Posted on

ΑΠΟ ΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ 9/11/20, Λουντβιχ Τηκ, Οι πολυτέλειες της ζωής

Λουντβιχ Τηκ, Οι πολυτέλειες της ζωής
Μετάφραση: Έλενα Νούσια, Εκδόσεις Ύψιλον

Τελείωσα την πρώτη ανάγνωση των τριών διηγημάτων και της νουβέλας του Λούντβηχ Τήκ.
Για να είμαι ειλικρινής ήταν η πρώτη μου επαφή με τον γερμανικό ρομαντισμό, εκτός από κάποια ποιητικά του Novalis και αποσπάσματα από τις Εκλεκτικές Συγγένειες του Γκαίτε. Τον δε “Φάουστ” τον είχα δει ως θεατρικό. Μέχρι εκεί.
Ο “Βασιλιάς του Γερμανικού Ρομαντισμού” όμως, Λούντβιχ Τηκ, ομολογώ ότι με εξέπληξε.
Αρχικά, εκτίμησα την στρωτή γλώσσα που κυματίζει ανάμεσα στο λογοτεχνικό και το λόγιο, χωρίς όμως να είναι εξεζητημένο. Σε αυτό οφείλω να ομολογήσω ότι έχει προφανώς συμβάλει αποφασιστικά και η εξαιρετική μετάφραση της Έλενας Νούσια.

Εξετάζοντας ένα-ένα τα έργα που συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το τομίδιο σημείωσα τα εξής:

α) Στο πρώτο διήγημα “Μάγια του έρωτα”, παρατηρείται μια ατμόσφαιρα σκοτεινή, μυστηριακή, γεμάτη από εναλλασσόμενες εικόνες και ανάμεικτα συναισθήματα, ενώ ταυτόχρονα έχουμε την σκιαγράφηση τριών εντελώς διαφορετικών και αντιφατικών μεταξύ τους χαρακτήρων που όμως συνδέονται σε έναν αέναο κύκλο. Ο κύκλος αυτός σπάει απότομα, σχεδόν χωρίς προειδοποίηση και χωρίς ο ήρωας να μας προετοιμάσει για αυτό. Η λύση παρόλο που είναι τραγική είναι λυτρωτική. Η λύτρωση που δίνεται στην αρχαία ελληνική τραγωδία, και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Θάνατος – τιμωρία – δικαιοσύνη. Το διήγημα συχνά θυμίζει τα βρετανικά γοτθικά λογοτεχνικά έργα με τις μεταφυσικές προεκτάσεις.

Λούντβιχ Τηκ
Λούντβιχ Τηκ

β) Στο δεύτερο διήγημα “Τα ξωτικά” αρχικά έχουμε μια ατμόσφαιρα τρυφερή και γλυκιά με υποβόσκουσα σκοτεινιά όπως τα παραμύθια των αδερφών Γκριμ ή ακόμα και τα σύγχρονα λογοτεχνήματα ηρωικής φαντασίας. Οι περιγραφές είναι τόσο ζωντανές χωρίς να γίνονται υπερβολικές και μοιάζει να είναι προβολές εικόνων από το ίδιο μας το μυαλό. Κάποιες στιγμές οι περιγραφές, μου θύμισαν τις ¨Φράουλες” του Γιόζεφ Ροτ. Επίσης το απρόσμενο κάνει την εμφάνισή του την κατάλληλη στιγμή χωρίς υπερβολές. Βεβαίως δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι πρόκειται σαφώς για ένα αλληγορικό διήγημα που στόχο έχει να μας δείξει ότι παρόλο που ο κόσμος κάνει μεγάλη φαινομενική προσπάθεια να ξεφύγει από την δυστυχία, την αδικία και την ασχήμια, παρόλο που υπάρχει τρόπος, η απληστία και η αδηφαγία του ανθρώπου τον καθιστά ανάξιο και ανίκανο να γίνει κοινωνός της και να ζήσει αυτή την πληρότητα. Χαρακτηριστική είναι η φράση: “ Δεν φταις εσύ, γλυκιά μου καρδιά, μα ποτέ τους δεν θα βάλουν μυαλό, όσο έξυπνοι κι αν θαρρούν πως είναι.”
Συμβολίζει ακόμα τους μοιραίους κύκλους της ζωής, την αξία της αθωότητας και της καλοσύνης και την “αγοραστική” και όχι ουσιαστική αξία των αντικειμένων, έναντι των θαυμάτων που επιτελεί η ίδια η φύση αυτή καθαυτή, όσο και οι αρχέγονες αξίες πριν την αλλοτρίωση. Ζητήματα που για εμένα ανακύπτουν και περιγράφονται ως: ρατσισμός, δυσπιστία, αγνωμοσύνη, αλλοτρίωση, φιλαργυρία.

