Posted on

Χωνεμένα Όνειρα, αφήγημα μετά μουσικής!

Πριν από 7 χρόνια, με κόπο, με αγάπη, με μεράκι και πολλές μουσικές, ο Δημήτρης Θεολόγου έκανε το πιο παρεΐστικο βιβλίο του κόσμου. Ήταν το «Φταίνε τα τραγούδια» και παρά τα όσα είπα πριν, ήταν ένα βιβλίο γεμάτο στίχους, πραγματικές ιστορίες αλλά και πόνο, ο οποίος λειτούργησε όπως λειτουργούσε πάντοτε στα μεταπολεμικά χρόνια για τους Έλληνες: σαν πηγή έμπνευσης, σαν αφορμή για δημιουργία, και μεράκι και γλέντι.

Σε αυτό το βιβλίο, το δεύτερο του συγγραφέα, παρελαύνουν άνθρωποι πραγματικοί (που έχουν σάρκα και οστά) και άλλοι που είναι μορφές «κατασκευασμένες», αλλά κουβαλούν ο καθένας τους έναν Δημήτρη μέσα του, -τον κόσμο δηλαδή της γενιάς αυτής- με τα ίδια βιώματα λίγο ή πολύ, τις ίδιες μνήμες και τα ίδια «όνειρα» που η σημερινή πραγματικότητα τον ανάγκασε να τα σκεπάσει με στοργή και νοσταλγία στην κλίνη της μνήμης.
Όταν ο Δημήτρης έκλεισε τους λογαριασμούς του με το «Φταίνε τα τραγούδια» έπιασε μια άκρη από αυτό το σκέπασμα και έκανε να το σηκώσει, όμως πετάχτηκε με φόρα και με ένταση όλη η δύναμη της ζωής της «γειτονιάς των ονείρων» που τόσα χρόνια προσπάθησαν να μας κάνουν να τα …χωνέψουμε.
Το βιβλίο το διάβασα σταδιακά όσο γραφόταν. Η αλήθεια είναι ότι δεν με βρήκε στα καλύτερά μου την περίοδο που ο φίλος και συγγραφέας χρειαζόταν την άποψή μου και αυτό του το χρωστάω. Κατάφερνε όμως κάθε φορά να μου αποσπά την προσοχή με την πρωτοτυπία της σύλληψης, της ιδέας και της αυθεντικής γραφής. Το βιβλίο που αποκτά συνείδηση, γίνεται η συγκεντρωτική ύλη των εμπειριών των διαδοχικών αναγνωστών, που συνδιαλέγεται και κάνει χιούμορ με τους δυνητικούς αναγνώστες του, είναι μια ιδέα εκπληκτική. Το να βλέπεις τον κόσμο μέσα από το αντικείμενό σου και όχι το αντικείμενό σου μέσα από το πρίσμα του κόσμου σου, είναι μια θέση μοναδική. Το βιβλίο που ταξιδεύει είναι (για εμένα τουλάχιστον) ένα πραγματικό όνειρο κι ένας ευσεβής πόθος. Όμως θεωρώ ότι είναι κι ένας ισχυρότατος συμβολισμός και μια αλληγορία, που μπορεί να έχει προκύψει κι εντελώς ασυνείδητα: Το συγκεκριμένο βιβλίο, είναι η ιστορία όλων των 55άριδων της επικράτειας και η κοινωνική ιστορία της χώρας από την περίοδο της χούντας και μετά. Είναι η ζωή η δική μου, οι αφηγήσεις των συγγενών μου, ο ήχος και ο απόηχος γεγονότων που συνέβησαν, πραγμάτων που κατέλαβαν ζωτικό χώρο στην διάρκεια που καλύπτει χρονικά η αφήγηση.
Και φυσικά, το μαγικό συστατικό είναι οι ανθρώπινες διελεύσεις από τη «ζωή» του βιβλίου όπως ανέφερα στην αρχή, που στην ουσία δικαιολογούν και την ύπαρξή του. Είναι ευρηματικότατες και εύστοχες. Στις ιστορίες που διηγείται το ίδιο το αντικείμενο βιβλίο, παρελαύνουν ή πρωταγωνιστούν άνθρωποι πραγματικοί, που άλλοι σήμερα ζουν και άλλοι μας άφησαν, ήρωες γνωστών μυθιστορημάτων, αλλά κυρίως ήρωες-πολεμιστές των αντιξοοτήτων μιας ζωής προκαθορισμένης, μιας παρτίδας παιγμένης, μιας πορείας προδιαγεγραμμένης με ελάχιστες αποκλίσεις. Όμως είναι ο άνθρωπος… ο απρόβλεπτος παράγοντας που με μια αψυχολόγητη αντίδρασή του, μπορεί να αλλάξει το συναίσθημα, την οπτική… Έτσι παρορμητικά όπως αντιδρά ο Έλληνας.
Αυτό όμως που θεωρώ σημαντικό είναι το πώς τοποθετείται υποβαλλόμενος από τα πεπραγμένα ο αναγνώστης. Ο αναγνώστης, γίνεται «παίχτης» στο ταμπλό των Χωνεμένων Ονείρων, -ένα τέτοιο άλλωστε κι ο ίδιος από μόνος του-, και αισθάνεται πως βρίσκεται σε μια διαδραστική διαδικασία.

