Posted on

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (Από τη δουλειά της λέσχης μας)

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Μ. Καραγάτσης γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου του 1908 και πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1960.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Ροδόπουλος. Γιος του Γεωργίου Ροδόπουλου (από την Πάτρα) και της Ανθής Μουλούλη (από τον Τύρναβο) . Ο πατέρας Ροδόπουλος ήταν δικηγόρος, είχε πολιτευτεί, δούλεψε στην τράπεζα και τελικά έγινε δ/ντης τραπέζης. Απέκτησε 5 παιδιά, τη Ροδόπη, τον Νίκο, τον Τάκη τη Φωφώ, και τον Δημήτρη ο οποίος ήταν ο μικρότερος και με μεγάλη διαφορά από τα αδέρφια του.
Το 1935, κι αφού έχει εκδώσει τον «Συνταγματάρχη Λιάπκιν», παντρεύεται την Νίκη Καρυστιανάκη, ζωγράφο και απόγονο εφοπλιστικής οικογένειας από την Άνδρο, που έμεινε κοντά του, παρόλη την ιδιόμορφη σχέση τους και τον αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα του Καραγάτση, μέχρι το τέλος της ζωής του.
Παιδική ηλικία, σπουδές ενασχολήσεις κλπ. βρίσκονται σε όλες τις βιογραφίες που μπορεί να διαβάσει κανείς.

Ένα σύντομο χρονικό-εργογραφία:

  • 1927 διήγημα «Η κυρία Νίτσα», πήρε τον 3ο έπαινο Νέας Εστίας.
  • Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν, το 1933.
  • Μετά το πτυχίο Πολιτικών και Οικονομικών που παίρνει από το Πανεπιστήμιο, πιάνει δουλειά σαν υπάλληλος στην ασφαλιστική εταιρεία του αδερφού του Νίκου, στον Πειραιά.
    Το 1935 θα παντρευτεί τη ζωγράφο Νίκη Καρυστινάκη (μετέπειτα γνωστή ως Νίκη Καραγάτση, 1914–1986).
    Το 1936 δημοσιεύεται το μυθιστόρημα του Η χίμαιρα και στη κόρη που γεννιέται τον Οκτώβριο του 1936 δίνει το όνομα της ηρωίδας του βιβλίου, Μαρίνα.
  • Το 1937 πεθαίνει η μεγαλύτερη αδερφή του, η Ροδόπη Τζουλιάδου, η οποία υπέφερε απο ψυχασθένεια από τη νεανική της ηλικία, και το 1939 πεθαίνει ο πατέρας του. Την περίοδο της γερμανικής κατοχής δημοσιεύονται αρκετά διηγήματά του και νουβέλες.
    Από το 1946 ανέλαβε τη θεατρική στήλη της εφημερίδας Βραδυνή ενώ τον ίδιο χρόνο ανεβαίνει και στο θέατρο το θεατρικό του έργο Μπαρ Ελδοράδο που δεν σημείωσε επιτυχία.
    Τότε εμφανίζεται και στον κινηματογράφο, υπογράφοντας το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ταινίας Καταδρομή.
    Το 1946 πεθαίνει και η μητέρα του, στην οποία αφιερώνει το μυθιστόρημά του Ο μεγάλος ύπνος που κυκλοφορεί την ίδια χρονιά.
    Το 1949 στέλνεται ως πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας Βραδυνή στα βουνά του Γράμμου και του Βίτσι, στα οποία ο εμφύλιος πόλεμος βάδιζε προς το τέλος του. Τον ίδιο χρόνο ταξιδεύει στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Τουρκία και την Αίγυπτο.
  • Το 1952 άρχισε να εργάζεται στη διαφημιστική εταιρεία ΑΔΕΛ, ενώ παράλληλα γράφει εκλαϊκευμένα την Ιστορία των Ελλήνων και το 1953 ταξιδεύει στην Ανατολική Αφρική.
    Το 1956 και το 1958 ήταν υποψήφιος βουλευτής με το δεξιό κόμμα των Προοδευτικών του Σπ. Μαρκεζίνη. Δεν είχε κάνει καμία προεκλογική προετοιμασία και όπως ήταν φυσικό, απέτυχε και τις δύο φορές. Όταν κάποιος τον ρώτησε γιατί είχε θέσει υποψηφιότητα, απάντησε ότι το έκανε για να πάρει ψήφους από τον αδερφό του Κωνσταντίνο Ροδόπουλο, υποψήφιο με την ΕΡΕ.
    Το 1958 το μοιραίο έτος της ζωής του συνυπογράφει Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων μαζί με τους Άγγελο Τερζάκη, Ηλία Βενέζη και Στρατή Μυριβήλη, το οποίο πρωτοδημοσιεύεται στην εφημερίδα Ακρόπολη. Στις 8 Νοεμβρίου του ίδιου έτους παθαίνει καρδιακή προσβολή. Η ασθένεια τον οδήγησε στη σταδιακή αποξένωσή του από τους φιλικούς κύκλους, αλλά όχι και στη διακοπή της δουλειάς του.
    Στις 13 Δεκέμβρη του 1960 ξεκινάει να γράφει το Δέκα (10) το οποίο δούλευε όλο το έτος μέχρι τα χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου που πεθαίνει ύστερα από πολύωρη κρίση ταχυκαρδίας.
  • Κηδεύεται την ίδια μέρα και στον τάφο του χαράζεται το επίγραμμα από το έργο του Το μεγάλο συναξάρι: «Οι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου».

Οι τελευταία φράση που έγραψε ήταν: «ας γελάσω» ενώ ξεψύχησε τραγουδώντας μια άρια από την Τραβιάτα.