γ) Το τρίτο διήγημα “Το κύπελλο” είναι ένα ηθογραφικό αριστούργημα. Μία μικρή πραγματεία στον έρωτα και στις σχέσεις. Επίσης με πιο ρεαλιστικούς όρους, διαπραγματεύεται τις ουσιαστικές αξίες της ζωής, έναντι των κοινωνικών συμβάσεων που επιβάλλονται από την δύναμη που παράγει ο πλούτος. Βρίσκεται σε φανερή αντίθεση το ιδεατό με το πρακτέο, το ιδανικό με το αποδεκτό. Στον ίδιο άξονα με τα “ξωτικά” υπάρχει η αντίθεση της αθωότητας με την προκατάληψη και η απώλεια της μοναδικής ευδαιμονίας εξαιτίας των τυπικών συμβάσεων. Και κυρίως, η υπόσχεση που δεν κρατήθηκε. (τρίτη φορά που συναντούμε αυτή την συγκυρία στο βιβλίο αυτό).
Οι χαρακτήρες; Μοναδικοί. Ο γέροντας που αποδεικνύεται ότι κρύβει στο μυαλό και στην ψυχή του συσσωρευμένο το νόημα του κόσμου. Καθορίζει τους όρους του “άλλου” παιχνιδιού. Εμφανίζεται πράος αρχικά, μέχρι το “ολίσθημα”, όπου αφήνει να ξεπεταχτεί ο έντονος θυμός, να φανεί η ανισορροπία που προκαλείται από την εκτός “ορίων” πράξη. Ο νεαρός Φέρντιναντ, ερωτευμένος που λειτουργεί ενστικτωδώς, εγκλωβίζοντας την παρόρμηση στην περιοριστική γυάλινη σφαίρα της “λογικής” και της σύμβασης. Ο Λέοπολντ, η Αγάθη, η μητέρα, όλοι ορμώμενοι από μια αγνή κινητήρια δύναμη, την αγάπη, βάζουν τα κάγκελα που φυλακίζουν το μυαλό του Φέρντιναντ. Γιατί; Γιατί η κοινωνική σύμβαση συχνά υπερισχύει. Γιατί η ζωή εκτός του πλαισίου που επικρατεί χαρακτηρίζεται περιθώριο και δημιουργεί συναισθηματικά και πρακτικά προβλήματα. Λύτρωση; Η αποκάλυψη της αλήθειας την τελευταία στιγμή. Η διαφορά με την αρχαία ελληνική τραγωδία είναι ότι την τραγικότητα οι ήρωες και οι αναγνώστες την βιώνουν ταυτόχρονα.

δ) Η νουβέλα με τον ομώνυμο τίτλο όμως είναι η μεγάλη έκπληξη. Ένα εξαιρετικό κείμενο, δομημένο αριστοτεχνικά. Οι χαρακτήρες είναι αντιφατικά υπέροχοι. Η ατμόσφαιρα ιδιαίτερη και η γραφή δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στο ρεύμα του ρομαντισμού. Τον υπερβαίνει.
Πρόκειται για μια νουβέλα σφιχτή. Γεμάτη με τα θεμελιώδη προβλήματα της εποχής στην οποία διαδραματίζεται, αλλά παράλληλα ίπταται σε ένα διαχρονικότερο επίπεδο.
Αγκαθωτά πλέγματα γύρω από την εσωτερική αναζήτηση του ήρωα, η οικονομική και κοινωνική επιφάνεια, η δύναμη, η αντίθεση του συναισθήματος με το κοινωνικά ζητούμενο.
Μια καφκική ιστορία, εκατό χρόνια πριν τον θεμελιωτή της καφκικής άποψης. Μέσα από τις σελίδες αυτής της νουβέλας έζησα πάλι τον “Πύργο”, το “Κτίσμα”… Ο επιφορτισμένος με την φύλαξη της σκάλας που ζει το δικό του δράμα, τη δική του φυλακή στον ειδικό του σκοπό. Ζητά την τυφλή και αδιαμφισβήτητη αγάπη και αφοσίωση, ενώ ο ίδιος αποκρύπτει την αλήθεια από την αγαπημένη του “για το καλό της” και κυρίως για αυτή καθαυτή ΤΗΝ σκάλα. Ζει μέσα στην περίμετρο της υπόθεσης αλλά βιώνει την ίδια την απομόνωση από αυτή, μέσα από τον μικρό του κλωβό.
Δυνατός χαρακτήρας εμφανίζεται η υπηρέτρια που ακολουθεί το ζευγάρι στο φευγιό του και ξενοδουλεύει για να στηρίξει τον αφέντη της. Η απόδειξη της πλήρους και αδιάλλακτης αφοσίωσης. Η αποδοχή χωρίς αμφισβήτηση και χωρίς ενδοιασμούς. Το κίνητρο είναι το χρέος και το συναίσθημα, ενώ οι εναλλακτικές σχεδόν δεν υπάρχουν στο δικό της μυαλό.
Και βέβαια το “εργαλείο” της εξέλιξης, γίνεται ένα βιβλίο και ένα χειρόγραφο τα οποία διασταυρώνουν τους δρόμους τους με τους ήρωες στη διάρκεια της ανάγνωσης.
Η νουβέλα τελειώνει (πρωτοφανώς) με μια χροιά αισιοδοξίας (σήμερα θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε και happy end) και με ένα φιλοσοφικό ερώτημα:
Ποιο είναι άραγε το νόημα της ανθρώπινης ζωής, των αναγκαίων, των περιττών και των μυστηρίων της;
Και πώς τελικά καταφέρνει ο Λούντβιχ Τηκ να μας κάνει ακριβώς αυτή την ίδια ερώτηση σε όσα έργα εξετάσαμε ως τώρα κινούμενος σε διαφορετικά χωράφια, σε διαφορετικά σκηνικά, σε αντιφατικούς χαρακτήρες και καταστάσεις συντηρώντας το ίδιο δίπολο: συναίσθημα ενάντια στην σύμβαση;
Και έτσι επιβεβαιώνεται και ο ρομαντισμός: Ο άνθρωπος και το συναίσθημα στο επίκεντρο. Μόνο που ο Τηκ αναφέρει και τις συνέπειες ως αμοιβή ή τιμωρία -συνήθως το δεύτερο.