Μετά από πολλές περιπέτειες, αρκετό καιρό, αλλαγές και ανατροπές, τα «Όνειρα» φτάνουν σε απόσταση αναπνοής από τη γραμμή τερματισμού συγγραφής/επιμέλειας/προ-τυπογραφικών διαδικασιών. Αυτή λοιπόν, ήταν η στιγμή που το βιβλίο πραγματικά αυτονομήθηκε και πήρε την υπόθεση στα χέρια του. Το ίδιο το βιβλίο, ταξίδεψε μόνο του, πριν ακόμα γίνει οντότητα. Και αυτό είναι πραγματικότητα. Το πώς, θα το μάθει ο αναγνώστης στις τελευταίες σελίδες του.
Πάντως μπορώ να πω ότι και στα δύο συγγραφικά πονήματα του Δημήτρη, λίγο πριν την πραγματοποίηση της έκδοσης, προέκυψαν απρόοπτα γεγονότα που σηματοδοτούσαν μια προσωποποίηση ή μια βούληση εκ μέρους του ίδιου του βιβλίου. Το πρώτο πάντως ταξίδεψε καλά και μας ταξίδεψε με μουσικές και αφηγήσεις από ένα λίγο πιο απομακρυσμένο παρελθόν. Η αλήθεια είναι ότι υπήρξε αφορμή ώστε αρκετοί άνθρωποι να γνωριστούμε, να σκεφτούμε, να προβληματιστούμε, να συγκινηθούμε, αλλά και να γελάσουμε, να τραγουδήσουμε και να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας ακόμα και επί σκηνής!

Μακάρι το καινούριο «μετα μουσικής» βιβλίο να μας εμπνεύσει και να ακολουθήσει τους ίδιους και καλύτερους δρόμους στο ταξίδι του.

Β. Μ.

Posted on

ΑΥΤΑ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΠΟΔΟΠΑΤΟΥΝΤΑΙ – SEBASTIEN SPITZER (ΜΑΓΚΝΤΑ ΓΚΕΜΠΕΛΣ)

Magda Goebbels, αφορμή για ένα εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα

Η Μάγκντα Γκέμπελς, μια πολύ περίεργη φυσιογνωμία, που έχει μείνει γνωστή για το γεγονός ότι η ίδια σκότωσε τα παιδιά της και αυτοκτόνησε στο καταφύγιο του Χίτλερ στο Βερολίνο κατά την είσοδο του Κόκκινου Στρατού. Το έπραξε, παρόλο που υπήρξε προσφορά να φυγαδευτούν τουλάχιστον τα παιδιά.
Όλη της η ζωή είναι μια ιστορία γεμάτη σκοπιμότητες, ίντριγκες, ανατροπές. Και όλα αυτά, για να θέσει τέλος η ίδια στην ζωή της -αφού προηγουμένως είχε πάρει στο λαιμό της εκτός από τα παιδιά της πολλές άλλες ζωές- ακόμα στα 43 της χρόνια.
Γεννήθηκε στις 11 Νοέμβρη του 1901. Υπάρχει ένα παρασκήνιο όσο αφορά τον πατέρα της που φέρεται να είναι ο Όσκαρ Ρίτσελ. Το 1906 όμως χώρισε με την μητέρα της η οποία το 1908 παντρεύτηκε τον Εβραίο δερματέμπορο Ρίχαρντ Φριεντλέντερ και μετακόμισαν στις Βρυξέλλες όπου βρισκόταν ήδη η Μάγκντα με τον Ρίτσελ από τον χωρισμό το ’06. Λέγεται δε πως ο Φριεντλέντερ ήταν στην πραγματικότητα ο φυσικός της πατέρας, ασχέτως όμως, επίσημα αναφέρεται ως πατριός.

Magda Goebbels

Η Μάγκντα παντρεύεται τον Γιόζεφ Γκέμπελς σε δεύτερο γάμο το Δεκέμβρη του 1931 με μάρτυρα τον Άντολφ Χίτλερ. Ο Γκέμπελς ήταν πολύ εξαρτημένος και την ζήλευε τρομερά, παρόλο που στη διάρκεια του έγγαμου βίου τους είχε αρκετές εξωσυζυγικές σχέσεις. Στην πραγματικότητα ήταν ένας πολύ αδύναμος άνθρωπος με θέματα αυτοεκτίμησης και χωρίς την ενθάρρυνση της Μάγκντα ένιωθε χαμένος. Μαζί έκαναν 6 παιδιά (είχε αποκτήσει άλλον έναν γιο από τον πρώτο της γάμο με τον Günther Quandt που έγινε πιλότος στη Luftwaffe). Η ίδια, ήταν φιλάσθενη, πράγμα που γέμιζε το σύζυγό της ανασφάλεια. Σαν χαρακτήρας όμως, ήταν αυταρχική, δυναμική, αδιάλλακτη και υπερβολικά φιλόδοξη, αρετές που ο Φύρερ είχε λατρέψει. Στα 1944 όμως, η ίδια δημόσια δήλωνε, ότι ο Χίτλερ έχει πάψει να ακουμπάει στη λογική και πως υπέκυπτε σε οποιαδήποτε κολακεία, αποκλίνοντας από τον βασικό στόχο.