Ο χαρακτήρας και η συγγραφική του τέχνη

Τα πρώτα του πονήματα τα εξέδωσε με το πραγματικό του όνομα Δημήτριος Ροδόπουλος, πράγμα που εξόργισε τον αυστηρό και κοινωνικά καταξιωμένο τραπεζίτη πατέρα του. Μετά από έναν ομηρικό καυγά ο Καραγάτσης αποφάσισε όχι απλά να χρησιμοποιήσει ψευδώνυμο, αλλά να αλλάξει εντελώς το όνομά του. Πήγε λοιπόν στο πρωτοδικείο και άλλαξε το επίθετό του από Ροδόπουλος σε Καραγάτσης (παρμένο από τη λαϊκή ονομασία της φτελιάς κάτω από την οποία λάτρευε να κάθεται και να διαβάζει σαν έφηβος στο εξοχικό τους σπίτι στην Ραψάνη). Το «Μ.» προκάλεσε σύγχυση σε αρκετούς φιλολόγους, που συχνά ερμήνευαν το «Μ» ως Μιχάλης, λόγω των ηρώων του, Μιχάλη Καραμάνου (στον Γιούγκερμαν) και Μιχάλη Ρούση (στον Μεγάλο ύπνο), που θεωρούνται περσόνες του συγγραφέα ή με το Μίττια τον ήρωα από τους Αδερφούς Καραμαζόφ που λάτρευε. Όμως αυτό το μυστήριο δεν θα μπορέσει ποτέ να εξαλειφθεί, διότι ο Καραγάτσης δεν δήλωσε ποτέ ρητά δημόσια ποια η σημασία του. Ακόμα και όταν τον ρωτούσε η κόρη του χαμογελούσε αινιγματικά και δεν απάντησε ποτέ. Η δική μου εκδοχή είναι ότι κράτησε αυτούσιο το όνομα του υπαρκτού προγόνου του Μήτρου Ροδόπουλου ή Ροβηθάνα που στην τριλογία Κοτζάμπασης-Αίμα χαμένο-Στερνά, αναφέρεται με το όνομα Μίχαλος Ρούσης, ο οποίος έχει πολλά χαρακτηριστικά του ίδιου τόσο εμφανισιακά όσο και σε χαρακτήρα, αλλά ίσως ακόμα στο ότι μια παρόρμησή του τού καθόρισε τη ζωή.
Ο Καραγάτσης υπήρξε ένας πολύ περίεργος άνθρωπος με ιδιόμορφο χαρακτήρα και σκοτεινές πλευρές. Ήταν ένας αμετανόητος νάρκισσος, (αν και για μερικά πράγματα όπως η συγγραφική του αρετή ήταν απόλυτα δικαιολογημένος). Είναι πολυφωτογραφημένος ακόμα και σε ρόλους ηρώων του όπως ο Λιάπκιν κ.α. που δείχνει την ανάγκη του για προβολή, είναι πολύ επικοινωνιακός και γίνεται συχνά το κέντρο της οποιαδήποτε συνάθροισης ενώ φροντίζει να το κάνει τόσο έντεχνα ώστε να μην το αντιλαμβάνεται κανείς.
Παρόλο που σπούδασε νομικά, ουσιαστικά δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα. Από αρκετά νωρίς βυθίστηκε στον μαγικό κόσμο της συγγραφής και οι «παράπλευρες» εργασιακές του ενασχολήσεις (δημοσιογραφία, ή δουλειά γραφείου .
Ο ίδιος ήταν ένας άνθρωπος ψυχικά ασθενής και ζούσε με εξαρτήσεις. Υπέφερε από κακό ύπνο, ίσως με τον ίδιο τρόπο που έκανε τους γύρω του να υποφέρουν από την εκρηκτικά απωθητική συμπεριφορά του εντός σπιτιού και με τους οικείους του. Μπον βιβέρ και ταξικά συνειδητός, απολάμβανε στο έπακρο αυτό που η τάξη του και όχι απαραίτητα η οικονομική του κατάσταση μπορούσε να του προσφέρει. Κυρίως ζούσε κάνοντας ό,τι πραγματικά ήθελε, με τη χαρακτηριστική άνεση των ανθρώπων που απλά τους ήταν αδιάφορη η άποψη των άλλων. Ονομάστηκε και Μποεμ των Ελληνικών Γραμμάτων ίσως γιατί του άρεσε να κυκλοφορεί ανάμεσα σε λαϊκούς και περιθωριακούς ανθρώπους ώστε να εμπνευστεί για τους χαρακτήρες των έργων του. Ήταν ένας αδιόρθωτος Δον Ζουάν, που ακόμα και φανερά, διατηρούσε παράλληλες ερωτικές σχέσεις, ή φλέρταρε χωρίς την παραμικρή αναστολή. Παρόλη όμως την ερωτική λατρεία του στο γυναικείο φύλο, δεν εκτιμούσε το ίδιο και το μυαλό της γυναίκας. Τη θεωρούσε ον φτιαγμένο για τους δεύτερους ρόλους της ζωής, ρυθμιστικούς μεν, αλλά δευτερεύοντες. Ακόμα και τη γυναίκα ή την κόρη του δεν τις εκτίμησε για αυτά που άξιζαν, αντιθέτως τη Μαρίνα την αποθάρρυνε όταν προσπαθούσε να επιλέξει σπουδές ή σταδιοδρομία από επιστήμες που θεωρούσε «σοβαρές», με τη δικαιολογία ότι δεν είχε τις ικανότητες. Η δε σύζυγός του, ζωγράφος ούσα, στην ουσία άρχισε να δημιουργεί μετά τον θάνατό του.
Η Μαρίνα αποδέχεται ότι ο πατέρας της ήταν ένας ανάπηρος συναισθηματικά άνθρωπος, ο οποίος δεν κατάφερνε να δείξει αγάπη ούτε στο ίδιο του το παιδί.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι από μικρή ηλικία το βλέμμα του (από τις φωτογραφίες και μόνο) με μαγνήτιζε τόσο που λίγοι άνθρωποι και κυρίως λογοτέχνες μπορούσαν να το κάνουν (ίσως ο Μαγιακόφσκι, η Μέλπω Αξιώτη, και ο Άλντους Χάξλεϊ). Αυτό το διεισδυτικό βλέμμα που νομίζεις ότι πετάγεται από το τυπωμένο χαρτί, αγκυρώνει πάνω σου και κοιτάζει την ψυχή σου μου προκαλούσε πάντα δέος και θαυμασμό. Νομίζω ότι σαν συγγραφέας αυτό ήταν το χαρακτηριστικό του. Έβλεπε πίσω από το γυαλί των ματιών του καθενός, κατευθείαν μέσα στην ψυχή του και με τρομαχτική μαεστρία ξάπλωνε τα μυστικά της ύπαρξης των ανθρώπων πάνω στο χαρτί.

Ο Καραγάτσης είχε ένα πολύ γρήγορο και διεισδυτικό μυαλό.
Έγραφε εύκολα, έχοντας σχηματοποιήσει στο δυνατό μυαλό του το στόρι και τους χαρακτήρες των έργων του. Ήταν ο άνθρωπος/λογοτέχνης που μπορούσε να διακρίνει την παθογένεια και την ψυχική ασθένεια στην ανθρώπινη συμπεριφορά και έκφραση με χαρακτηριστική ευκολία, αλλά επιπλέον μπορούσε να την περιγράψει μοναδικά. Το λογοτεχνικό του ταλέντο έγκειται στον τρόπο που επιλέγει να αναδείξει τα στοιχεία που δομούν τους μοναδικούς χαρακτήρες που δημιουργεί. Ξέρουμε ότι όπως και στην πραγματική του ζωή, κυρίαρχο ρόλο στο έργο του παίζει ο έρωτας. Παρόλα αυτά πρωτίστως στήνει το κοινωνικό σκηνικό στο οποίο κινούνται οι ήρωές του και ο έρωτας ακολουθεί. Αυτή η αλληλουχία είναι σχεδόν συνταγή μια αδιατάρακτη μανιέρα.
Υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στον ίδιο, τους ήρωές του και τον χρόνο σαν γόρδιος δεσμός. Κανείς ποτέ δεν κατάφερε να ξεκαθαρίσει αρχή και τέλος -ίσως ούτε ο ίδιος- κανείς δεν μπόρεσε να διακρίνει το κυρίαρχο στοιχείο: χρόνος ή άνθρωπος. Είναι μια σχέση υπερβατική. Όλοι οι άντρες πρωταγωνιστές στο έργο του φοβούνται τον θάνατο. Οι γυναίκες μοιάζουν ή να έχουν ολική άγνοια του φιλοσοφικού θανάτου, ή να τον έχουν αποδεχτεί σαν δεδομένο.
Εσχάτως, μέσα στην λογοτεχνική λέσχη του «Προμηθέα» έκανα την τρίτη ανάγνωση της τριλογίας. Η πρώτη είχε γίνει στην περίοδο της όψιμης εφηβείας, και σήμερα πιστεύω ότι «εκ του πονηρού» ο λάτρης της ιστορίας πατέρας μου μου την υπέδειξε, ώστε να ξεφύγω από την επιφανειακή ιστορία που είχα διδαχτεί στο σχολείο. Η δεύτερη, έγινε καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα. Είκοσι χρόνια μετά, στην τρίτη ανάγνωση, θαύμασα όσο ποτέ πριν, τον τρόπο που καταφέρνει να ξαπλώσει μπροστά στον αναγνώστη τα μεγαλύτερα φιλοσοφικά διλήμματα του ανθρώπου, το ιστορικό νόημα της Ελληνικής Επανάστασης και τον τρόπο με τον οποίο ο Νεοέλληνας διαμορφώνει αυτό τον χαρακτήρα που είναι ταυτόχρονα αρετή και κατάρα. Χωρίς να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες των ιστορικών γεγονότων, χωρίς να παραθέτει ιστορικές πηγές ή ακριβείς περιγραφές συμβάντων, καταφέρνει να μας περάσει το βαθύτερο νόημα των ιστορικών αυτών στιγμών αλλά και τον λόγο για τον οποίο συνέβησαν έτσι.
Νομίζω ότι μετά από τόσα χρόνια που τον διαβάζω, θα αποδεχτώ τον λιτό αλλά ακριβέστατο χαρακτηρισμό που έδωσε σε μια κουβέντα μας η Μυρσίνη Σαμαρά: Δυνατή Λογοτεχνία

Posted on

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ

Μια παραδοσιακή – χρονικά, μεταφορικά και κυριολεκτικά – διαμάχη που τελικά προκύπτει εντελώς αβάσιμη.