Εκπληκτικό δε, είναι το επίμετρο της Κατερίνας Μητραλέξη όσο και αυτό της Έλενας Νούσια, που αμφότερα μας βάζουν όχι μόνο στο πνεύμα του ίδιου του συγγραφέα αλλά και στην ουσία του Ρομαντισμού ως ρεύμα, περιγράφοντας ταυτόχρονα τις προεκτάσεις του.
Θεωρώ ότι στάθηκα πολύ τυχερή να έχω διαβάσει αυτό το βιβλίο και να το συζητώ με τους υπολοίπους συμμετέχοντες στην αναγνωστική μας λέσχη.
Β. Μανουσαρίδου
(μέλος της λέσχης)

Με τρόμο συνειδητοποίησε πως εξισώνοντας την ύπαρξή του, όπως είχε ήδη κάνει, με τους νεκρούς, είχε αποκοπεί από τους ζώντες. Απογυμνωμένος από κάθε γήινη ελπίδα, κατέληξε όσο φτωχός και όσο θνητός όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή του.

[…]  Είναι πολλές οι φορές που η περιγραφή είναι τόσο ζωντανή και πολύχρωμη, που εάν πάρεις ένα πινέλο μπορείς να αποτυπώσεις ζωγραφικά την όλη σκηνή. Τα γεγονότα στις ιστορίες του έχουν κλιμάκωση, από την δολοφονία του μωρού, που σε παραπέμπει σε τελετές μαύρης μαγείας και κυνήγια μαγισσών, στην ηρεμία της χώρας των ξωτικών και την γαλήνη, όπου όμως επέρχεται η τιμωρία μόλις η κοινή θνητή αποκαλύψει το μυστικό τους. Εδώ θυμίζει αποσπάσμα από την ελληνιστική ποίηση, συγκεκριμένα την τιμωρία -τύφλωση του Τειρεσία από την Θεά Αθηνά, όταν αυτός την είδε γυμνή να παίρνει το λουτρό της με την Χαρικλώ τη μητέρα του. Η Θεά τον τιμώρε γιατί παρέβη τον άγραφο νόμο ότι ουδείς θνητός μπορεί να δει τους Θεούς παρά μόνο εάν εκείνοι το θελήσουν. Η ιστορία με το κύπελο μας μεταφέρει στον κόσμο της μαντείας και με πρωταγωνιστή το κύπελο ξανασυναντιόνται χρόνια μετά οι δύο ερωτευμένοι που είχαν χωρίσει τόσο άδοξα, πολλά χρόνια πριν. Και στο τέλος, η αγάπη του ζευγαριού, το “αγαπώ” τους, κλεισμένο ερμητικά πίσω από τους τοίχους οτυ σπιτιού, αποκομμένοι στο τέλος στον επάνω όροφο, αυτοί και το “αγαπώ” τους! Και εδώ η κορύφωση φτάνει με την εμφάνιση του πλούσιου φίλου ο οποίος τους βγάζει από την δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει.
Γρηγόρης Καραθανάσης
(μέλος της λέσχης)

 

Ο Λούντβιχ Τηκ υπήρξε ένας μορφωμένος συγγραφέας, μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας και Συλλέκτης Παραμυθιών. Ενδεχομένως αυτό καθαυτό να μας εξηγεί τον τρόπο που επιλέγει (μαζί με τους υπόλοιπους ρομαντικούς) να μας αφηγηθεί τις ιστορίες του. Αλλά και το παραμύθι παίρνει τη νεώτερη μορφή τους από τους ρομαντικούς της κεντρικής Ευρώπης.

Γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1773 ενώ πέθανε το 1853 σχεδόν στην περίοδο της δύσης του ρομαντισμού και της ανάδυσης του ρεαλισμού.
Φοίτησε σε διαφορα πανεπιστήμια μεταξύ των οποίων και το Πανεπιστήμιο του Γκετινγκεν πόλη στην οποία υπάρχει και το Ινστιτούτο Γκαίτε.
Ανάμεσα στις σημαντικές του μεταφράσεις είναι και ο Δον Κιχώτης.΄
Έφυγε σε μεγάλη ηλικία έχοντας υποστεί μεγάλες απώλειες αφήνοντας όμως ένα τεράστιο έργο.

Υπήρξε πολυγραφότατος και ένας από τους βασικούς θεμελιωτές του Γερμανικού Ρομαντισμού.
Έργα του:

1795, Αμπνταλλάχ
1795-1796, Μια ιστορία χωρίς περιπέτειες, 2 τόμοι, (με το ψευδώνυμο Πέτερ Λέμπρεχτ)
1795-1796, Η ιστορία του κυρίου Γουίλιαμ Λόβελ, 3 τόμοι
1797, Φιλολογική επιμέλεια της συλλογής Ξεχειλίσματα καρδιάς ενός φιλότεχνου μοναχού του Χάινριχ Βάκενροντερ
1797, Οι Επτά Σύζυγοι του Κυανοπώγωνα. Μια αληθινή οικογενειακή ιστορία. (Με το ψευδώνυμο Γκότλιμπ Ντάγερ)
1797, Λαϊκά παραμύθια, 3 τόμοι
1797, Η ιστορία αγάπης της όμορφης Μαγκαλόνα και του Πέτρου, κόμη της Προβηγκίας
1798, Οι περιπλανήσεις του Φραντς Στέρνμπαλντ, 2 τόμοι
1799, Επιμέλεια του έργου Στοχασμοί περί τέχνης, για τους λάτρεις της τέχνης του Χ. Βάκενροντερ
1799, Ο Πρίγκιπας Τζερμπίνο, ή το ταξίδι με το καλό γούστο
1799-1800, Ρομαντικά λογοτεχνήματα, 2 τόμοι
1801, μετάφραση του Δον Κιχώτη
1802-1804, Ο αυτοκράτορας Οκταβιανός
1811, Παλαιό αγγλικό θέατρο, 2 τόμοι
1812-1816, Φαντάζους, 3 τόμοι
1821-1823, Ποιήματα, 3 τόμοι
1826, Δραματουργικά φύλλα, 2 τόμοι, (1852, 3ος τόμος)
1826, Η εξέγερση των Σεβεννών
1828, Ο γέρος του βουνού
1828, έκδοση των Απάντων του ποιητή Τζάκομπ Μίκαελ Ρέινολντ Λεντς, 3 τόμοι
1829, Το μαγεμένο κάστρο
1831, Ο υπνοβάτης
1831, Η εμποροπανήγυρη
1831, Η σύναξη των μαγισσών
1833, Ένα καλοκαιρινό ταξίδι και Ο θάνατος του ποιητή
1836, Ο νεαρός ξυλουργός, 2 τόμοι
1839, Η αφθονία της ζωής
1839, ολοκληρωμένη έκδοση όλων των δραμάτων του Σαίξπηρ, 12 τόμοι
1840, Βιττόρια Ακκορομπόνα, 2 τόμοι
1846, έκδοση των Απάντων του Νοβάλις και του Κλάιστ
1848-1852, Κριτικό έργο, 4 τόμοι
1855, Μεταθανάτια γραπτά. Επιμέλεια και σταχυολόγηση από τον Ρούντολφ Καίπκε, 2 τόμοι

Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν τα:
Ο ΞΑΝΘΟΣ ΕΚΜΠΕΡΤ – ΤΟ ΡΟΥΝΕΝΜΠΕΡΓΚ και
ΟΙ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Posted on

ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΚΟΟΥ, Τι ωραίο Πλιάτσικο (από την αναγνωστική μας λέσχη)

“Τι ωραίο πλιάτσικο” – Τζοναθαν Κόου

Πλιάτσικο Ετυμολογία: < αλβανική plaçkë (=λάφυρο) < σλαβική pljatška
Πλιάτσικο είναι μια κατάσταση η οποία λαμβάνει χώρα σε επιχειρήσεις, σε σπίτια ή γενικά οπουδήποτε υπάρχει πλούτος. Ουσιαστικά είναι η λεηλασία, η οποία συντελείται με την αρπαγή του πλούτου ή πολύτιμων αντικειμένων από σπίτια και μαγαζιά. Δηλαδή πρόκειται για μια μορφή κλοπής, καθώς κάποιος αφαιρεί κάτι που δεν του ανήκει από κάποιον άλλο.

“What a Carve Up!” Αυτός είναι ο πρωτότυπος τίτλος του Βιβλίου “Τι ωραίο Πλιάτσικο” όπως εξαιρετικά μεταφράστηκε από την Τρισεύγενη Παπαϊωάννου στα ελληνικά.
O ιδιωματισμός to carve up (ρ) ή a carve up (ου) στα ελληνικά σημαίνει η δια τεχνικών ή μεθοδεύσεων αποφυγή, απόρριψη, η περιθωριοποίηση μέσω διάσπασης, διαχωρισμού, κατακρεούργησης.

Σαν τίτλος, εννοεί την εφαρμογή της πολιτικής που επιδιώκει την επικράτηση του κεφαλαίου, έναντι των παραγωγικών μαζών που μπορεί να αποτελούνται τόσο από ιθαγενείς όσο και από μετανάστες, με οικονομικές και επιχειρηματικές εφαρμογές που καταλύουν μοντέλα και ήθη, τη “μετάλλαξη” δηλαδή του καπιταλισμού.
Η Βρετανία γνωρίζει τρομαχτικές διακυμάνσεις στα χρόνια που διαδέχονται τον Β’.Π.Π.
Γνωρίζει την αγωνία για ανασυγκρότηση, τις συντηρητικότερες κυβερνήσεις, τις πιο άκαμπτες κοινωνικές και οικονομικές κάστες, τον ψυχρό πόλεμο από την πλευρά των “σωστών” (δεξιών) (rights -ορισμός που προέρχεται από τη θέση των εδράνων στο κοινοβούλιο), των συντηρητικών δηλαδή, αλλά και “εργατικές” κυβερνήσεις, τις μεγαλύτερες αντιδράσεις και αναβρασμούς στη συνειδητή εργατική τάξη, που παρόλο τον συντηρητισμό στον οποίο έχει γαλουχηθεί, αντιδρά έντονα, όμως τελικά παγιδεύεται. Παγιδεύεται σε φαινομενικές καταστάσεις, ή σε πλάνα στα οποία δεν κατάφερε να αντιληφθεί εγκαίρως και να αντιδράσει αποτελεσματικά.
Στο κεφάλαιο του Χένρι, διαβάζουμε:
19 Ιουνίου 1970
Λοιπόν, χάσαμε και καλά να πάθουμε. Τώρα η χώρα θα αποκτήσει την πιο αδιάλλακτη μεταπολεμική κυβέρνηση, κι αυτό είναι καλό. Ο κόσμος θα βγει από την κτηνώδη μακαριότητά του.

Γνώρισα αυτή ακριβώς την Αγγλία, αυτόν τον απόηχο της τραγικής εδαφικής και οικονομικής αυτοκρατορίας που κατέρρευσε αλλά δεν το έμαθε ποτέ. Ο μεγάλος αποικιοκράτης γίγαντας είχε αρχίσει να νιώθει ένα ελαφρύ τρέμουλο στα πόδια. Μια Αγγλία¹ που έκρυβε της πληγές της λαβωμένης της υπερηφάνειας, ταυτόχρονα είχε μόλις αποφασίσει εκ νέου να εκμεταλλευτεί τα “ξένα” (τι ξένα; κόσμος από τις αποικίες και τα προτεκτοράτα ήταν..) εργατικά χέρια, που είχε τσακίσει τις λαϊκές εξεγέρσεις στο εσωτερικό (ανθρακωρύχοι, ναυτεργάτες, σιδηροδρομικοί, ταχυδρομικοί) με όποιο κόστος. Αυτή η Αγγλία συνέχιζε όχι απλώς και μόνο να καταπιέζει και να απομυζά τις έξι κομητείες της Β. Ιρλανδίας, αλλά να διεξάγει “ιερό πόλεμο” με τους Καθολικούς που ζητούσαν αποτίναξη του Αγγλικού ζυγού και αυτοδιάθεση με ένοπλο αντάρτικο στρατό (ΙΡΑ)².