Στα τέλη Απριλίου 1945, κλεισμένη στο υπόγειο καταφύγιο του Χίτλερ κάτω από την Καγκελαρία, με τον ίδιο, την Εύα Μπράουν, τον σύζυγό της Γιόζεφ Γκέμπελς και τα έξι παιδιά τους, παίρνουν την απόφαση να μην πέσουν ζωντανοί στα χέρια του Κόκκινου Στρατού. Μπροστά στην προαποφασισμένη αυτοκτονία η Μάγκντα αποφασίζει και γράφει ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα στον μεγάλο της γιο, που εκείνη την χρονική στιγμή, βρισκόταν σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Β. Αφρική:
«Αγαπημένε μου γιε. Τώρα που σου γράφω έχουν ήδη περάσει έξι μέρες που βρισκόμαστε στο καταφύγιο του Φύρερ -ο πατέρας*, τα έξι αδέρφια σου κι εγώ, με σκοπό να δώσουμε στις εθνοσοιαλιστικές ζωές μας το μόνο πιθανό και ένδοξο τέλος…
Να ξέρεις πως έμεινα εδώ παρά την θέληση του πατέρα και μέχρι και την περασμένη Κυριακή ο Φύρερ ήθελε να με βοηθήσει να φύγω, να δραπετεύσω. Όμως, εσύ ξέρεις τη μητέρα σου -έχουμε το ίδιο αίμα, για εμένα δεν υπήρξε αμφιταλάντευση. Η ένδοξη ιδέα μας καταστράφηκε και μαζί της, οτιδήποτε όμορφο και υπέροχο που γνώρισα στη ζωή μου. Ο κόσμος που ακολουθεί μετά τον Φύρερ και τον Εθνοσοσιαλισμό δεν είναι άξιος για να τον ζει κανείς, και ως εκ τούτου πήρα τα παιδιά μαζί μου, γιατί είναι υπερβολικά καλά για αυτό που θα ακολουθήσει. Ο φιλεύσπλαχνος Θεός θα με καταλάβει όταν θα τα παραδώσω στη λύτρωση και στη σωτηρία… Τα παιδιά είναι υπέροχα… δεν υπήρξε η παραμικρή κουβέντα, παράπονο ή κλάμα. Το καταφύγιο σειέται από τους βομβαρδισμούς. Τα μεγαλύτερα παιδιά σκεπάζουν τα μικρότερα. Η παρουσία τους είναι ευλογία και κάνουν καμιά φορά τον Φύρερ να χαμογελά. Ας ευλογήσει ο Θεός και ας μου δώσει δύναμη να φέρω σε πέρας το τελευταίο και το σκληρότερο χρέος. Έχουμε μόνο έναν τελευταίο στόχο που έχει απομείνει: πίστη στον Φύρερ ακόμα και στο θάνατο.
Χέραλντ, αγαπημένε μου γιε, θέλω να σου δώσω αυτό που έμαθα από τη ζωή: Να είσαι Πιστός.
Πιστός στον εαυτό σου, πιστός στην πατρίδα σου… Να είσαι περήφανος για εμάς και προσπάθησε να μας κρατήσεις με αγάπη στην μνήμη σου….»

* Ως «πατέρα» αναφέρει τον Γκέμπελς παρόλο που δεν ήταν ο φυσικός πατέρας του Χέραλντ.

Το 1938, ο πατριός Ρίχαρντ Φριεντλέντερ, συνελήφθη και εστάλη στο διαβόητο στρατόπεδο συγκέντρωσης κοντά στη Βαϊμάρη, Μπούκενφαλντ. Πέθανε εκεί το 1939.

Ρίχαρντ Φριεντλέντερ

Αυτή τη σχέση την οποία η ιστορία έχει αφήσει δικαίως ή αδίκως στο περιθώριο, και το γεγονός της σύλληψης αλλά και εξόντωσης του πατριού ή πατέρα της Μάγκντα Γκέμπελς περιγράφει το ιστορικό μυθιστόρημα του Σεμπαστιάν Σπιτζέρ, Ces rêves qu’on piétine, «Αυτά τα όνειρα που ποδοπατούνται», από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
Το βιβλίο βραβεύτηκε με το βραβείο Prix Stanislas, 2017 και με δύο ακόμα γαλλικά βραβεία λογοτεχνίας.
Παρόλα αυτά, ο Ντέιβιντ Ιρβινγκ, αναφέρει ότι μετά τον πόλεμο, σχεδόν τίποτα δεν καταγράφεται για τον Ρίχαρντ Φριεντλέντερ. Συμβουλεύτηκε τον Καθηγητή Κλάους Χέρμαν, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι ελάχιστα ίχνη βρίσκονται για το συγκεκριμένο άτομο ακόμα και πριν τον πόλεμο, οπότε είναι μάλλον αδύναμη η τεκμηρίωση αυτής της καταγραφής.
Ο Σπιτζέρ ο ίδιος αναφέρει στο επίμετρο του βιβλίου του, ότι ακριβώς επειδή αυτός ο άνθρωπος δεν είχε αφήσει παρά ελάχιστα ίχνη από τη ζωή του, χρειάστηκε να κάνει έρευνα και να ζητήσει (και να λάβει) την άδεια να «χτίσει» την ιστορία. Τα γράμματα που αναφέρει στο βιβλίο είναι επινοημένα από τον ίδιο και δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα. Αυτό όμως που υπήρξε είναι όλες οι καταστάσεις και τα γεγονότα που περιγράφονται ακόμα και μέσα σε αυτά. Είναι ένα σκιαγράφημα του Γερμανικού λαού και των καταστάσεων που βίωσε, ανάλογα την ομάδα στην οποία ήταν τοποθετημένος από το καθεστώς. Είναι μια περιγραφή της συγκεκριμένης περιόδου του Β.Π.Π. και του χώρου που διαδραματίζεται. Είναι μια λογοτεχνική μεταφορά όλων των στοιχείων που καταγράφηκαν σχετικά με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το κυνήγι του Εβραϊκού πληθυσμού τόσο στην Γερμανία όσο και σε άλλες χώρες επιρροής του άξονα, των θηριωδιών ενάντια στη φυλή αυτή, εντός και εκτός στρατοπέδων του θανάτου.
Είναι όμως και μια περιγραφή του χαρακτήρα της κεντρικής ηρωίδας. Μιας γυναίκας που η αφοσίωσή της στον «Αγώνα» του Χίτλερ υπήρξε πιο πιστή και πιο αφοσιωμένη από τον ίδιο τον Φύρερ και ξάφνιασε κυρίως για την τελευταία της πράξη, που της απέδωσε τον χαρακτηρισμό της σύγχρονης Μήδειας.

