογοτεχνική ζωή προσπάθησε να απελευθερώσει τον δέκτη (αναγνώστη ή ακροατή και θεατή) είτε μέσα από τα θεατρικά του έργα, είτε μέσα από τα λογοτεχνικά πεζά ή περιηγητικά του κείμενα, από την μανιερίστικη λογική καλουπωμένης πρόσληψης των νοημάτων του κειμένου και την ψευτο-μοντέρνα έκφραση, λέγοντας ουσιαστικά πράγματα με ασυνήθιστο τρόπο.
Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των κεντροευρωπαίων με πρόσβαση στα μέσα έκφρασης και λόγου, ο Χάνγκε τάχθηκε φανερά κατά της διάλυσης της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και προσπάθησε να στηρίξει την απενοχοποίηση των Σέρβων για όλα τα δεινά του πολέμου, χωρίς να γίνεται μεροληπτικός.
Μέχρι σήμερα έχει αποσπάσει πολλά βραβεία.
Κατά την άποψή μας, από τα σημαντικότερα βιβλία του είναι, «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι», «Η αριστερόχειρη γυναίκα» (που μεταφέρθηκε εξαιρετικά στην μεγάλη οθόνη), «Βρίζοντας το κοινό», «Χειμωνιάτικο ταξίδι στους ποταμούς Δούναβη, Σάβο, Μοράβα και Δρίνο ή δικαιοσύνη για τη Σερβία» και «Η μεγάλη πτώση», όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.
Γεννήθηκε το 1942 στην Καρινθία της Αυστρίας. Η μητέρα του ήταν σλοβενικής καταγωγής, ο πατέρας του Γερμανός στρατιώτης. Από το 1985 ζει στη μόνιμα στη Σαβίλ, έξω από το Παρίσι.

  • Μια άλλη πρωτοτυπία που μπορεί να φανεί συμπτωματική, ακόμα και άσχετη, είναι το γεγονός ότι αυτή τη χρονιά, η απονομή του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας έγινε δέκα ημέρες πριν και όχι κατά τη διάρκεια της Έκθεσης Βιβλίου στην Φρανκφούρτη, της παγκοσμίως σημαντικότερης φιέστας για το βιβλίο. Κατακερματίζονται οι σχέσεις, αποσυνδέονται τα πράγματα που παραδοσιακά είχαν μια ολότητα και μία συνέχεια; Είναι δεδομένο ότι δεν έχει γίνει από αβλεψία. Διοργανώσεις αυτού του μεγέθους και αυτής της ηλικίας (Νόμπελ από το 1901, Frankfurter Buchmesse από το 1530 περίπου), δεν ορίζουν τυχαίες ημερομηνίες κι αν συμπέσουν… Είναι πιθανό κάποιο συμφέρον να θέλει να φέρει αλλαγή ακόμα και σε αυτή την συνολική γιορτή για το βιβλίο. Μνήμες όπως: η πλειοψηφία του κόσμου (επισκέπτες και εκθέτες) κάτω από τα μόνιτορ που μεταδίδουν τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας και την ανακοίνωση του νικητή, η μέρα π.χ. που όταν ακούστηκε το όνομα του Ορχάν Παμούκ σείστηκε η Frankfurter Messe απ’ άκρη σ’ άκρη, η συγκίνηση, η χαρά, μετέπειτα τα πηγαδάκια, οι παρουσιάσεις, τα πάνελ που δημιουργούνταν και μεταδίδονταν στις τηλεοράσεις όλου του κόσμου, ακόμα και η ώθηση των εμπορικών συναλλαγών, θα πάψουν να υπάρχουν και η αίσθηση της έκθεσης θα αποχρωματιστεί, ενώ η δύναμή της θα πάψει να είναι η ίδια.
    Ίσως τα ήθη δεν αλλάζουν μόνο γιατί τροποποιούνται οι συνθήκες οπότε μια ανάγκη παύει να υπάρχει και ξεφυτρώνει μια άλλη. Ίσως τα ήθη αλλάζουν όταν αυτοί που μπορούν, αποφασίζουν ότι πρέπει για κάποιο όφελος (σίγουρα όχι συνολικό) να αλλάξουν και το πράττουν.
    Για όλα αυτά φυσικά τα μέσα δεν αναφέρθηκαν, δεν παραξενεύτηκαν, δεν απόρησαν, δεν εξέφρασαν άποψη. Ομοίως και ο κόσμος του βιβλίου.
    Αναρωτιέμαι, τι άλλο θα δούμε ακόμα;

    Β.Μανουσαρίδου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.