Το χριστουγεννιάτικο καραβάκι και το χριστουγεννιάτικο δέντρο

Καραβάκι
Το πώς και το πότε ξεκίνησε το έθιμο του χριστουγεννιάτικου καραβιού, χάνεται στα βάθη της ελληνοχριστιανικής παράδοσης.
Η εκκλησιαστική προφορική έκφραση και η θρησκευτική δοξασία, θεωρεί ότι το καράβι είναι ένας συμβολισμός της γέννησης της νέας πλεύσης στη ζωή του ανθρώπου, παράλληλα με την γέννηση του Θεανθρώπου.
Στην λαϊκή παράδοση όμως ο συμβολισμός είναι διαφορετικός. Η Ελλάδα (κυρίως στα νησιά και στα παράλια) ήταν πάντα χώρα ναυτική, και οι περισσότερες νησιωτικές οικογένειες στόλιζαν στα σπίτια τους ένα πλεούμενο. Συνεπώς, το καράβι συμβόλιζε τον ευσεβή πόθο αυτών που έμεναν πίσω για ευημερία, αλλά και καλές θάλασσες (εν είδει εξευμενισμού) με ασφαλή γυρισμό των ναυτικών τους. Αυτό φυσικά ήταν ένα στοιχείο αλληλεξάρτησης, αφού η επιβίωση και των δύο μερών ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη η μια από την άλλη.  Τα Χριστούγεννα πίστευαν πως ήταν οι ουρανοί ανοιχτοί, και πως το στολισμένο καράβι θα δημιουργούσε έναν θετικό οιωνό για τους ξενιτεμένους. Άλλωστε το πλεούμενο υπήρξε πάντοτε, ακόμη από τα αρχαία χρόνια σύμβολο και συμβολισμός για ευμάρεια, ασφάλεια για τους ναυτικούς, τους τόπους τους και τους δικούς τους.  Αυτό το βλέπουμε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας αλλά και προϊστορίας στην περιοχή του Αιγαίου κυρίως, σε τοιχογραφίες, ανάγλυφα, είδωλα και αναθήματα.
Επιπλέον τα παιδιά έφτιαχναν αυτοσχέδια καραβάκια με στόλισμα χρωματιστά χαρτάκια και κλωστές και κρατώντας τα πήγαιναν να πουν τα κάλαντα. Τα καραβάκια αυτά λειτουργούσαν ως «παγκάρι» για τα γλυκά και τα χρήματα (ανά- λογα την περιοχή και τις συνήθειες).
Εννοείται βεβαίως ότι τίθεται αυτόματα κι ένα εικαστικό θέμα συνυφασμένο με τα πραγματικά στοιχεία του συμβόλου αυτού καθαυτού.
Σταδιακά, το έθιμο αυτό άρχισε να εξασθενεί στα μεταπολεμικά χρόνια, ακόμα και στις νησιωτικές ή παράλιες περιοχές, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες γίνονται προσπάθειες αναβίωσης σε αρκετές περιοχές. Παρόλα αυτά, πολλές είναι οι χώρες (κυρίως ναυτικές ή παράλιες) που έχουν πλέον τη συνήθεια να στολίζουν πλεούμενο τα Χριστούγεννα και… ποιος ξέρει; Μπορεί αυτό να συνέβαινε και πολλά χρόνια πριν, όταν ο τρόπος επικοινωνίας δεν μετέφερε ει- κόνες από απομακρυσμένες περιοχές τόσο εύκολα.
Στη δεκαετία του 1970 μάλιστα, υπήρξε μια έντονη συζήτηση για την κατάργηση του έλατου ως επίσημο εθνικό χριστουγεννιάτικο έθιμο, υπέρ του καραβιού με ισχυρό επιχείρημα την οικολογία.

Έλατο
Αντίστοιχα ειδικά στις ηπειρωτικές περιοχές έχει επικρατήσει ο στολισμός του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Από πολύ νωρίς, για την έλευση της νέας χρονιάς, συνηθίζονταν η τοποθέτηση χλωρών κλαδιών στα σπίτια που συμβόλιζε την ανθοφορία, τη νέα αναπαραγωγική περίοδο, την αφθονία.
Ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας του Αμορίου ο Μιχαήλ ο Γ’ ο επονομαζόμενος «Μέθυσος»  (842-867), κάποια παραμονή πρωτοχρονιάς διέταξε να στήσουν ένα έλατο στο κέντρο της πλατείας του Ταύρου, όπου σκαρφάλωσε ο ίδιος και κρέμασε επάνω στο δέντρο μεγάλα και χοντρά κεριά, τα οποία και άναψε την ώρα που οι καμπάνες σήμαιναν την αλλαγή του χρόνου. Το θέαμα ήταν εντυπωσιακό και αρκετοί τοπικοί άρχοντες του Βυζαντίου το μιμήθηκαν ακόμα κι από την επόμενη χρονιά. Αργότερα οι σταυροφόροι που κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το υιοθέτησαν και το μετέφεραν ως έθιμο στη δύση. Στην πραγματικότητα λοιπόν το Χριστουγεννιάτικο Έλατο, είναι ένα «αντιδάνειο» που στην ουσία εμείς οι Έλληνες, ή τέλος πάντων οι κάτοικοι ή κληρονόμοι της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας θα πρέπει να υποστηρίζουμε ένθερμα και να διεκδικούμε την καταγωγή του και την «πατρότητά» του.
Με τη μορφή όμως που το ξέρουμε σήμερα, με μπάλες και στολίδια δηλαδή, ήρθε -επανήλθε για να είμαστε ακριβείς- στην Ελλάδα μαζί με τους Βαυαρούς.
Το πρώτο δέντρο που στολίστηκε ήταν στα ανάκτορα το 1833. Οι Αθηναίοι που δεν είχαν ξαναδεί στολισμένο δέντρο, συνέρρεαν να το χαζέψουν και το «παλάτι» είχε τοποθετήσει ακόμα και φρουρούς για να μην κλαπούν ή καταστραφούν τα στολίδια του. Μάλιστα τόσος ήταν ο θαυμασμός και η έκφραση χαράς και ενδιαφέροντος του κόσμου, που το δέντρο παρέμεινε στη θέση του στολισμένο μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου.
Από εκεί και πέρα κάθε χρονιά που περνούσε έβρισκε όλο και περισσότερα δέντρα αρχικά σε αρχοντικά και πλούσια σπίτια (κυρίως σε εξωτερικούς χώρους και κήπους) και αργότερα σε μικρότερα σχετικά εύπορα σπίτια της μεσαίας τάξης.
Στην πραγματικότητα, τακτική συνήθεια και απαραίτητο έθιμο για τη χώρα μας έγινε και καθιερώθηκε μετά τον Β.Π.Π. σε όλα σχεδόν τα σπίτια, στις αστικές περιοχές. Σήμερα πια, δέντρο βλέπουμε να στολίζονται ή να σχηματίζονται με διάφορους τρόπους και σε πολλές παραλλαγές.