Η Θάτσερ, λειτούργησε για την Βρετανία όπως σχεδόν ο Χίτλερ για την Γερμανία. Επούλωσε φαινομενικά το πληγωμένο εθνικό και κοινωνικό γόητρο της κυρίαρχης αυτοκρατορίας που είχε εξαπλωθεί σε όλο τον πλανήτη και καθόριζε τις τύχες του κόσμου, όταν ξαφνικά βρέθηκε να πρέπει να απολέσει ένα μεγάλο μέρος τόσο των οικονομικών της προνομίων όσο και του είδους της εδαφικής της επικυριαρχίας. Υπήρξε αδιάλλακτη και σκωπτική απέναντι στα νεωτεριστικά ρεύματα, περιθωριοποίησε τη διαφορετικότητα (κίνημα του Punk κλπ) στην τέχνη και την νεολαία. Κέρδισε έναν πόλεμο (στα νησιά Φώκλαντ), χρησιμοποίησε φαινομενικούς εχθρούς (Σαντάμ) συμμετέχοντας σε πύρρειους νίκες δήθεν κατά της τρομοκρατίας. Στην ουσία βέβαια, ακόμα και στην νέα τάξη πραγμάτων η χώρα δεν βρέθηκε χαμένη, ο κόσμος όμως και οι τάξεις από μεσοαστική και πάνω, ένιωσαν να πληγώνονται και να υποβαθμίζονται, ενώ τα κατώτατα στρώματα συνέχισαν να υφίστανται την ίδια κοινωνική και οικονομική υποβάθμιση.
Λέει στο “Πλιάτσικο” δίνοντας ίσως με τον καλύτερο τρόπο έναν ευστοχότατο χαρακτηρισμό για την Θατσερική εξωτερική πολιτική:
“Τους πουλάμε όπλα και μετά τους τιμωρούμε που τα χρησιμοποιούν”.

Χαρακτηριστικοί οι στίχοι του αντιπολεμικού Final Cut των Pink Floyd:
Brezhnev took Afghanistan.     –            Ο Μπρέζνιεφ πήρε το Αφγανιστάν³
Begin took Beirut.                      –            Ο Μπέγκιν τη Βηρυτό³a
Galtieri took the Union Jack.  –             Ο Γκαλτιέρι πήρε την Αγγλική Σημαία³b
And Maggie, over lunch one day,  –      και η Μάγκι στο μεσημεριανό γεύμα πήρε την απόφαση,
Took a cruiser with all hands.        –      να βουτήξει ένα καταδρομικό
Apparently, to make him give it back – με σκοπό να τον αναγκάσει να την επιστρέψει.
What have we done, Maggie what have we done – Τι έχουμε κάνει, Μάγκι τι έχουμε κάνει
What have we done to England…       –  στην Αγγλία;
Should we shout, should we scream – Να φωνάξουμε, να ουρλιάξουμε
What happened to our post war dream? – Τι απέγινε το μεταπολεμικό μας όνειρο;
Oh Maggie what have done?    –           Αχ, Μάγκι τι κάναμε;
Roger Waters

Το κοινοπολιτειακό καθεστώς όμως, χρησιμοποίησε ωμή αστυνομική βία για να δώσει στους ¨σοσιαλιστές” να καταλάβουν ποιος είναι το αφεντικό, και να κάνει σαφές ότι η χώρα θα ακολουθήσει καπιταλιστική πορεία με ό,τι αυτό συνεπάγεται. (Ας μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση Θάτσερ στήριξε τον Πινοσέτ). Πολύ σωστά ο Κόου περιγράφει την “άρχουσα” τάξη με ευρηματικό χιούμορ. Στήνει μια οικογένεια που κάθε μέλος της αντιπροσωπεύει όλες τις δραστηριότητες στις οποίες είχε επιδοθεί η Βρετανία και οι σύμμαχοί της στην ψυχροπολεμική περίοδο. Εμπόριο όπλων, αντικατασκοπία, παραπλάνηση και χειραγώγηση μέσω των ΜΜΕ, τρελές αγελάδες και φαγητά αμφιβόλου ποιότητας, συντηρητική άσκηση εξουσίας, καταστολή προοδευτικών ή λαϊκών δυνάμεων ακόμα και με τα όπλα… κοινώς: βία και οικονομική διαπλοκή.

Στη σελίδα 75, σε δύο παράλληλες στήλες παρατίθεται κείμενο που η δημοσιογράφος κυρία Γουίνσο (η οποία αμειβόταν -όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο συγγραφέας- με ποσό εξαπλάσιο του μισθού ενός πτυχιούχου καθηγητή ή οκταπλάσιο του μισθού μιας νοσοκόμας του Εθνικού Συστήματος Υγείας) έγραψε όταν βρισκόταν σε διαφορετική “πολιτική φάση” με τέσσερα χρόνια απόσταση το ένα από το άλλο, όπου το ίδιο γεγονός ανακατασκευάζεται ώστε να εξυπηρετήσει την ακριβώς αντίστοιχη πολιτική τάση.