Ταυτόχρονα σχεδόν, κυκλοφόρησαν τα εξής βιβλία που καλύπτουν την ίδια περίοδο και καταστάσεις που στην ουσία καθόρισαν την πορεία του πλανήτη:
* Η Αυτοκτονία του Δήμου – Αλέξανδρος Κεσσόπουλος – Εκδόσεις Ευρασία
* Ο Καπνοπώλης – Ρόμπερτ Ζέεταλερ – Εκδόσεις Ποταμός
* Ο δερματοστίκτης του Άουσβιτς – Χέδερ Μόρρις – Εκδόσεις Ενάλιος

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία:

Hansen, Thore D. Δεν θέλαμε να ξέρουμε, Μεταίχμιο
Kershaw, Ian. Ο Χίτλερ, οι Γερμανοί και η τελική λύση, Πατάκη
Levi, Primo, Αν αυτό είναι ο άνθρωπος, Άγρα
Goebbels, Joseph, Ημερολόγιο, Πλειάς

          *Magda Goebbels John Simkin – Spartacus Educational, spartacus-educational.com
*
Magda Goebbels Wikipedia
*
First Lady of the Third Reich, Colin Shindler, http://www.fpp.co.uk/Goebbels/Arlosoroff/Klabunde_review.html

* O Σεμπάστιαν Σπιτζέρ, είναι δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος.
Το «Αυτά τα όνειρα που ποδοπατιούνται» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

Posted on

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ (Από τη δουλειά της λέσχης μας)

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Μ. Καραγάτσης γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου του 1908 και πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου του 1960.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Ροδόπουλος. Γιος του Γεωργίου Ροδόπουλου (από την Πάτρα) και της Ανθής Μουλούλη (από τον Τύρναβο) . Ο πατέρας Ροδόπουλος ήταν δικηγόρος, είχε πολιτευτεί, δούλεψε στην τράπεζα και τελικά έγινε δ/ντης τραπέζης. Απέκτησε 5 παιδιά, τη Ροδόπη, τον Νίκο, τον Τάκη τη Φωφώ, και τον Δημήτρη ο οποίος ήταν ο μικρότερος και με μεγάλη διαφορά από τα αδέρφια του.
Το 1935, κι αφού έχει εκδώσει τον «Συνταγματάρχη Λιάπκιν», παντρεύεται την Νίκη Καρυστιανάκη, ζωγράφο και απόγονο εφοπλιστικής οικογένειας από την Άνδρο, που έμεινε κοντά του, παρόλη την ιδιόμορφη σχέση τους και τον αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα του Καραγάτση, μέχρι το τέλος της ζωής του.
Παιδική ηλικία, σπουδές ενασχολήσεις κλπ. βρίσκονται σε όλες τις βιογραφίες που μπορεί να διαβάσει κανείς.

Ένα σύντομο χρονικό-εργογραφία:

  • 1927 διήγημα «Η κυρία Νίτσα», πήρε τον 3ο έπαινο Νέας Εστίας.
  • Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν, το 1933.
  • Μετά το πτυχίο Πολιτικών και Οικονομικών που παίρνει από το Πανεπιστήμιο, πιάνει δουλειά σαν υπάλληλος στην ασφαλιστική εταιρεία του αδερφού του Νίκου, στον Πειραιά.
    Το 1935 θα παντρευτεί τη ζωγράφο Νίκη Καρυστινάκη (μετέπειτα γνωστή ως Νίκη Καραγάτση, 1914–1986).
    Το 1936 δημοσιεύεται το μυθιστόρημα του Η χίμαιρα και στη κόρη που γεννιέται τον Οκτώβριο του 1936 δίνει το όνομα της ηρωίδας του βιβλίου, Μαρίνα.
  • Το 1937 πεθαίνει η μεγαλύτερη αδερφή του, η Ροδόπη Τζουλιάδου, η οποία υπέφερε απο ψυχασθένεια από τη νεανική της ηλικία, και το 1939 πεθαίνει ο πατέρας του. Την περίοδο της γερμανικής κατοχής δημοσιεύονται αρκετά διηγήματά του και νουβέλες.
    Από το 1946 ανέλαβε τη θεατρική στήλη της εφημερίδας Βραδυνή ενώ τον ίδιο χρόνο ανεβαίνει και στο θέατρο το θεατρικό του έργο Μπαρ Ελδοράδο που δεν σημείωσε επιτυχία.
    Τότε εμφανίζεται και στον κινηματογράφο, υπογράφοντας το σενάριο και τη σκηνοθεσία της ταινίας Καταδρομή.
    Το 1946 πεθαίνει και η μητέρα του, στην οποία αφιερώνει το μυθιστόρημά του Ο μεγάλος ύπνος που κυκλοφορεί την ίδια χρονιά.
    Το 1949 στέλνεται ως πολεμικός ανταποκριτής της εφημερίδας Βραδυνή στα βουνά του Γράμμου και του Βίτσι, στα οποία ο εμφύλιος πόλεμος βάδιζε προς το τέλος του. Τον ίδιο χρόνο ταξιδεύει στην Αγγλία, τη Γαλλία, την Τουρκία και την Αίγυπτο.
  • Το 1952 άρχισε να εργάζεται στη διαφημιστική εταιρεία ΑΔΕΛ, ενώ παράλληλα γράφει εκλαϊκευμένα την Ιστορία των Ελλήνων και το 1953 ταξιδεύει στην Ανατολική Αφρική.
    Το 1956 και το 1958 ήταν υποψήφιος βουλευτής με το δεξιό κόμμα των Προοδευτικών του Σπ. Μαρκεζίνη. Δεν είχε κάνει καμία προεκλογική προετοιμασία και όπως ήταν φυσικό, απέτυχε και τις δύο φορές. Όταν κάποιος τον ρώτησε γιατί είχε θέσει υποψηφιότητα, απάντησε ότι το έκανε για να πάρει ψήφους από τον αδερφό του Κωνσταντίνο Ροδόπουλο, υποψήφιο με την ΕΡΕ.
    Το 1958 το μοιραίο έτος της ζωής του συνυπογράφει Το Μυθιστόρημα των Τεσσάρων μαζί με τους Άγγελο Τερζάκη, Ηλία Βενέζη και Στρατή Μυριβήλη, το οποίο πρωτοδημοσιεύεται στην εφημερίδα Ακρόπολη. Στις 8 Νοεμβρίου του ίδιου έτους παθαίνει καρδιακή προσβολή. Η ασθένεια τον οδήγησε στη σταδιακή αποξένωσή του από τους φιλικούς κύκλους, αλλά όχι και στη διακοπή της δουλειάς του.
    Στις 13 Δεκέμβρη του 1960 ξεκινάει να γράφει το Δέκα (10) το οποίο δούλευε όλο το έτος μέχρι τα χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου που πεθαίνει ύστερα από πολύωρη κρίση ταχυκαρδίας.
  • Κηδεύεται την ίδια μέρα και στον τάφο του χαράζεται το επίγραμμα από το έργο του Το μεγάλο συναξάρι: «Οι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου».