Τελικά, και τα δύο έθιμα έχουν τις ρίζες τους στο βαθύ παρελθόν της Ανατολικής Μεσογείου και κάθε προσπάθεια να επικρατήσει η μία ή η άλλη άποψη ως γηγενής παράδοση και έθιμο είναι μάλλον λανθασμένη, αφού στην πραγματικότητα συνυπάρχουν ακόμα και από την αρχαιότητα.
Άλλωστε τιποτα δεν έχει ποτέ μεταφερθεί αυτούσιο στο σήμερα. Η παράδοση -όπως και η γλώσσα, η θρησκείες, οι συνήθειες -, είναι ζωντανή και μεταφέρει στοιχεία από όσες εποχές και περιοχές πέρασε ενσωματώθηκε και επιβίωσε.

B.M.

Posted on

ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2017

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2017

Την 1η Δεκεμβρίου 2017 ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας για το 2017. Η επιλογή δεν επιφύλαξε καμία έκπληξη, εκτός από τη χαρά μας για την αναγνώριση του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Είναι προφανής η συντηρητικότητα (για να μην πούμε αγκύλωση) του πνευματικού κόσμου στην Ελλάδα του σήμερα, δεμένη σε μανιέρες που συντηρούν τη «γνωστή και ασφαλή» κοινωνικότητα του χώρου (τους/μας). Ακόμα και η κατηγορία  ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΟΑΓΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ, είναι λίγο ή πολύ αντιγραφή της ΝΟΜΠΕΛικής λογικής και ούτε αυτή ούτε τα κριτήρια αποτελούν πρωτοτυπία. Παρόλα αυτά ας είμαστε ικανοποιημένοι που υπάρχουν έστω κι αυτά αναγνωρίζοντας ότι τουλάχιστον συντηρείται ένα μέσο επίπεδο ποιότητας στην ντεκαντάνς που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια ως κοινωνία και ειδικότερα ως χώρος του βιβλίου.

ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Απονέμεται ομόφωνα στον Βασίλη Βασιλικό για το σύνολο του έργου του.

 

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Θεόδωρο Γρηγοριάδη, για το έργο του με τίτλο «Ζωή μεθόρια», Εκδόσεις Πατάκη.

 

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ – ΝΟΥΒΕΛΑΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Ηλία Παπαμόσχο για το έργο του με τίτλο «Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες», Εκδόσεις Κίχλη.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στον Δημήτρη Αγγελή για το έργο του με τίτλο «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου», Εκδόσεις Πόλις, και στη Σοφία Κολοτούρου για το έργο της με τίτλο «Η τρίτη γενιά», Εκδόσεις Τυπωθήτω.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ – ΚΡΙΤΙΚΗΣ
Απονέμεται ομόφωνα στον Σταύρο Ζουμπουλάκη για το έργο του με τίτλο «Υπό το φως του μυθιστορήματος», Εκδόσεις Πόλις.

 

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ – ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Γιώργο Βέη για το έργο του με τίτλο «Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις», Εκδόσεις Κέδρος.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στην Γεωργίου Βασιλεία για το έργο της με τίτλο «Η έκτη μέρα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, και στον Χρήστο Κολτσίδα για το έργο του με τίτλο «Τα ορεινά», Εκδόσεις Μελάνι.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΟΑΓΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στην Σοφία Νικολαΐδου για το έργο της με τίτλο «Καλά και σήμερα», Εκδόσεις Μεταίχμιο.

 

Posted on

Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε (Arturo Perez Reverte)

Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε  (Arturo Perez Reverte)

Ο συγγραφέας που αναδεικνύει όλες τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης και τα κυριότερα φιλοσοφικά διλήμματα μέσα από βιβλία περιπέτειας.

Ο Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε, γεννήθηκε στο λιμάνι της Καρθαγένης το 1951.  Άρχισε να σπουδάζει Δημοσιογραφία και παράλληλα Πολιτικές Επιστήμες. Στα 22 του άρχισε κιόλας να εργάζεται ως δημοσιογράφος -και μάλιστα επιλέγοντας το πολεμικό ρεπορτάζ- αρχικά στο Diario Pueblo και στη συνέχεια στην Ισπανική Τηλεόραση. Έζησε από κοντά και κατέγραψε όλους τους σύγχρονους πολέμους του πλανήτη. Κάλυψε τα γεγονότα της Κύπρου, τον πόλεμο στο Λίβανο και την Ερυθραία, όπου μάλιστα «χάθηκε» για αρκετούς μήνες και σώθηκε από τους αντάρτες, ενώ αναγκάστηκε να πολεμήσει κι ο ίδιος για τη ζωή του. Στη συνέχεια κάλυψε την επέμβαση των Βρετανών στα νησιά Φώκλαντ, και την ανατροπή του καθεστώτος στη Νικαράγουα από τους Σαντινίστας. Ακολούθησαν η Λιβύη και το Σουδάν αλλά και η επέμβαση στον Περσικό Κόλπο και τέλος η διάλυση της Γιουκοσλαβίας με τελική ανταποκρητική δραστηριότητα στον πόλεμο της Βοσνίας, για τον οποίο έχει εκφράσει αρκετούς από τους προβληματισμούς του στο βιβλίο του «Ο Ζωγράφος των Μαχών».

Είναι παντρεμένος και έχει μια κόρη. Ο βασιλιάς Χαβιέρ Α’ τον έχρισε Δούκα του Κόρσου και Βασιλικό Δάσκαλο της Ξιφασκίας του Βασιλείου της Ρεντόντας, συνεπώς απέκτησε και τίτλους ευγενείας.

Το 2004 έγινε ο πρώτος επίτιμος διδάκτωρ του Πολυτεχνείου της Καρθαγένης.

Σαν άνθρωπος είναι αντισυμβατικός, και το απολαμβάνει. Ενώ πλέον, έχει αποκτήσει οικονομική άνεση και γνωριμίες με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, δέχεται την κριτική, αλλά κάνει και κριτική ακόμα και στους ισχυρούς του “φίλους” ή στην πολιτική ηγεσία της χώρας του, χωρίς προκαλύμματα και μασημένα λόγια.

Στη λογοτεχνία κάνει το ντεμπούτο του το 1986 με τον «Ουσάρο», ένα ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο δεν έγινε ποτέ μεγάλο Best Seller αλλά με αυτό άφησε το στίγμα του στα Ισπανικά γράμματα.

Σαν νεαρός, που μεγάλωνε δίπλα στη θάλασσα, εμπνεύστηκα από τον Χέρμαν Μέλβιλ, τον Τζόζεφ Κόνραντ, τον Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, τον Τζακ Λόντον. “Αυτοί οι συγγραφείς με «έκαναν να φύγω από το σπίτι μου» στα 18. Δεν ήταν ότι ήθελα να γράψω ΣΑΝ αυτούς, ήθελα να να γίνω ο Ήρωας, ο κεντρικός χαρακτήρας της περιπέτειας. Για αυτό και δεν έγραψα μέχρι τα 35 μου. Ήθελα να το ζήσω.’’  Θα δηλώσει σε συνέντευξη στην Ελίζαμπεθ Νας.