Ο Κόου είναι λίγο “Ταραντινικός”. Σουρεαλιστικές περιγραφές προσώπων και καταστάσεων κάνουν τον αναγνώστη να αμφιταλαντεύεται μεταξύ έκπληξης και διασκέδασης, γέλιου και τρόμου. Το φοβερό του μαύρο, βρετανικό χιούμορ είναι σαν μαστίγιο. Αν για εμάς είναι “τσουχτερό” για τους ίδιους τους Άγγλους είναι εύστοχο, και λειτουργεί σαν απολύτρωση ή αποδοχή, μια που άσχετα με το τι προβάλουν προς τα έξω ή τι έχουν αποφασίσει να ακολουθήσουν έχουν πλήρη συναίσθηση και συνείδηση (τουλάχιστον στις προηγούμενες δεκαετίες) του οικονομικού, κοινωνικού και εθνικού τους στάτους. Οι Άγγλοι έχουν ταξική συνείδηση και σέβονται, στηρίζουν και τιμούν την τάξη τους, όποια κι αν είναι αυτή. Ο Κόου τους ξεγυμνώνει. Γράφει με τέτοιο τρόπο, που ο μη Βρετανός, ανυποψίαστος αναγνώστης δεν θα παρατηρήσει καν την ειρωνεία και τον σαρκασμό, τουλάχιστον στην αρχή. Μερικές φορές θα νομίσει ότι “αυτή η αντίθεση” του είναι αδιανόητη και “δεν κολλάει”. Όμως είναι το παιχνίδι του ταλαντούχου συγγραφέα ο οποίος χειρίζεται με εξαιρετική μαεστρία όλα τα εκφραστικά μέσα που του παρέχει η ευρηματική γλώσσα του. Παράλληλα ο Βρετανός κατανοεί, αποδέχεται, εναντιώνεται, μια που το επίπεδο της αυτογνωσίας και του αυτοσαρκασμού του είναι ιδιαιτέρως υψηλό. Ο Τζόναθαν Κόου είναι η όψη του νομίσματος “σάτιρα και σαρκασμός” που στην άλλη πλευρά του απεικονίζεται ο Τομ Ρόμπινς. Αυτό που στον Ρόμπινς είναι προφανές και ευδιάκριτο (vulgarly overt), στον Κόου δουλεύει σε δεύτερο επίπεδο, λίγο πιο τεχνικά, υποσυνείδητα και ήπια, αλλά ουσιαστικά καυστικά.

Στις σελίδες και στους χαρακτήρες του “Πλιάτσικου” μερικές φορές νομίζουμε ότι βλέπουμε τον Μίστερ Μπιν, αλλά βλέπουμε και τις διαβολικές φάτσες των Μπλερ και Θάτσερ, ενώ το πρόσωπο του Χάρολντ Ουίλσον των εργατικών είναι παρελθόν, μια ξεθωριασμένη ανάμνηση. Σήμερα γνωρίζουμε καλά ότι το κεφάλαιο και οι λογαριασμοί που ανοίγει ο Κόου με αυτή την περίοδο της Βρετανικής ιστορίας, που ο ίδιος πριν λίγα χρόνια υποστήριξε ότι κλείνει με το 11, στην ουσία ολοκληρώνεται με το Μπρέξιτ και τη”Μέση Αγγλία”.
Το βιβλίο αυτό είναι μια δριμεία και σε βάθος κριτική για το πώς “εγκαταστάθηκε” ο καπιταλισμός και “μεταλλάχθηκε” στον παραπλανητικό και ηχητικά ανώδυνο “νεοφιλελευθερισμό”. Ο Κόου χρησιμοποιεί μια υπόθεση αστυνομικού θρίλερ -ο ίδιος εραστής του απρόβλεπτου και θαυμαστής του “Αγκαθα-Κριστισμού” – ώστε να φτάσει στο στόχο του. Ένα θρίλερ όπου οι πρωταγωνιστές θα μπορούσαν να μπαινοβγαίνουν στις σελίδες του βιβλίου χέρι με χέρι με τον Ηρακλή Πουαρό.

Είναι ένα σαγκά που ακολουθεί την πορεία της οικογένειας Γουίνσο από την 30η Νοέμβρη 1942, όπου το μέλος της, Γκόντρφρι Γουίνσο -ένα από τα τέσσερα αδέρφια-, αεροπόρος της ΡΑΦ, χάνεται με το αεροπλάνο του και δηλώνεται ως καταρριφθής εκ των Γερμανών, πράγμα που από κάποιο μέλος της οικογένειάς του, αμφισβητείται. Το μέλος αυτό, -η υπερευαίσθητη ψυχικά και νοητικά “γεροντοκόρη”, αδερφή Ταμπίθα-, ενώ παρουσιάζει διαταραχές, είναι μάλλον το πιο ψύχραιμο άτομο όσο αφορά την αντίληψη των πραγμάτων και των χαρακτήρων της οικογένειας. Αυτή λοιπόν σε προχωρημένη ηλικία, προσλαμβάνει τον αφηγητή-συγγραφέα Μάικλ Όουεν να γράψει την ιστορία της οικογένειάς της. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια συμμορία τύπου μαφιόζικης Σιτσιλιάνικης οικογένειας αλλά στο πιο φλεγματικό. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, όποια μεθόδευση κι αν διακρίνεις, όποιος θάνατος-φόνος δεν μοιάζει και τόσο αθώος, κάποιος Γουίνσο είναι από πίσω. Πουλάνε, αγοράζουν, περιουσίες, επιχειρήσεις, ζωές…. Μεθοδεύουν την παραπλάνηση της κοινής γνώμης και αφαιρούν τα δημόσια κοινωνικά αγαθά με ιδιωτικοποιήσεις (που μελλοντικά θα αποδειχτούν άστοχες και αναποτελεσματικές), συγχωνεύσεις κι όλων των ειδών τα οικονομολογικά τερτίπια που συνήθως ξεκινούν από το Σίτι.
«Δεν υπάρχει λόγος να περνάς μια σκανδαλώδη νομοθεσία και μετά να δίνεις στους άλλους το χρόνο να προετοιμαστούν. Πρέπει να παρεμβαίνεις αμέσως και να την επικαλύπτεις με κάτι ακόμα χειρότερο, προτού η κοινή γνώμη προλάβει να καταλάβει το κακό που τη βρήκε».
Πάγια πρακτική των αδιαφανών και ανειλικρινών κυβερνήσεων σε συνεργασία με τα ξεπουλημένα ΜΜΕ: Ντόρος για δήθεν σκάνδαλα, στροφή του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης σε συγκεκριμένα ανούσια ζητήματα που όμως φανατίζουν, λίγο πριν τα κοινοβούλια ψηφίσουν άδικους, αντιλαϊκούς και κατασταλτικούς νόμους.