Η τελευταία φράση που έγραψε ήταν: «ας γελάσω» ενώ ξεψύχησε τραγουδώντας μια άρια από την Τραβιάτα.

Ο χαρακτήρας και η συγγραφική του τέχνη

Τα πρώτα του πονήματα τα εξέδωσε με το πραγματικό του όνομα Δημήτριος Ροδόπουλος, πράγμα που εξόργισε τον αυστηρό και κοινωνικά καταξιωμένο τραπεζίτη πατέρα του. Μετά από έναν ομηρικό καυγά ο Καραγάτσης αποφάσισε όχι απλά να χρησιμοποιήσει ψευδώνυμο, αλλά να αλλάξει εντελώς το όνομά του. Πήγε λοιπόν στο πρωτοδικείο και άλλαξε το επίθετό του από Ροδόπουλος σε Καραγάτσης (παρμένο από τη λαϊκή ονομασία της φτελιάς κάτω από την οποία λάτρευε να κάθεται και να διαβάζει σαν έφηβος στο εξοχικό τους σπίτι στην Ραψάνη). Το «Μ.» προκάλεσε σύγχυση σε αρκετούς φιλολόγους, που συχνά ερμήνευαν το «Μ» ως Μιχάλης, λόγω των ηρώων του, Μιχάλη Καραμάνου (στον Γιούγκερμαν) και Μιχάλη Ρούση (στον Μεγάλο ύπνο), που θεωρούνται περσόνες του συγγραφέα ή με το Μίττια τον ήρωα από τους Αδερφούς Καραμαζόφ που λάτρευε. Όμως αυτό το μυστήριο δεν θα μπορέσει ποτέ να εξαλειφθεί, διότι ο Καραγάτσης δεν δήλωσε ποτέ ρητά δημόσια ποια η σημασία του. Ακόμα και όταν τον ρωτούσε η κόρη του χαμογελούσε αινιγματικά και δεν απάντησε ποτέ. Η δική μου εκδοχή είναι ότι κράτησε αυτούσιο το όνομα του υπαρκτού προγόνου του Μήτρου Ροδόπουλου ή Ροβηθάνα που στην τριλογία Κοτζάμπασης-Αίμα χαμένο-Στερνά, αναφέρεται με το όνομα Μίχαλος Ρούσης, ο οποίος έχει πολλά χαρακτηριστικά του ίδιου τόσο εμφανισιακά όσο και σε χαρακτήρα, αλλά ίσως ακόμα στο ότι μια παρόρμησή του τού καθόρισε τη ζωή.
Ο Καραγάτσης υπήρξε ένας πολύ περίεργος άνθρωπος με ιδιόμορφο χαρακτήρα και σκοτεινές πλευρές. Ήταν ένας αμετανόητος νάρκισσος, (αν και για μερικά πράγματα όπως η συγγραφική του αρετή ήταν απόλυτα δικαιολογημένος). Είναι πολυφωτογραφημένος ακόμα και σε ρόλους ηρώων του όπως ο Λιάπκιν κ.α. που δείχνει την ανάγκη του για προβολή, είναι πολύ επικοινωνιακός και γίνεται συχνά το κέντρο της οποιαδήποτε συνάθροισης ενώ φροντίζει να το κάνει τόσο έντεχνα ώστε να μην το αντιλαμβάνεται κανείς.
Παρόλο που σπούδασε νομικά, ουσιαστικά δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα. Από αρκετά νωρίς βυθίστηκε στον μαγικό κόσμο της συγγραφής και οι «παράπλευρες» εργασιακές του ενασχολήσεις (δημοσιογραφία, ή δουλειά γραφείου .
Ο ίδιος ήταν ένας άνθρωπος ψυχικά ασθενής και ζούσε με εξαρτήσεις. Υπέφερε από κακό ύπνο, ίσως με τον ίδιο τρόπο που έκανε τους γύρω του να υποφέρουν από την εκρηκτικά απωθητική συμπεριφορά του εντός σπιτιού και με τους οικείους του. Μπον βιβέρ και ταξικά συνειδητός, απολάμβανε στο έπακρο αυτό που η τάξη του και όχι απαραίτητα η οικονομική του κατάσταση μπορούσε να του προσφέρει. Κυρίως ζούσε κάνοντας ό,τι πραγματικά ήθελε, με τη χαρακτηριστική άνεση των ανθρώπων που απλά τους ήταν αδιάφορη η άποψη των άλλων. Ονομάστηκε και Μποεμ των Ελληνικών Γραμμάτων ίσως γιατί του άρεσε να κυκλοφορεί ανάμεσα σε λαϊκούς και περιθωριακούς ανθρώπους ώστε να εμπνευστεί για τους χαρακτήρες των έργων του. Ήταν ένας αδιόρθωτος Δον Ζουάν, που ακόμα και φανερά, διατηρούσε παράλληλες ερωτικές σχέσεις, ή φλέρταρε χωρίς την παραμικρή αναστολή. Παρόλη όμως την ερωτική λατρεία του στο γυναικείο φύλο, δεν εκτιμούσε το ίδιο και το μυαλό της γυναίκας. Τη θεωρούσε ον φτιαγμένο για τους δεύτερους ρόλους της ζωής, ρυθμιστικούς μεν, αλλά δευτερεύοντες. Ακόμα και τη γυναίκα ή την κόρη του δεν τις εκτίμησε για αυτά που άξιζαν, αντιθέτως τη Μαρίνα την αποθάρρυνε όταν προσπαθούσε να επιλέξει σπουδές ή σταδιοδρομία από επιστήμες που θεωρούσε «σοβαρές», με τη δικαιολογία ότι δεν είχε τις ικανότητες. Η δε σύζυγός του, ζωγράφος ούσα, στην ουσία άρχισε να δημιουργεί μετά τον θάνατό του.
Η Μαρίνα αποδέχεται ότι ο πατέρας της ήταν ένας ανάπηρος συναισθηματικά άνθρωπος, ο οποίος δεν κατάφερνε να δείξει αγάπη ούτε στο ίδιο του το παιδί.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι από μικρή ηλικία το βλέμμα του (από τις φωτογραφίες και μόνο) με μαγνήτιζε τόσο που λίγοι άνθρωποι και κυρίως λογοτέχνες μπορούσαν να το κάνουν (ίσως ο Μαγιακόφσκι, η Μέλπω Αξιώτη, και ο Άλντους Χάξλεϊ). Αυτό το διεισδυτικό βλέμμα που νομίζεις ότι πετάγεται από το τυπωμένο χαρτί, αγκυρώνει πάνω σου και κοιτάζει την ψυχή σου μου προκαλούσε πάντα δέος και θαυμασμό. Νομίζω ότι σαν συγγραφέας αυτό ήταν το χαρακτηριστικό του. Έβλεπε πίσω από το γυαλί των ματιών του καθενός, κατευθείαν μέσα στην ψυχή του και με τρομαχτική μαεστρία ξάπλωνε τα μυστικά της ύπαρξης των ανθρώπων πάνω στο χαρτί.