Συνέχισε με τον «Δάσκαλο της ξιφασκίας», ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα εποχής με εντυπωσιακά δυνατούς χαρακτήρες που είτε πρωταγωνιστούν είτε έχουν περιφερειακούς ρόλους στην πλοκή του βιβλίου. Στα ελληνικά, ο «δάσκαλος» έτυχε μιας εξαιρετικής μετάφρασης από το Χάρη Παπαγεωργίου, που απέδωσε ίσως με τον καλύτερο τρόπο την γεμάτη θεωρητικές αντιθέσεις σχέση των δύο πρωταγωνιστών αλλά και τη λογοτεχνική και δομική αξία του μυθιστορήματος.

Η μεγάλη επιτυχία όμως έρχεται το 1990 με τον «Πίνακα της Φλάνδρας». Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που όμως χρησιμοποιεί την αστυνομική υπόθεση ως όχημα για να αναδείξει τους εκπληκτικούς χαρακτήρες αλλά και το ταλέντο του συγγραφέα που περιγράφει αριστοτεχνικά τις εσωτερικές τους συγκρούσεις και αντιθέσεις.

 

Το 1993 εκδίδεται ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του, που στη συνείδηση και των πιο απαιτητικών αναγνωστών από αυτούς του «Πίνακα» τον κατέστησαν μεγάλο συγγραφέα και λογοτέχνη, η «Λέσχη Δουμά» με τον υπότιτλο: “Η σκιά του Ρισελιέ.” Είναι ένα μυθιστόρημα που κινείται μεταξύ του πραγματικού και του φανταστικού, του αστυνομικού θρίλερ και της φιλοσοφικής αναζήτησης, του γρίφου και του συμβολισμού. Πέρα από αυτό όμως είναι ένα βιβλίο για το ίδιο το βιβλίο αλλά και για την ανθρώπινη μισαλλοδοξία, ματαιοδοξία και το φόβο του θανάτου. Ο κεντρικός ήρωας παλεύει και ζει μεταξύ φυσικού και μεταφυσικού, κάνει σχέση με μια γυναίκα-δαίμονα ή άγγελο και λύνει το μυστήριο της υπόθεσης χρησιμοποιώντας τη ζωή και το χαρακτήρα του ανθρώπου και λογοτέχνη Αλεξάνδρου Δουμά και των χαρακτήρων των μυθιστορημάτων του. Πρόκειται επίσης για ένα βιβλίο γεμάτο συμβολισμούς αποτυπωμένους και στις γκραβούρες του βιβλίου που αναζητείται ώστε να εξασφαλίσει στον κάτοχό του την αιώνια ζωή.  Το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Ρόμαν Πολάνσκι με τον τίτλο «Η ένατη πύλη» και με πρωταγωνιστή τον Τζόνι Ντεπ στο ρόλο του Κόρσο του εξπέρ-ντετέκτιβ βιβλίων.

Ακολουθούν κάποια μυθιστορήματα που δεν μεταφράστηκαν στα ελληνικά αλλά και κάποια από τα βιβλία που αποτελούν το sequel του Λοχαγού Αλατρίστε (άλλη μια κινηματογραφική επιτυχία με τον Βίγκο Μόργκενσεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο).

 

Ο «Ναυτικός Χάρτης» το 2000 είναι μια περιπέτεια. Μια περιπέτεια από αυτές που ο ίδιος έζησε στα νιάτα του και που εξακολουθεί να ζει στις περιπλανήσεις με το σκάφος του. Αυτό το βιβλίο σου κάνει σαφές ότι δεν πρόκειται μια απλή περιπέτεια, αλλά για την αέναη αναζήτηση του εαυτού, τη μάχη της δύναμης και της αδυναμίας. Ένα από τα στοιχεία που πραγματεύεται, είναι η παραίτηση και πότε ή για ποιους λόγους έρχεται αυτή, ακόμα και τη στιγμή που κανείς θεωρεί ότι γνωρίζει ή έχει δοκιμάσει και την τελευταία ικανότητά του.

Το 2002 έρχεται η «Βασίλισσα του Νότου». Είναι η ιστορία μιας νεαρής Μεξικάνας που από τύχη (ή από ατυχία) βρίσκεται στην Ισπανία να ηγείται μιας ομάδας trafficking ναρκωτικών. Και σε αυτό το βιβλίο οι δύο βασικές αρετές του συγγραφέα θριαμβεύουν και πάλι: η ικανότητά του να δημιουργεί χαρακτήρες που σε καθηλώνουν και σε αφήνουν εκστατικό και για το επίπεδο της έρευνας και της άμεσης γνώσης των όσων περιγράφει. Στο βιβλίο, στις ευχαριστίες του, ο ίδιος ο συγγραφέας κάνει μνεία ή αφήνει να εννοηθεί ότι η έρευνά του δεν ήταν μονόπλευρη. Άλλωστε όπως ο ίδιος δηλώνει, για κάθε βιβλίο του, η έρευνα διαρκεί περίπου δύο χρόνια!

Το 2004 κυκλοφόρησε στην Ισπανία το «Ακρωτήρι Τραφάλγκαρ» που επίσης δεν μεταφράστηκε ποτέ στα ελληνικά, αλλά όμως εξασφάλισε στο συγγραφέα του το Μεγάλο Σταυρό της Ναυτικής Τιμής του Ισπανικού Ναυτικού, την υψηλότερη διάκριση που μπορεί να απονείμει το Ναυτικό σε πολίτη. Το βιβλίο δίνει την Ισπανική άποψη για την Ιστορική αυτή Ναυμαχία, όπως επίσης και την ανθρώπινη πλευρά των ναυτολογημένων “αναλώσιμων” πολεμιστών που έλαβαν μέρος σε αυτήν. Πιστά και αθεράπευτα ανθρωποκεντρικός ο Ρεβέρτε βάζει πάλι τον άνθρωπο στην πρώτη θέση οποιουδήποτε γεγονότος όσο ιστορικά σημαντικό κι αν είναι αυτό.

Το 2006, γράφει το «Ζωγράφο των Μαχών» .

«Είναι εύκολο να γίνεις μελοδραματικός περιγράφοντας τον πόλεμο,» θα πει, «περιγράφοντας, το αίμα, τη βία, την κακία και την πονηρία. Εγώ όμως ήθελα να κάνω το αντίθετο. Να αντιμετωπίσω τον τρόμο σαν κάτι παγωμένο και στερεό, όπως ένα κομμάτι μέταλλο.»

Στο ζωγράφο των μαχών περιέγραψε πράγματα που είχε ο ίδιος δει και είχε ζήσει. Στις καθημερινές συζητήσεις του Βόσνιου με τον ζωγράφο εξέφρασε τα δικά του διλήμματα έφτιαξε το δικό του ισοζύγιο για το σωστό και το λάθος, το ηθικό και το ανήθικο, τη ζωή και το θάνατο, τη δουλειά και το χρέος…. που όμως είναι θέματα που προβληματίζουν τον άνθρωπο γενικότερα σε όποιο μετερίζι κι αν κοπιάζει και αγωνίζεται και όχι μόνο τον συγγραφέα. Και το τέλος, φτιαγμένο από την ύλη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, λύτρωσε την αδικία και την τραγικότητα του ανθρώπου, χρησιμοποιώντας ένα δυνατό συμβολισμό και δίνοντας τη λύση στο ηθικό αδιέξοδο. Όταν το διαβάσαμε σκεφτήκαμε με τρόμο ότι αυτό μοιάζει με κύκνειο άσμα. Ήταν όμως ίσως (και ευτυχώς), το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών του συγγραφέα με την καριέρα του ως πολεμικός ανταποκριτής και που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε εκφράσει στο κοινό του ίσως γιατί ακόμα μέσα του δεν είχε ξεκάθαρη θέση.