Εντυπωσιακός είναι ο τρόπος που επιλέγει ο Κόου να αναδείξει το πώς κάθε νέα γενιά Γουίνσο, από το στάδιο της αφέλειας, περνά στο στάδιο της ένοχης πονηρής συνωμοσιακής συνενοχής. Διαβάζοντας π.χ. τα ημερολόγια του Χένρι, φαίνεται το πέρασμα από την ανέμελη εφηβεία, στο στάδιο της μύησης στην τάξη και την οικογένεια. Η φρίκη του πολέμου δεν θα αγγίξει τον Χένρι. Θα μάθει στην πορεία για αυτό. Εντάσσεται μεν σε έναν στρατό, αλλά αυτός δεν είναι ο στρατός που πολεμά σε χαρακώματα. Είναι αυτός που καθορίζει τα πάντα, απλά γιατί μπορεί. Το κάνει χωρίς λύπη, δεύτερες σκέψεις, αναστολές και δισταγμούς.

Το βιβλίο για τον συγγραφέα του, είναι ένα παιχνίδι σημειολογίας. Ο Κόου, κατάφερε να εντάξει πολλά στοιχεία από την ομώνυμη ταινία του Πατ Τζάκσον του 1961, μια κωμωδία τρόμου η οποία “πρωταγωνιστεί” στο βιβλίο, αφού ο συγγραφέας-αφηγητής Μάικλ Όουεν εμφανίζεται να την παρακολουθεί ξανά και ξανά στα παιδικά του χρόνια, ενώ το τελευταίο μέρος του βιβλίου, ακολουθεί την πλοκή της ταινίας. Στην πραγματικότητα, εκτός από πηγή έμπνευσης , είναι ένας άξονας γύρω από τον οποίο αναπτύσσεται ελικοειδώς σαν DNA η υπόθεση του βιβλίου.

Ξαναδιαβάζοντας το “πλιάτσικο” δέκα χρόνια μετά από την πρώτη ανάγνωση, λόγω της ενασχόλησης της αναγνωστικής μας λέσχης με αυτό, μένω εκστατική.
Οι λόγοι είναι δύο:
Πρώτα, επιβεβαιώνω το πόσο μεγάλος συγγραφέας είναι ο Κόου, και αυτό φαίνεται σε ετούτο, ένα από τα πρώιμα μυθιστορήματά του. Επίσης, αναγνωρίζω το μεγαλείο του, ως πολιτικό και κοινωνικό ον, με λόγο και έκφραση, με φοβερή οξυδέρκεια και ξεκάθαρη σκέψη και μάλιστα σε μια χώρα όπως είναι η Βρετανία.
Δεύτερον, νιώθω ανατριχίλα στη ραχοκοκκαλιά μου και μόνο αναγνωρίζοντας τις πρακτικές και τις μεθοδεύσεις των οικονομικών συστημάτων ακόμα από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ενώ κάποιες -θα μπορούσε κανείς να πει- θεατρικές σκηνές στον πλανήτη, επαναλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο, με το ίδιο μένος, με τις ίδιες μεθόδους, απλά με ανανεωμένα εργαλεία. Αυγανιστάν, Ιράκ, Σαντάμ, Καντάφι, πετρελαϊκό ζήτημα, τρελές αγελάδες, Χιλή, Πινοσέτ, Αργεντινή, αλλά και Συρία, Βολιβία, Ισραήλ, Κουρδικό ζήτημα, Brexit, Monsanto και η Σιβηρία και o Αμαζόνιος στις φλόγες…
Σε ποιο έργο θεατής; Με φρίκη διαπιστώνω την αντικειμενοποίηση του ανθρώπου, την μετατροπή του σε μηχανή σίτισης του κεφαλαίου και ο Κόου τα έχει πει όλα, με αφορμή τις υποψίες μιας μισότρελης γηραιάς γεροντοκόρης για το θάνατο του αδερφού της…
Το “Τι ωραίο Πλιάτσικο” είναι αντικειμενικά ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Εικοσιπέντε χρόνια μετά την συγγραφή του, παραμένει επίκαιρο, δυνατό και ζωντανό. Ένα μυθιστόρημα για το πρόσφατο παρελθόν και για το σήμερα, για τον κάθε αναγνώστη που έχει τα μάτια και τα αυτιά του μυαλού του ανοιχτά.

Για την Αναγνωστική Λέσχη ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ,
Β. Μ..

