Posted on

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (Από τη δουλειά της λέσχης μας)

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Μ. Καραγάτσης γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου του 1908 και πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1960.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Ροδόπουλος. Γιος του Γεωργίου Ροδόπουλου (από την Πάτρα) και της Ανθής Μουλούλη (από τον Τύρναβο) . Ο πατέρας Ροδόπουλος ήταν δικηγόρος, είχε πολιτευτεί, δούλεψε στην τράπεζα και τελικά έγινε δ/ντης τραπέζης. Απέκτησε 5 παιδιά, τη Ροδόπη, τον Νίκο, τον Τάκη τη Φωφώ, και τον Δημήτρη ο οποίος ήταν ο μικρότερος και με μεγάλη διαφορά από τα αδέρφια του.
Το 1935, κι αφού έχει εκδώσει τον «Συνταγματάρχη Λιάπκιν», παντρεύεται την Νίκη Καρυστιανάκη, ζωγράφο και απόγονο εφοπλιστικής οικογένειας από την Άνδρο, που έμεινε κοντά του, παρόλη την ιδιόμορφη σχέση τους και τον αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα του Καραγάτση, μέχρι το τέλος της ζωής του.
Παιδική ηλικία, σπουδές ενασχολήσεις κλπ. βρίσκονται σε όλες τις βιογραφίες που μπορεί να διαβάσει κανείς.

Ένα σύντομο χρονικό-εργογραφία:

  • 1927 διήγημα «Η κυρία Νίτσα», πήρε τον 3ο έπαινο Νέας Εστίας.
  • Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν, το 1933.
  • Μετά το πτυχίο Πολιτικών και Οικονομικών που παίρνει από το Πανεπιστήμιο, πιάνει δουλειά σαν υπάλληλος στην ασφαλιστική εταιρεία του αδερφού του Νίκου, στον Πειραιά.
    Το 1935 θα παντρευτεί τη ζωγράφο Νίκη Καρυστινάκη (μετέπειτα γνωστή ως Νίκη Καραγάτση, 1914–1986).
    Το 1936 δημοσιεύεται το μυθιστόρημα του Η χίμαιρα και στη κόρη που γεννιέται τον Οκτώβριο του 1936 δίνει το όνομα της ηρωίδας του βιβλίου, Μαρίνα.
  • Το 1937 πεθαίνει η μεγαλύτερη αδερφή του, η Ροδόπη Τζουλιάδου, η οποία υπέφερε απο ψυχασθένεια από τη νεανική της ηλικία, και το 1939 πεθαίνει ο πατέρας του. Την περίοδο της γερμανικής κατοχής δημοσιεύονται αρκετά διηγήματά του και νουβέλες.
    Από το 1946 ανέλαβε τη θεατρική στήλη της εφημερίδας Βραδυνή ενώ τον ίδιο χρόνο ανεβαίνει και στο θέατρο το θεατρικό του έργο Μπαρ Ελδοράδο που δεν σημείωσε επιτυχία.
    Τότε εμφανίζεται και στον κινηματογράφο, υπογράφοντας το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ταινίας Καταδρομή.
    Το 1946 πεθαίνει και η μητέρα του, στην οποία αφιερώνει το μυθιστόρημά του Ο μεγάλος ύπνος που κυκλοφορεί την ίδια χρονιά.
    Το 1949 στέλνεται ως πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας Βραδυνή στα βουνά του Γράμμου και του Βίτσι, στα οποία ο εμφύλιος πόλεμος βάδιζε προς το τέλος του. Τον ίδιο χρόνο ταξιδεύει στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Τουρκία και την Αίγυπτο.
  • Το 1952 άρχισε να εργάζεται στη διαφημιστική εταιρεία ΑΔΕΛ, ενώ παράλληλα γράφει εκλαϊκευμένα την Ιστορία των Ελλήνων και το 1953 ταξιδεύει στην Ανατολική Αφρική.
    Το 1956 και το 1958 ήταν υποψήφιος βουλευτής με το δεξιό κόμμα των Προοδευτικών του Σπ. Μαρκεζίνη. Δεν είχε κάνει καμία προεκλογική προετοιμασία και όπως ήταν φυσικό, απέτυχε και τις δύο φορές. Όταν κάποιος τον ρώτησε γιατί είχε θέσει υποψηφιότητα, απάντησε ότι το έκανε για να πάρει ψήφους από τον αδερφό του Κωνσταντίνο Ροδόπουλο, υποψήφιο με την ΕΡΕ.
    Το 1958 το μοιραίο έτος της ζωής του συνυπογράφει Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων μαζί με τους Άγγελο Τερζάκη, Ηλία Βενέζη και Στρατή Μυριβήλη, το οποίο πρωτοδημοσιεύεται στην εφημερίδα Ακρόπολη. Στις 8 Νοεμβρίου του ίδιου έτους παθαίνει καρδιακή προσβολή. Η ασθένεια τον οδήγησε στη σταδιακή αποξένωσή του από τους φιλικούς κύκλους, αλλά όχι και στη διακοπή της δουλειάς του.
    Στις 13 Δεκέμβρη του 1960 ξεκινάει να γράφει το Δέκα (10) το οποίο δούλευε όλο το έτος μέχρι τα χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου που πεθαίνει ύστερα από πολύωρη κρίση ταχυκαρδίας.
  • Κηδεύεται την ίδια μέρα και στον τάφο του χαράζεται το επίγραμμα από το έργο του Το μεγάλο συναξάρι: «Οι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου».