Δυστυχώς πλέον έχει εξαντληθεί η ελληνική έκδοση, ενώ ελπίζουμε σε επανέκδοσή του μια που η δική μας ταπεινή άποψη είναι ότι είναι το σημαντικότερο και βαθύτερα φιλοσοφικό βιβλίο του πάνω στην ανθρώπινη φύση και τα παγκόσμια προβλήματα, όπως είναι ο παραλογισμός του πολέμου, η άποψη “all is fair in love and war”, το πού βρίσκεται το δίκιο -αν βρίσκεται κάπου, και το τι είναι σημαντικότερο: να αλλάξεις με την παρέμβασή σου την ιστορία, ή απλά να την καταγράφεις;

Το βιβλίο απέσπασε το Ιταλικό Βραβείο Premio Gregor von Rezzori.

Το 2007 εκδίδεται στην Ισπανία το Un dia de colera” (Μέρες οργής)., που επίσης δε μεταφράστηκε στα ελληνικά.

Το 2009 επίσης εκδίδεται στην Ισπανία και εδώ όχι, το Ojos azules (Μπλε μάτια).

Το 2010 ομοίως το El Asedio (Η πολιορκία)

Το 2012 και για την Ελλάδα το Νοέμβριο του 2013 κυκλοφορεί το «Τανγκό της Παλαιάς Φρουράς». Πολλοί το χαρακτήρισαν σαν το καλύτερό του μυθιστόρημα ως εκείνη τη στιγμή. Η υπόθεση αφορά δύο χαρακτήρες, έναν άντρα και μία γυναίκα που συναντιούνται στο σαλόνι της πρώτης θέσης ενός υπερωκεάνιου. Από κει και πέρα, οι σχέσεις τους περιπλέκονται οι δρόμοι τους χωρίζουν και συναντιούνται σε μία αιώνια αναζήτηση και σε μία ανεκπλήρωτη αιτία πάνω στη γραμμή που χαράζουν τα βήματα ενός απελπισμένου τανγκό. Έρωτας, τανγκό, Μπουένος Άιρες, Νίκαια, πόλεμος, σκάκι, ίντριγκες, κατασκοπία, ανθρώπινες μοίρες.

“Το «Τανγκό της Παλιάς Φρουράς» είναι ένα πολύτιμο βοήθημα για τη διαχείριση της ήττας, πολιτικής και συναισθηματικής, αλλά και των γηρατειών, ως αναπόσπαστο τμήμα της. Όπως είχε πει και ο Γκρέγκορυ Χάουζ  παλιότερα, αναφερόμενος σε αυτά, «μπορείς να ζήσεις με αξιοπρέπεια αλλά όχι και να πεθάνεις με αυτήν σε ένα σώμα υπό κατάρρευση». Στο βιβλίο του ο Ρεβέρτε αποδίδει το συναίσθημα ενός κόσμου που τελειώνει και της απεγνωσμένης προσπάθειας του ήρωά του να γαντζωθεί από αυτόν, να μην τον αφήσει να χαθεί. Στις σελίδες του συναντάμε μια συγκλονιστική (όσο και ευχάριστα ερεθιστική) αφήγηση του ηδονισμού, μακριά από ηθικές κρίσεις. Της ηδονοθηρίας της αστικής τάξης που οι θιασώτες της εργατικής απελευθέρωσης προτίμησαν να κατακρίνουν, για να διατηρήσουν τον «νέο άνθρωπο» σκλάβο της νόρμας και της παραγωγής. Η Μέτσα Ινθούθα δεν προσβάλλει παρά μόνο έναν καθωσπρέπει ηθικισμό και δεν του επιτρέπει ταυτόχρονα να την προσβάλλει. Και από αυτήν όμως στο τέλος δεν μένουν παρά μόνο οι αναμνήσεις αφού από ένα σημείο και μετά το πέρασμα του χρόνου, όταν δεν συνοδεύεται από μια διαρκή κριτική στάση απέναντι στα κελεύσματα της κάθε εποχής, καθιστά τις συμβάσεις θελκτικές. Και κάτι ακόμα, το βιβλίο αυτό αποκαθιστά ως ένα βαθμό, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, τον τυχοδιωκτισμό ενός κομματιού της εργατικής τάξης που η αριστερά βιάστηκε να απαξιώσει τσουβαλιάζοντας κάθε έκφραση του υπό τον χαρακτηρισμό «λούμπεν». Οπωσδήποτε ο Μαξ Κόστα είναι ένας λογοτεχνικός ήρωας προορισμένος να καταστεί συμπαθής, όμως και στην πραγματική ζωή έχει λιγότερο τσαμπουκά· μια πόρνη που εκτίθεται χωρίς καμιά «πανοπλία»ή ένας φτωχοδιάβολος διαρρήκτης από έναν βιομηχανικό εργάτη;”

Θοδωρής Αγαλιανός

 

Το 2013 εκδίδει το «El francotirador paciente», το οποίο θεωρείται από τα εξαιρετικά καλογραμμένα θρίλερ, που το 2015 κάνει την εμφάνισή του στην Ελλάδα:
«Η Υπομονή του Ελεύθερου Σκοπευτή»
Δύο άνθρωποι στις δύο άκρες μιας διελκυστίνδας. Μια δυναμική γυναίκα με ιδιαιτερότητες, πεισματάρα, επίμονη και με ένα σκοπό, ένας άνδρας θρύλος, τρομοκράτης της τέχνης, γκραφιτάς, ορκισμένος εχθρός της κοινωνίας ως έχει.
Εκείνη τον αναζητά. Εκείνος κρύβεται από όλους.

Για ακόμα μια φορά μέσα από μια σύγχρονη περιπέτεια καταφέρνει να περιγράψει τα άκρα και τις αντιθέσεις, αφήνοντας το ενδιάμεσο φάσμα να αιωρείται ανάμεσα, σαν μια πραγματικότητα που δεν έχει τόση σημασία, αφού αυτός ο χώρος πάντα καθορίζεται από τα άκρα του. Αυτό είναι που τον ενδιαφέρει, αυτό τονίζει άλλωστε σε όλο το συγγραφικό του έργο, αυτό που ο άνθρωπος γίνεται, αυτό που αγγίζει: την τελειότητα της υπερβολής, την νομοτελειακή κατάληξη της ανθρώπινης φύσης, δηλαδή την τραγωδία. Για πρώτη φορά στα χρόνια που την περιγράφει, την ονομάζει ευθέως. Τη βάζει στο στόμα του Σνάιπερ, που την ευαγγελίζεται και την επικαλείται, χωρίς πραγματικά να συνειδητοποιεί τι ακριβώς είναι η τραγωδία και η τραγικότητα, χωρίς να φαντάζεται ότι είναι ο κεντρικός ήρωας του δράματος και όχι ο συγγραφέας του.

Το βιβλίο είναι ένα σύγχρονο νουάρ. Μόνο που οι χαρακτήρες αλλάζουν θέσεις. Ποτέ ο κακός δεν είναι πάντα κακός και ο καλός δεν είναι πάντα καλός, απλά είναι άνθρωποι με όλα τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων και τις αδυναμίες τους (κλασική συνταγή του συγγραφέα).

Το Νοέμβρη του 2014 κυκλοφορεί στην Ισπανία το βιβλίο του Perros e Hijos de Perra” (Τα σκυλιά και οι γιοι της σκύλας).

“Hombres buenos”,  «Καλοί άνθρωποι σε σκοτεινούς καιρούς».  (2015 στην Ισπανία, 2017 στην Ελλάδα)

«Σε καιρούς σκοτεινούς, πάντα υπήρξαν καλοί άνθρωποι που, με οδηγό τη Λογική, μόχθησαν να φέρουν στους συμπατριώτες τους τον διαφωτισμό και την πρόοδο. Και δεν ήταν λίγοι όσοι πάσχιζαν να τους εμποδίσουν».

Στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν δύο μέλη της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας, ο βιβλιοθηκάριος δον Ερμογένης Μολίνα και ο ναύαρχος δον Πέδρο Θάρατε, επιφορτίστηκαν από τους συναδέλφους τους να ταξιδέψουν στο Παρίσι για να αποκτήσουν με τρόπο σχεδόν μυστικό τους 28 τόμους της Encyclopedie του Ντ’ Αλαμπέρ και του Ντιντερό, που στην Ισπανία ήταν απαγορευμένη, κανείς δεν μπορούσε να υποπτευθεί ότι οι δύο ακαδημαϊκοί θα αντιμετώπιζαν μια επικίνδυνη αλληλουχία μηχανορραφιών, ένα ταξίδι όλο αβεβαιότητες και τρομάρες, που θα τους οδηγούσε, μέσα από δρόμους γεμάτους ληστές και άβολες λοκάντες και πανδοχεία, από την πεφωτισμένη Μαδρίτη του Καρόλου Γ΄ στο Παρίσι των καφέ, των σαλονιών, των φιλοσοφικών κύκλων συζήτησης, της ελευθεριάζουσας ζωής και των πολιτικών αναταραχών τις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και χαρακτήρες, τεκμηριωμένο με μεγάλη σχολαστικότητα, συγκινητικό και σαγηνευτικό σε κάθε του σελίδα, αφηγείται την ηρωική περιπέτεια εκείνων που, με οδηγό τους τα φώτα της Λογικής, θέλησαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο με βιβλία, τότε που το μέλλον έσπρωχνε τις παλιές ιδέες στο περιθώριο και το άγχος της ελευθερίας έκανε εδραιωμένους θρόνους και κόσμους να παραπαίουν.

Πιάνοντάς το στο χέρι σου και πριν ανοίξεις την πρώτη σελίδα, αναρωτιέσαι: Πόσο καλύτερος μπορεί να γίνεται ένας συγγραφέας…. Κι όμως, σε αυτό το βιβλίο ο Πέρεθ-Ρεβέρτε ξεδιπλώνει τη μαεστρία και την εφευρετικότητά του όπως ίσως σε κανένα άλλο. Καταφέρνει να χαράζει μέσα στο ίδιο βιβλίο και σχεδόν ταυτόχρονα, δύο διαδρομές: της υπόθεσης που «τρέχει» σε παρελθοντικό χρόνο, και του ερευνητή-συγγραφέα που αναζητεί τα στοιχεία, τα γεγονότα και την αλήθεια ώστε να συγγράψει και να αναπλάσει την ιστορία. Η μαεστρία του, έγκειται όχι μόνο στο ότι καταφέρνει να τα καταγράψει με ακρίβεια, αλλά χρησιμοποιεί ένα ευφάνταστο τρικ για να στήσει το σασπένς όπως ίσως μόνο αυτός ξέρει. Βάζει λοιπόν τις δύο υποθέσεις να τρέχουν παράλληλα μέχρι που αυτές συγκλίνουν και συναντιούνται και μετά χωρίζονται πάλι.

Βασικό στοιχείο, είναι η ανθρώπινη αρετή της ηθικής προσήλωσης στο σκοπό. Σε έναν σκοπό ιερό και δίκαιο, για ένα γεγονός που άλλαξε την πορεία της ιστορίας της Ευρώπης ολόκληρης και καθόρισε τις τύχες αρκετών λαών. Ταυτόχρονα όμως, καταγράφει, το μάταιο, το εφήμερο και το άδικο.
«Μια αλήθεια, μια πίστη, μια γενιά ανθρώπων περνάει, ξεχνιέται, δεν μετράει πια. Εκτός ίσως για τους λίγους που πίστεψαν σε αυτή την αλήθεια, διακήρυξαν αυτή την πίστη ή αγάπησαν αυτούς τους ανθρώπους».

Τζόζεφ Κόνραντ, «Τα νιάτα»

Και σε αυτό το βιβλίο, ο πόλος μαγνητισμού είναι οι αντιθέσεις των χαρακτήρων, η συνύπαρξη του καλού με το κακό στους ίδιους ανθρώπους, το μεγαλείο της αφοσίωσης και του χρέους.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που είναι σύνθετο: Ιστορικό, ηθογραφικό, φιλοσοφικό, θρίλερ.
Σίγουρα όμως ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή και το ενδιαφέρον μας, για να μας δώσει τα υπέροχα στοιχεία που ζυμώνονται μέσα του, όπως αξίες, συναισθήματα, στοιχεία της ανθρώπινης φύσης και χαρακτήρα.

Τεχνική: Ξέρει να αρχίζει και να τελειώνει ένα μυθιστόρημα. Δεν χρησιμοποιεί ποτέ την τακτική της ήπιας “προσαρμογής του αναγνώστη”. Ως παλιός ρεπότερ, γνωρίζει πολύ καλά, ότι την είδηση τη διαβάζει κάποιος αν τον προκαλέσεις. Το ίδιο κάνει και στα βιβλία του. Όποιος έχει διαβάσει 150 λέξεις από την πρώτη σελίδα οποιουδήποτε βιβλίου του, έχει αποφασίσει να το διαβάσει μέχρι τέλους.

Χρησιμοποιεί την τεχνική του σοκ αλλά με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο που δεν σε απωθεί ποτέ. Στην αρχή, γράφει με ένταση για όσα πραγματεύεται, ρεαλιστικά και συχνά ωμά, στην πορεία όμως τα απομυθοποιεί, πηγαίνοντας τον αναγνώστη μια βόλτα γύρω από το θέμα, ώστε να δει ή να οσμιστεί τις διαφορετικές πλευρές και αποχρώσεις. Ποτέ για τον Ρεβέρτε δεν υπάρχει μόνο καλό ή μόνο κακό, δεν υπάρχει μόνο μαύρο ή μόνο άσπρο. Μπορεί να αρχίζει με κάποιο από αυτά, αλλά διανύει την απόσταση μέχρι να ενώσει τα δύο άκρα με μια σχέση φιλοσοφική και αδιάρρηκτη.

“Ο δικός μου τρόπος να αντιμετωπίζω τα πράγματα είναι να βλέπω τις συμπεριφορές σαν μέρος των κανόνων. Όπως το πιόνι ή ο ιππότης σε μια παρτίδα σκακιού, δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό αλλά κινείται σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού έτσι ο Σέρβος που σκοτώνει κόσμο στη Βοσνία, ή ο εθελοντής της ανθρωπιστικής βοήθειας που σώζει παιδάκια στο Σουδάν, είναι τα δύο πρόσωπα του ίδιου ζώου.”, θα πει ο ίδιος στην Νας.

Το σοκ όμως το χρησιμοποιεί και στο τέλος. Συνήθως, φέρνει στον ήρωα τη λύτρωση. Ποια λύτρωση όμως; Όχι αυτή που συγχωρεί, που ανακουφίζει που απαλύνει. Αυτήν που τον φέρνει αντιμέτωπο με την αλήθεια του και τις συνέπειες των αποφάσεων και των πράξεών του. Γιατί στα αλήθεια η λύτρωση είναι ακριβώς αυτό: να κρίνεις και να δικάσεις τον εαυτό σου για τα “αμαρτήματά” σου, και να φτάσεις στη ρίζα της δικής σου ηθικής.