Ο Καραγάτσης είχε ένα πολύ γρήγορο και διεισδυτικό μυαλό.
Έγραφε εύκολα, έχοντας σχηματοποιήσει στο δυνατό μυαλό του την πλοκή και τους χαρακτήρες των έργων του. Ήταν ο άνθρωπος/λογοτέχνης που μπορούσε να διακρίνει την παθογένεια και την ψυχική ασθένεια στην ανθρώπινη συμπεριφορά και έκφραση με χαρακτηριστική ευκολία, αλλά επιπλέον μπορούσε να την περιγράψει μοναδικά. Το λογοτεχνικό του ταλέντο έγκειται στον τρόπο που επιλέγει να αναδείξει τα στοιχεία που δομούν τους μοναδικούς χαρακτήρες που δημιουργεί. Ξέρουμε ότι όπως και στην πραγματική του ζωή, κυρίαρχο ρόλο στο έργο του παίζει ο έρωτας. Παρόλα αυτά πρωτίστως στήνει το κοινωνικό σκηνικό στο οποίο κινούνται οι ήρωές του και ο έρωτας ακολουθεί. Αυτή η αλληλουχία είναι σχεδόν συνταγή μια αδιατάρακτη μανιέρα.
Υπάρχει μια σχέση ανάμεσα στον ίδιο, τους ήρωές του και τον χρόνο σαν γόρδιος δεσμός. Κανείς ποτέ δεν κατάφερε να ξεκαθαρίσει αρχή και τέλος -ίσως ούτε ο ίδιος- κανείς δεν μπόρεσε να διακρίνει το κυρίαρχο στοιχείο: χρόνος ή άνθρωπος. Είναι μια σχέση υπερβατική. Όλοι οι άντρες πρωταγωνιστές στο έργο του φοβούνται τον θάνατο. Οι γυναίκες μοιάζουν ή να έχουν ολική άγνοια του φιλοσοφικού θανάτου, ή να τον έχουν αποδεχτεί σαν δεδομένο.
Εσχάτως, μέσα στην λογοτεχνική λέσχη του «Προμηθέα» έκανα την τρίτη ανάγνωση της τριλογίας. Η πρώτη είχε γίνει στην περίοδο της όψιμης εφηβείας, και σήμερα πιστεύω ότι «εκ του πονηρού» ο λάτρης της ιστορίας πατέρας μου μου την υπέδειξε, ώστε να ξεφύγω από την επιφανειακή ιστορία που είχα διδαχτεί στο σχολείο. Η δεύτερη, έγινε καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα. Είκοσι χρόνια μετά, στην τρίτη ανάγνωση, θαύμασα όσο ποτέ πριν, τον τρόπο που καταφέρνει να ξαπλώσει μπροστά στον αναγνώστη τα μεγαλύτερα φιλοσοφικά διλήμματα του ανθρώπου, το ιστορικό νόημα της Ελληνικής Επανάστασης και τον τρόπο με τον οποίο ο Νεοέλληνας διαμορφώνει αυτό τον χαρακτήρα που είναι ταυτόχρονα αρετή και κατάρα. Χωρίς να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες των ιστορικών γεγονότων, χωρίς να παραθέτει ιστορικές πηγές ή ακριβείς περιγραφές συμβάντων, καταφέρνει να μας περάσει το βαθύτερο νόημα των ιστορικών αυτών στιγμών αλλά και τον λόγο για τον οποίο συνέβησαν έτσι.
Νομίζω ότι μετά από τόσα χρόνια που τον διαβάζω, θα αποδεχτώ τον λιτό αλλά ακριβέστατο χαρακτηρισμό που έδωσε σε μια κουβέντα μας η Μυρσίνη Σαμαρά: Δυνατή Λογοτεχνία

Posted on

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ

Μια παραδοσιακή – χρονικά, μεταφορικά και κυριολεκτικά – διαμάχη που τελικά προκύπτει εντελώς αβάσιμη.