Οι τελευταία φράση που έγραψε ήταν: «ας γελάσω» ενώ ξεψύχησε τραγουδώντας μια άρια από την Τραβιάτα.

Ο χαρακτήρας και η συγγραφική του τέχνη

Τα πρώτα του πονήματα τα εξέδωσε με το πραγματικό του όνομα Δημήτριος Ροδόπουλος, πράγμα που εξόργισε τον αυστηρό και κοινωνικά καταξιωμένο τραπεζίτη πατέρα του. Μετά από έναν ομηρικό καυγά ο Καραγάτσης αποφάσισε όχι απλά να χρησιμοποιήσει ψευδώνυμο, αλλά να αλλάξει εντελώς το όνομά του. Πήγε λοιπόν στο πρωτοδικείο και άλλαξε το επίθετό του από Ροδόπουλος σε Καραγάτσης (παρμένο από τη λαϊκή ονομασία της φτελιάς κάτω από την οποία λάτρευε να κάθεται και να διαβάζει σαν έφηβος στο εξοχικό τους σπίτι στην Ραψάνη). Το «Μ.» προκάλεσε σύγχυση σε αρκετούς φιλολόγους, που συχνά ερμήνευαν το «Μ» ως Μιχάλης, λόγω των ηρώων του, Μιχάλη Καραμάνου (στον Γιούγκερμαν) και Μιχάλη Ρούση (στον Μεγάλο ύπνο), που θεωρούνται περσόνες του συγγραφέα ή με το Μίττια τον ήρωα από τους Αδερφούς Καραμαζόφ που λάτρευε. Όμως αυτό το μυστήριο δεν θα μπορέσει ποτέ να εξαλειφθεί, διότι ο Καραγάτσης δεν δήλωσε ποτέ ρητά δημόσια ποια η σημασία του. Ακόμα και όταν τον ρωτούσε η κόρη του χαμογελούσε αινιγματικά και δεν απάντησε ποτέ. Η δική μου εκδοχή είναι ότι κράτησε αυτούσιο το όνομα του υπαρκτού προγόνου του Μήτρου Ροδόπουλου ή Ροβηθάνα που στην τριλογία Κοτζάμπασης-Αίμα χαμένο-Στερνά, αναφέρεται με το όνομα Μίχαλος Ρούσης, ο οποίος έχει πολλά χαρακτηριστικά του ίδιου τόσο εμφανισιακά όσο και σε χαρακτήρα, αλλά ίσως ακόμα στο ότι μια παρόρμησή του τού καθόρισε τη ζωή.
Ο Καραγάτσης υπήρξε ένας πολύ περίεργος άνθρωπος με ιδιόμορφο χαρακτήρα και σκοτεινές πλευρές. Ήταν ένας αμετανόητος νάρκισσος, (αν και για μερικά πράγματα όπως η συγγραφική του αρετή ήταν απόλυτα δικαιολογημένος). Είναι πολυφωτογραφημένος ακόμα και σε ρόλους ηρώων του όπως ο Λιάπκιν κ.α. που δείχνει την ανάγκη του για προβολή, είναι πολύ επικοινωνιακός και γίνεται συχνά το κέντρο της οποιαδήποτε συνάθροισης ενώ φροντίζει να το κάνει τόσο έντεχνα ώστε να μην το αντιλαμβάνεται κανείς.
Παρόλο που σπούδασε νομικά, ουσιαστικά δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα. Από αρκετά νωρίς βυθίστηκε στον μαγικό κόσμο της συγγραφής και οι «παράπλευρες» εργασιακές του ενασχολήσεις (δημοσιογραφία, ή δουλειά γραφείου .