Είναι μεγάλος μαέστρος στο να χτίζει χαρακτήρες. Όλοι του οι ήρωες είναι πάντα ταυτόχρονα ήρωες και αντιήρωες στο ίδιο σκηνικό πλαίσιο. Είναι σαν κι εμάς, τους καθημερινούς και τους ασήμαντους ανθρώπους, αλλά είναι και όλα αυτά που κρατάμε κρυμμένα ή καταπιεσμένα στα τρίσβαθα της ψυχής μας. Ικανοί για το τίποτα και για τα πάντα, άλλες φορές υποτάσσονται στη μοίρα και άλλες την πολεμούν μέχρι την ύστατη στιγμή. Και στις δύο περιπτώσεις το μεγαλείο τους και η τραγικότητά τους αναδεικνύονται, μέσα από τα έξυπνα τρυκ του συγγραφέα, λειτουργεί απλά σαν να περιγράφει τι βλέπει από ένα παράθυρο, ενώ αφηγείται τα πιο απίστευτα ανθρώπινα διλήμματα. Συχνά, παρόλο που τα μηθιστορήματά του, έχουν τη μορφή αστυνομικού θρίλερ, είναι περισσότερο ηθογραφήματα.

Ποτέ για αυτόν, το παρόν δεν είναι ανεξάρτητο από το παρελθόν. Η ύπαρξη του κόσμου οφείλεται σε μια συνέχεια, σε μια κλωστή που διανύει το χρόνο. Έτσι ακόμα κι αν το θέμα του είναι σύγχρονο, πραγματεύεται, συμπεριλαμβάνει ή εξαρτάται από ιστορικά στοιχεία που συγκλόνισαν σε κάποιο βαθμό μερίδες ανθρώπων ή και την ανθρωπότητα γενικότερα.

Ο ίδιος, είναι βαθύς γνώστης των όσων περιγράφει και είναι σίγουρο πως οτιδήποτε έχει αναφερθεί σε βιβλίο του, από λαβίδα για την αποκατάσταση έργου τέχνης, βαριάντας του σκακιού, μέχρι υλικό βιβλιοδεσίας του 18ου αιώνα, δεν έχει κανένα μυστικό από αυτόν. Η έρευνά του προφανώς δεν είναι ποτέ επιφανειακή, αλλά φροντίζει να μην αφήνει καθόλου κενά περιγράφοντας ακόμα και τις πιο σπάνιες διαδικασίες. Πιστεύει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι αποπροσανατολισμένος από τα βασικά προβλήματα του κόσμου, και δεν διδάσκεται από την ιστορία, ενώ ικανοποιείται με αυτό που του “σερβίρουν”. Αυτό προσπαθεί να μην κάνει, και ιντριγκάρει και τον πιο επιφανειακό αναγνώστη να πάρει έστω και εν αγνοία του κάποια ερεθίσματα και κάποια εφόδια γνώσης ή κρίσης.

Χαρακτήρες: Οι χαρακτήρες του είναι ταυτόχρονα εξωπραγματικοί και καθημερινοί. Χωρίς έντονες αιχμές αλλά γεμάτοι με πάθη που προσπαθούν να τιθασεύσουν, άλλες φορές με επιτυχία και άλλες όχι. Συνήθως οι πιο δυνατοί χαρακτήρες των έργων του, άσχετα αν εμφανίζονται στη νεότητά τους, συνήθως «εξαντλούνται» στην ωριμότητά τους. Ο Ρεβέρτε, έχει πια βγάλει το συμπέρασμα, αλλά δεν το λέει, γιατί σίγουρα είναι δικό του και δεν θα το επιβάλει στον αναγνώστη του. Τον αφήνει να το οσμιστεί, να το κοινωνήσει και να το βάλει μέσα του χρησιμοποιώντας τα δικά του φίλτρα και κόσκινα.

 

Βιβλιογραφία:

  • El húsar (1986).
  • El maestro de esgrima (1988) Ο Δάσκαλος της ξιφασκίας
  • La tabla de Flandes (1990) Ο Πίνακας της Φλάνδρας
  • El club Dumas or La sombra de Richelieu (1993) Η λέσχη Δουμά
  • La sombra del águila (1993)
  • Territorio comanche (1994)
  • La piel del tambor (19950
  • Un asunto de honor (1995)
  • El capitán Alatriste (1996) Ο λοχαγός Αλατρίστε 1.
  • Limpieza de sangre (1997) Η καθαρότητα του αίματος – Αλατρίστε 2
  • El sol de Breda (1998) Ο Ήλιος της Μπρέντα – Αλατρίστε 3.
  • La carta esférica (2000) Ο Ναυτικός Χάρτης
  • El oro del rey (2000) Το χρυσάφι του Βασιλιά – Αλατρίστε 4
  • La Reina del Sur (2002) Η Βασίλισσα του Νότου
  • jubón amarillo (2003) Το Κίτρινο γιλέκο – Αλατρίστε 5
  • Cabo Trafalgar (2004)
  • El pintor de batallas (2006) Ο Ζωγράφος των Μαχών
  • Corsarios de Levante (2006) Οι Πειρατές της Ανατολής – Αλατρίστε 6
  • Un día de cólera (2007)
  • Ojos azules (2009)
  • El Asedio (2010)
  • El puente de los Asesinos (2011) tr. The Bridge of the Assassins). – Αλατρίστε 7
  • El tango de la guardia vieja (2012) Το τανγκό της Παλαιάς Φρουράς
  • El francotirador paciente (2013). Η Υπομονή του Ελεύθερου Σκοπευτή.
  • Perros e Hijos de Perra (2014)
  • Hombres Buenos (2015) Καλοί άνθρωποι σε σκοτεινούς καιρούςB.M.
Posted on

Πες μου να έρθω κι όλα τ’ αφήνω…. αλλά πες μου το.

Πες μου να έρθω κι όλα τ’ αφήνω…. αλλά πες μου το – Άλμπερτ Εσπινόσα – Εκδόσεις Πατάκη._

Η υπόθεση:

Η δουλειά του Ντάνι είναι να βρίσκει παιδιά που έχουν εξαφανιστεί. Τη στιγμή που η σύντροφός του φτιάχνει τις βαλίτσες της και τον εγκαταλείπει, λαμβάνει ένα τηλεφώνημα από κάποιον πατέρα που του ζητάει απεγνωσμένα βοήθεια για να βρει το παιδί του που έχει εξαφανιστεί. Η υπόθεση θα τον οδηγήσει στο Κάπρι, στον τόπο που ξεχειλίζει από τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας από δύο ανθρώπους που του σημάδεψαν τη ζωή. Η συνάντηση με το παρελθόν θα τον αναγκάσει να αναλογιστεί τη ζωή του, τον έρωτα και όλα όσα αξίζουν στη ζωή.

Continue reading Πες μου να έρθω κι όλα τ’ αφήνω…. αλλά πες μου το.

Posted on

H Εξομολόγηση – Helene Gremillion

Όταν το έπιασα στα χέρια μου και διάβασα το οπισθόφυλλο κάτι με κέντρισε, κάτι που ίσως υπό διαφορετικές συνθήκες θα με άφηνε αδιάφορη. Πιθανά η αναφορά στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο εμμένω να μελετάω -είναι γεγονός ότι η κοινωνική ζωή στη Γαλλία τη συγκεκριμένη περίοδο δε μου ήταν πολύ γνωστή.
Άρχισα να διαβάζω λοιπόν και συντομότατα το ενδιαφέρον μου άρχισε να εντείνεται. Άλλωστε η  Καμίγη, είναι μια γυναίκα που ασχολείται με το βιβλίο (εκδότρια γαρ) στη μέση ηλικία, ανεξάρτητη και «άτσαλη» στην προσωπική της ζωή, κίνητρο ισχυρότατο για να με κάνει να «ασχοληθώ» μαζί της. Continue reading H Εξομολόγηση – Helene Gremillion