Το χριστουγεννιάτικο καραβάκι και το χριστουγεννιάτικο δέντρο

Καραβάκι
Το πώς και το πότε ξεκίνησε το έθιμο του χριστουγεννιάτικου καραβιού, χάνεται στα βάθη της ελληνοχριστιανικής παράδοσης.
Η εκκλησιαστική προφορική έκφραση και η θρησκευτική δοξασία, θεωρεί ότι το καράβι είναι ένας συμβολισμός της γέννησης της νέας πλεύσης στη ζωή του ανθρώπου, παράλληλα με την γέννηση του Θεανθρώπου.
Στην λαϊκή παράδοση όμως ο συμβολισμός είναι διαφορετικός. Η Ελλάδα (κυρίως στα νησιά και στα παράλια) ήταν πάντα χώρα ναυτική, και οι περισσότερες νησιωτικές οικογένειες στόλιζαν στα σπίτια τους ένα πλεούμενο. Συνεπώς, το καράβι συμβόλιζε τον ευσεβή πόθο αυτών που έμεναν πίσω για ευημερία, αλλά και καλές θάλασσες (εν είδει εξευμενισμού) με ασφαλή γυρισμό των ναυτικών τους. Αυτό φυσικά ήταν ένα στοιχείο αλληλεξάρτησης, αφού η επιβίωση και των δύο μερών ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη η μια από την άλλη.  Τα Χριστούγεννα πίστευαν πως ήταν οι ουρανοί ανοιχτοί, και πως το στολισμένο καράβι θα δημιουργούσε έναν θετικό οιωνό για τους ξενιτεμένους. Άλλωστε το πλεούμενο υπήρξε πάντοτε, ακόμη από τα αρχαία χρόνια σύμβολο και συμβολισμός για ευμάρεια, ασφάλεια για τους ναυτικούς, τους τόπους τους και τους δικούς τους.  Αυτό το βλέπουμε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας αλλά και προϊστορίας στην περιοχή του Αιγαίου κυρίως, σε τοιχογραφίες, ανάγλυφα, είδωλα και αναθήματα.
Επιπλέον τα παιδιά έφτιαχναν αυτοσχέδια καραβάκια με στόλισμα χρωματιστά χαρτάκια και κλωστές και κρατώντας τα πήγαιναν να πουν τα κάλαντα. Τα καραβάκια αυτά λειτουργούσαν ως «παγκάρι» για τα γλυκά και τα χρήματα (ανά- λογα την περιοχή και τις συνήθειες).
Εννοείται βεβαίως ότι τίθεται αυτόματα κι ένα εικαστικό θέμα συνυφασμένο με τα πραγματικά στοιχεία του συμβόλου αυτού καθαυτού.
Σταδιακά, το έθιμο αυτό άρχισε να εξασθενεί στα μεταπολεμικά χρόνια, ακόμα και στις νησιωτικές ή παράλιες περιοχές, ενώ τις τελευταίες δεκαετίες γίνονται προσπάθειες αναβίωσης σε αρκετές περιοχές. Παρόλα αυτά, πολλές είναι οι χώρες (κυρίως ναυτικές ή παράλιες) που έχουν πλέον τη συνήθεια να στολίζουν πλεούμενο τα Χριστούγεννα και… ποιος ξέρει; Μπορεί αυτό να συνέβαινε και πολλά χρόνια πριν, όταν ο τρόπος επικοινωνίας δεν μετέφερε ει- κόνες από απομακρυσμένες περιοχές τόσο εύκολα.
Στη δεκαετία του 1970 μάλιστα, υπήρξε μια έντονη συζήτηση για την κατάργηση του έλατου ως επίσημο εθνικό χριστουγεννιάτικο έθιμο, υπέρ του καραβιού με ισχυρό επιχείρημα την οικολογία.