Ο ίδιος ήταν ένας άνθρωπος ψυχικά ασθενής και ζούσε με εξαρτήσεις. Υπέφερε από κακό ύπνο, ίσως με τον ίδιο τρόπο που έκανε τους γύρω του να υποφέρουν από την εκρηκτικά απωθητική συμπεριφορά του εντός σπιτιού και με τους οικείους του. Μπον βιβέρ και ταξικά συνειδητός, απολάμβανε στο έπακρο αυτό που η τάξη του και όχι απαραίτητα η οικονομική του κατάσταση μπορούσε να του προσφέρει. Κυρίως ζούσε κάνοντας ό,τι πραγματικά ήθελε, με τη χαρακτηριστική άνεση των ανθρώπων που απλά τους ήταν αδιάφορη η άποψη των άλλων. Ονομάστηκε και Μποεμ των Ελληνικών Γραμμάτων ίσως γιατί του άρεσε να κυκλοφορεί ανάμεσα σε λαϊκούς και περιθωριακούς ανθρώπους ώστε να εμπνευστεί για τους χαρακτήρες των έργων του. Ήταν ένας αδιόρθωτος Δον Ζουάν, που ακόμα και φανερά, διατηρούσε παράλληλες ερωτικές σχέσεις, ή φλέρταρε χωρίς την παραμικρή αναστολή. Παρόλη όμως την ερωτική λατρεία του στο γυναικείο φύλο, δεν εκτιμούσε το ίδιο και το μυαλό της γυναίκας. Τη θεωρούσε ον φτιαγμένο για τους δεύτερους ρόλους της ζωής, ρυθμιστικούς μεν, αλλά δευτερεύοντες. Ακόμα και τη γυναίκα ή την κόρη του δεν τις εκτίμησε για αυτά που άξιζαν, αντιθέτως τη Μαρίνα την αποθάρρυνε όταν προσπαθούσε να επιλέξει σπουδές ή σταδιοδρομία από επιστήμες που θεωρούσε «σοβαρές», με τη δικαιολογία ότι δεν είχε τις ικανότητες. Η δε σύζυγός του, ζωγράφος ούσα, στην ουσία άρχισε να δημιουργεί μετά τον θάνατό του.
Η Μαρίνα αποδέχεται ότι ο πατέρας της ήταν ένας ανάπηρος συναισθηματικά άνθρωπος, ο οποίος δεν κατάφερνε να δείξει αγάπη ούτε στο ίδιο του το παιδί.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι από μικρή ηλικία το βλέμμα του (από τις φωτογραφίες και μόνο) με μαγνήτιζε τόσο που λίγοι άνθρωποι και κυρίως λογοτέχνες μπορούσαν να το κάνουν (ίσως ο Μαγιακόφσκι, η Μέλπω Αξιώτη, και ο Άλντους Χάξλεϊ). Αυτό το διεισδυτικό βλέμμα που νομίζεις ότι πετάγεται από το τυπωμένο χαρτί, αγκυρώνει πάνω σου και κοιτάζει την ψυχή σου μου προκαλούσε πάντα δέος και θαυμασμό. Νομίζω ότι σαν συγγραφέας αυτό ήταν το χαρακτηριστικό του. Έβλεπε πίσω από το γυαλί των ματιών του καθενός, κατευθείαν μέσα στην ψυχή του και με τρομαχτική μαεστρία ξάπλωνε τα μυστικά της ύπαρξης των ανθρώπων πάνω στο χαρτί.