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1. Μιλώντας για Αγγλία και όχι Βρετανία εννοούμε τον κεντρο-νοτιο-ανατολικό κορμό της χώρας, αφού οι Σκώτοι, οι Ουαλοί και οι Βοριοϊρλανδοί αντιμετώπιζαν πολύ διαφορετικά το νέο για αυτούς συχνά τρομαχτικό πρόσωπο της Νέας Βρετανίας. Άλλωστε αυτοί υπήρξαν πάντοτε “κατακτημένοι”.

2. Μετά από δεκαετίες αντιθέσεων και ένοπλου αγώνα, θάνατος του Μπόμπι Σαντς (Ρόμπερτ Τζέραρντ Σαντς ) στις φιλακές Μέιζ μετά από γενικευμένη απεργία πείνας το 1981. Οι απεργοί πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλον και συγγενείς και πολιτικοί κύκλοι ζήτησαν από την Θάτσερ να διαπραγματευτεί με τους κρατούμενους. Η απάντησή της ήταν: “Ένα έγκλημα, είναι ένα έγκλημα.” Ο Μπόμπι Σάντς, ο οποίος είχε οριστεί αρχηγός του ΙΡΑ πέθανε μετά από 66 ημέρες απεργίας. Ο θάνατός του όμως, έκανε τον κόσμο να δει αυτή τη μεριά του κόσμου με διαφορετικό μάτι.

3. Το Δεκέμβρη του 1979 οι Ρώσοι εισβάλουν στο Αφγανιστάν, εκθρονίζουν τον πραξικοπηματία Αμίν και εγκαθιστούν στην εξουσία τον Μπαμπράκ Καμάλ, ένα άβουλο ανδρίκελο.

3a. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μεναχέμ Μπέγκιν ηγήθηκε των Ισραηλινών επιθέσεων στη Συρία.

3b. Ο Στρατηγός Λεοπόλντο Γκαλτιέρι ήταν ο ηγέτης της Χούντας της Αργεντινής – μια από τις σκληρότερες στην ιστορία- θεώρησε ιστορική ευκαιρία να ανακατάλβει τα νησιά Φώκλαντ και να αποκαταστήσει την αδικία που έκαναν στη χώρα του οι Βρετανοί το 1833.

Posted on

Λέσχη ανάγνωσης 2019-2020

Η περίοδος που θα απασχολήσει τη λέσχη μας για αυτή την σεζόν, είναι το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

Πρόκειται για την περίοδο που στην ουσία ωριμάζει και αλλάζει η λογοτεχνία, έχοντας περάσει πολλές δοκιμασίες σε κοινωνικό και ιστορικό επίπεδο.

Η Ελλάδα συνεχίζει να υφίσταται τρομαχτικές αλλαγές, τόσο στο κοινωνικοπολιτικό στάτους, όσο και στη γλώσσα. Στα σχολεία, σε μια διάρκεια 50 ετών έχει διδαχθεί η καθαρεύουσα, η απλή καθαρεύουσα, η δημοτική, η Νέα Ελληνική. Μάθαμε να γράφουμε και να διαβάζουμε με πολυτονικό σύστημα, μετά με μονοτονικό, ενώ φτάνουμε στην ορθογραφική απλοποίηση του τέλους της δεκαετίας του 1990. Παρόλα αυτά, η περίοδος έχει να επιδείξει μια εξαιρετικής ποιότητας και αξίας λογοτεχνία και στον πεζό λόγο, που θα μας απασχολήσει, και αποτελεί μια ουσιαστική επανάσταση στην τέχνη της γραφής και στη θεματολογία. Παγκοσμίως εμφανίζονται λογοτέχνες που καταγράφουν με μάτι ψύχραιμο και έμπειρα κριτικό το παρόν και το παρελθόν, με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ας μην ξεχνάμε ότι τα χρόνια αυτά κυλούν στον απόηχο των σημαντικότερων γεγονότων του πλανήτη: 2 παγκόσμιοι πόλεμοι, χούντες, επαναστάσεις, αλλά και ρηξικέλευθες εξελίξεις στη γλώσσα και την επιστήμη. Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί ις επιστήμες σε καθημερινή εφαρμογή, φτάνει στο φεγγάρι, αρχίζει να κάνει άλματα στην ιατρική, να αποκαλύπτει μυστικά χιλιετιών στη φυσική ή την βιολογία αλλά ταυτόχρονα ταλανίζεται από κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα. Οι ιδεολογίες πέφτουν, ο χάρτης αλλάζει, τα οικονομικά συστήματα επιβάλουν νέα ήθη και τρόπους ζωής, νέες συνήθειες. Ο σύγχρονος άνθρωπος πλέον, πληροφορείται, μαθαίνει, σπουδάζει και κρίνει ακόμα και την ιστορία διαφορετικά.

Αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο η φετινή μας λέσχη θα καταδυθεί, θα αναδυθεί, θα γευθεί και θα γνωρίσει λογοτεχνικά αυτό που για μας αποτελεί κοινό παρελθόν, εφηβεία, περίοδο απελευθέρωσης, άνοιγμα του κόσμου στο διάστημα ακόμα, αλλά και εποχή ανατροπών, πολέμων και επαναστάσεων.

Με πολύ χαρά περιμένουμε να κάνουμε όλες αυτές τις ανακαλύψεις συντροφιά.
Από τις 23 Σεπτεμβρίου ξεκινάμε τα ταξίδια μας και σας περιμένουμε ως συνεπιβάτες και συν-αναγνώστες.

Ευχή για όλους μας, μια καλή αναγνωστική περίοδος γεμάτη συγκινήσεις.

Δείτε το πρόγραμμα και την αίτηση συμμετοχής:

ΑΙΤΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

Λέσχη ανάγνωσης 2019