Έλατο
Αντίστοιχα ειδικά στις ηπειρωτικές περιοχές έχει επικρατήσει ο στολισμός του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Από πολύ νωρίς, για την έλευση της νέας χρονιάς, συνηθίζονταν η τοποθέτηση χλωρών κλαδιών στα σπίτια που συμβόλιζε την ανθοφορία, τη νέα αναπαραγωγική περίοδο, την αφθονία.
Ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας του Αμορίου ο Μιχαήλ ο Γ’ ο επονομαζόμενος «Μέθυσος»  (842-867), κάποια παραμονή πρωτοχρονιάς διέταξε να στήσουν ένα έλατο στο κέντρο της πλατείας του Ταύρου, όπου σκαρφάλωσε ο ίδιος και κρέμασε επάνω στο δέντρο μεγάλα και χοντρά κεριά, τα οποία και άναψε την ώρα που οι καμπάνες σήμαιναν την αλλαγή του χρόνου. Το θέαμα ήταν εντυπωσιακό και αρκετοί τοπικοί άρχοντες του Βυζαντίου το μιμήθηκαν ακόμα κι από την επόμενη χρονιά. Αργότερα οι σταυροφόροι που κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το υιοθέτησαν και το μετέφεραν ως έθιμο στη δύση. Στην πραγματικότητα λοιπόν το Χριστουγεννιάτικο Έλατο, είναι ένα «αντιδάνειο» που στην ουσία εμείς οι Έλληνες, ή τέλος πάντων οι κάτοικοι ή κληρονόμοι της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας θα πρέπει να υποστηρίζουμε ένθερμα και να διεκδικούμε την καταγωγή του και την «πατρότητά» του.
Με τη μορφή όμως που το ξέρουμε σήμερα, με μπάλες και στολίδια δηλαδή, ήρθε -επανήλθε για να είμαστε ακριβείς- στην Ελλάδα μαζί με τους Βαυαρούς.
Το πρώτο δέντρο που στολίστηκε ήταν στα ανάκτορα το 1833. Οι Αθηναίοι που δεν είχαν ξαναδεί στολισμένο δέντρο, συνέρρεαν να το χαζέψουν και το «παλάτι» είχε τοποθετήσει ακόμα και φρουρούς για να μην κλαπούν ή καταστραφούν τα στολίδια του. Μάλιστα τόσος ήταν ο θαυμασμός και η έκφραση χαράς και ενδιαφέροντος του κόσμου, που το δέντρο παρέμεινε στη θέση του στολισμένο μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου.
Από εκεί και πέρα κάθε χρονιά που περνούσε έβρισκε όλο και περισσότερα δέντρα αρχικά σε αρχοντικά και πλούσια σπίτια (κυρίως σε εξωτερικούς χώρους και κήπους) και αργότερα σε μικρότερα σχετικά εύπορα σπίτια της μεσαίας τάξης.
Στην πραγματικότητα, τακτική συνήθεια και απαραίτητο έθιμο για τη χώρα μας έγινε και καθιερώθηκε μετά τον Β.Π.Π. σε όλα σχεδόν τα σπίτια, στις αστικές περιοχές. Σήμερα πια, δέντρο βλέπουμε να στολίζονται ή να σχηματίζονται με διάφορους τρόπους και σε πολλές παραλλαγές.

Τελικά, και τα δύο έθιμα έχουν τις ρίζες τους στο βαθύ παρελθόν της Ανατολικής Μεσογείου και κάθε προσπάθεια να επικρατήσει η μία ή η άλλη άποψη ως γηγενής παράδοση και έθιμο είναι μάλλον λανθασμένη, αφού στην πραγματικότητα συνυπάρχουν ακόμα και από την αρχαιότητα.
Άλλωστε τιποτα δεν έχει ποτέ μεταφερθεί αυτούσιο στο σήμερα. Η παράδοση -όπως και η γλώσσα, η θρησκείες, οι συνήθειες -, είναι ζωντανή και μεταφέρει στοιχεία από όσες εποχές και περιοχές πέρασε ενσωματώθηκε και επιβίωσε.

B.M.

Posted on

ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ 2017

Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2017

Την 1η Δεκεμβρίου 2017 ανακοινώθηκαν τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας για το 2017. Η επιλογή δεν επιφύλαξε καμία έκπληξη, εκτός από τη χαρά μας για την αναγνώριση του Θεόδωρου Γρηγοριάδη. Είναι προφανής η συντηρητικότητα (για να μην πούμε αγκύλωση) του πνευματικού κόσμου στην Ελλάδα του σήμερα, δεμένη σε μανιέρες που συντηρούν τη «γνωστή και ασφαλή» κοινωνικότητα του χώρου (τους/μας). Ακόμα και η κατηγορία  ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΟΑΓΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ, είναι λίγο ή πολύ αντιγραφή της ΝΟΜΠΕΛικής λογικής και ούτε αυτή ούτε τα κριτήρια αποτελούν πρωτοτυπία. Παρόλα αυτά ας είμαστε ικανοποιημένοι που υπάρχουν έστω κι αυτά αναγνωρίζοντας ότι τουλάχιστον συντηρείται ένα μέσο επίπεδο ποιότητας στην ντεκαντάνς που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια ως κοινωνία και ειδικότερα ως χώρος του βιβλίου.

ΜΕΓΑΛΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Απονέμεται ομόφωνα στον Βασίλη Βασιλικό για το σύνολο του έργου του.

 

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Θεόδωρο Γρηγοριάδη, για το έργο του με τίτλο «Ζωή μεθόρια», Εκδόσεις Πατάκη.

 

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ – ΝΟΥΒΕΛΑΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Ηλία Παπαμόσχο για το έργο του με τίτλο «Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες», Εκδόσεις Κίχλη.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στον Δημήτρη Αγγελή για το έργο του με τίτλο «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου», Εκδόσεις Πόλις, και στη Σοφία Κολοτούρου για το έργο της με τίτλο «Η τρίτη γενιά», Εκδόσεις Τυπωθήτω.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ – ΚΡΙΤΙΚΗΣ
Απονέμεται ομόφωνα στον Σταύρο Ζουμπουλάκη για το έργο του με τίτλο «Υπό το φως του μυθιστορήματος», Εκδόσεις Πόλις.

 

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ – ΧΡΟΝΙΚΟΥ – ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στον Γιώργο Βέη για το έργο του με τίτλο «Παντού. Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις», Εκδόσεις Κέδρος.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΡΩΤΟΕΜΦΑΝΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Απονέμεται ομόφωνα εξ ημισείας στην Γεωργίου Βασιλεία για το έργο της με τίτλο «Η έκτη μέρα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης, και στον Χρήστο Κολτσίδα για το έργο του με τίτλο «Τα ορεινά», Εκδόσεις Μελάνι.

ΚΡΑΤΙΚΟ ΕΙΔΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΕ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΟΑΓΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΥΑΙΣΘΗΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Απονέμεται κατά πλειοψηφία στην Σοφία Νικολαΐδου για το έργο της με τίτλο «Καλά και σήμερα», Εκδόσεις Μεταίχμιο.