Ο Καραγάτσης είχε ένα πολύ γρήγορο και διεισδυτικό μυαλό.
Έγραφε εύκολα, έχοντας σχηματοποιήσει στο δυνατό μυαλό του το στόρι και τους χαρακτήρες των έργων του. Ήταν ο άνθρωπος/λογοτέχνης που μπορούσε να διακρίνει την παθογένεια και την ψυχική ασθένεια στην ανθρώπινη συμπεριφορά και έκφραση με χαρακτηριστική ευκολία, αλλά επιπλέον μπορούσε να την περιγράψει μοναδικά. Το λογοτεχνικό του ταλέντο έγκειται στον τρόπο που επιλέγει να αναδείξει τα στοιχεία που δομούν τους μοναδικούς χαρακτήρες που δημιουργεί. Ξέρουμε ότι όπως και στην πραγματική του ζωή, κυρίαρχο ρόλο στο έργο του παίζει ο έρωτας. Παρόλα αυτά πρωτίστως στήνει το κοινωνικό σκηνικό στο οποίο κινούνται οι ήρωές του και ο έρωτας ακολουθεί. Αυτή η αλληλουχία είναι σχεδόν συνταγή μια αδιατάρακτη μανιέρα.
Υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στον ίδιο, τους ήρωές του και τον χρόνο σαν γόρδιος δεσμός. Κανείς ποτέ δεν κατάφερε να ξεκαθαρίσει αρχή και τέλος -ίσως ούτε ο ίδιος- κανείς δεν μπόρεσε να διακρίνει το κυρίαρχο στοιχείο: χρόνος ή άνθρωπος. Είναι μια σχέση υπερβατική. Όλοι οι άντρες πρωταγωνιστές στο έργο του φοβούνται τον θάνατο. Οι γυναίκες μοιάζουν ή να έχουν ολική άγνοια του φιλοσοφικού θανάτου, ή να τον έχουν αποδεχτεί σαν δεδομένο.
Εσχάτως, μέσα στην λογοτεχνική λέσχη του «Προμηθέα» έκανα την τρίτη ανάγνωση της τριλογίας. Η πρώτη είχε γίνει στην περίοδο της όψιμης εφηβείας, και σήμερα πιστεύω ότι «εκ του πονηρού» ο λάτρης της ιστορίας πατέρας μου μου την υπέδειξε, ώστε να ξεφύγω από την επιφανειακή ιστορία που είχα διδαχτεί στο σχολείο. Η δεύτερη, έγινε καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα. Είκοσι χρόνια μετά, στην τρίτη ανάγνωση, θαύμασα όσο ποτέ πριν, τον τρόπο που καταφέρνει να ξαπλώσει μπροστά στον αναγνώστη τα μεγαλύτερα φιλοσοφικά διλήμματα του ανθρώπου, το ιστορικό νόημα της Ελληνικής Επανάστασης και τον τρόπο με τον οποίο ο Νεοέλληνας διαμορφώνει αυτό τον χαρακτήρα που είναι ταυτόχρονα αρετή και κατάρα. Χωρίς να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες των ιστορικών γεγονότων, χωρίς να παραθέτει ιστορικές πηγές ή ακριβείς περιγραφές συμβάντων, καταφέρνει να μας περάσει το βαθύτερο νόημα των ιστορικών αυτών στιγμών αλλά και τον λόγο για τον οποίο συνέβησαν έτσι.
Νομίζω ότι μετά από τόσα χρόνια που τον διαβάζω, θα αποδεχτώ τον λιτό αλλά ακριβέστατο χαρακτηρισμό που έδωσε σε μια κουβέντα μας η Μυρσίνη Σαμαρά: Δυνατή Λογοτεχνία

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *