Posted on

ΤΖΟΝΑΘΑΝ ΚΟΟΥ, Τι ωραίο Πλιάτσικο (από την αναγνωστική μας λέσχη)

“Τι ωραίο πλιάτσικο” – Τζοναθαν Κόου

Πλιάτσικο Ετυμολογία: < αλβανική plaçkë (=λάφυρο) < σλαβική pljatška
Πλιάτσικο είναι μια κατάσταση η οποία λαμβάνει χώρα σε επιχειρήσεις, σε σπίτια ή γενικά οπουδήποτε υπάρχει πλούτος. Ουσιαστικά είναι η λεηλασία, η οποία συντελείται με την αρπαγή του πλούτου ή πολύτιμων αντικειμένων από σπίτια και μαγαζιά. Δηλαδή πρόκειται για μια μορφή κλοπής, καθώς κάποιος αφαιρεί κάτι που δεν του ανήκει από κάποιον άλλο.

“What a Carve Up!” Αυτός είναι ο πρωτότυπος τίτλος του Βιβλίου “Τι ωραίο Πλιάτσικο” όπως εξαιρετικά μεταφράστηκε από την Τρισεύγενη Παπαϊωάννου στα ελληνικά.
O ιδιωματισμός to carve up (ρ) ή a carve up (ου) στα ελληνικά σημαίνει η δια τεχνικών ή μεθοδεύσεων αποφυγή, απόρριψη, η περιθωριοποίηση μέσω διάσπασης, διαχωρισμού, κατακρεούργησης.

Σαν τίτλος, εννοεί την εφαρμογή της πολιτικής που επιδιώκει την επικράτηση του κεφαλαίου, έναντι των παραγωγικών μαζών που μπορεί να αποτελούνται τόσο από ιθαγενείς όσο και από μετανάστες, με οικονομικές και επιχειρηματικές εφαρμογές που καταλύουν μοντέλα και ήθη, τη “μετάλλαξη” δηλαδή του καπιταλισμού.
Η Βρετανία γνωρίζει τρομαχτικές διακυμάνσεις στα χρόνια που διαδέχονται τον Β’.Π.Π.
Γνωρίζει την αγωνία για ανασυγκρότηση, τις συντηρητικότερες κυβερνήσεις, τις πιο άκαμπτες κοινωνικές και οικονομικές κάστες, τον ψυχρό πόλεμο από την πλευρά των “σωστών” (δεξιών) (rights -ορισμός που προέρχεται από τη θέση των εδράνων στο κοινοβούλιο), των συντηρητικών δηλαδή, αλλά και “εργατικές” κυβερνήσεις, τις μεγαλύτερες αντιδράσεις και αναβρασμούς στη συνειδητή εργατική τάξη, που παρόλο τον συντηρητισμό στον οποίο έχει γαλουχηθεί, αντιδρά έντονα, όμως τελικά παγιδεύεται. Παγιδεύεται σε φαινομενικές καταστάσεις, ή σε πλάνα στα οποία δεν κατάφερε να αντιληφθεί εγκαίρως και να αντιδράσει αποτελεσματικά.
Στο κεφάλαιο του Χένρι, διαβάζουμε:
19 Ιουνίου 1970
Λοιπόν, χάσαμε και καλά να πάθουμε. Τώρα η χώρα θα αποκτήσει την πιο αδιάλλακτη μεταπολεμική κυβέρνηση, κι αυτό είναι καλό. Ο κόσμος θα βγει από την κτηνώδη μακαριότητά του.

Γνώρισα αυτή ακριβώς την Αγγλία, αυτόν τον απόηχο της τραγικής εδαφικής και οικονομικής αυτοκρατορίας που κατέρρευσε αλλά δεν το έμαθε ποτέ. Ο μεγάλος αποικιοκράτης γίγαντας είχε αρχίσει να νιώθει ένα ελαφρύ τρέμουλο στα πόδια. Μια Αγγλία¹ που έκρυβε της πληγές της λαβωμένης της υπερηφάνειας, ταυτόχρονα είχε μόλις αποφασίσει εκ νέου να εκμεταλλευτεί τα “ξένα” (τι ξένα; κόσμος από τις αποικίες και τα προτεκτοράτα ήταν..) εργατικά χέρια, που είχε τσακίσει τις λαϊκές εξεγέρσεις στο εσωτερικό (ανθρακωρύχοι, ναυτεργάτες, σιδηροδρομικοί, ταχυδρομικοί) με όποιο κόστος. Αυτή η Αγγλία συνέχιζε όχι απλώς και μόνο να καταπιέζει και να απομυζά τις έξι κομητείες της Β. Ιρλανδίας, αλλά να διεξάγει “ιερό πόλεμο” με τους Καθολικούς που ζητούσαν αποτίναξη του Αγγλικού ζυγού και αυτοδιάθεση με ένοπλο αντάρτικο στρατό (ΙΡΑ)².

Η Θάτσερ, λειτούργησε για την Βρετανία όπως σχεδόν ο Χίτλερ για την Γερμανία. Επούλωσε φαινομενικά το πληγωμένο εθνικό και κοινωνικό γόητρο της κυρίαρχης αυτοκρατορίας που είχε εξαπλωθεί σε όλο τον πλανήτη και καθόριζε τις τύχες του κόσμου, όταν ξαφνικά βρέθηκε να πρέπει να απολέσει ένα μεγάλο μέρος τόσο των οικονομικών της προνομίων όσο και του είδους της εδαφικής της επικυριαρχίας. Υπήρξε αδιάλλακτη και σκωπτική απέναντι στα νεωτεριστικά ρεύματα, περιθωριοποίησε τη διαφορετικότητα (κίνημα του Punk κλπ) στην τέχνη και την νεολαία. Κέρδισε έναν πόλεμο (στα νησιά Φώκλαντ), χρησιμοποίησε φαινομενικούς εχθρούς (Σαντάμ) συμμετέχοντας σε πύρρειους νίκες δήθεν κατά της τρομοκρατίας. Στην ουσία βέβαια, ακόμα και στην νέα τάξη πραγμάτων η χώρα δεν βρέθηκε χαμένη, ο κόσμος όμως και οι τάξεις από μεσοαστική και πάνω, ένιωσαν να πληγώνονται και να υποβαθμίζονται, ενώ τα κατώτατα στρώματα συνέχισαν να υφίστανται την ίδια κοινωνική και οικονομική υποβάθμιση.
Λέει στο “Πλιάτσικο” δίνοντας ίσως με τον καλύτερο τρόπο έναν ευστοχότατο χαρακτηρισμό για την Θατσερική εξωτερική πολιτική:
“Τους πουλάμε όπλα και μετά τους τιμωρούμε που τα χρησιμοποιούν”.

Χαρακτηριστικοί οι στίχοι του αντιπολεμικού Final Cut των Pink Floyd:
Brezhnev took Afghanistan.     –            Ο Μπρέζνιεφ πήρε το Αφγανιστάν³
Begin took Beirut.                      –            Ο Μπέγκιν τη Βηρυτό³a
Galtieri took the Union Jack.  –             Ο Γκαλτιέρι πήρε την Αγγλική Σημαία³b
And Maggie, over lunch one day,  –      και η Μάγκι στο μεσημεριανό γεύμα πήρε την απόφαση,
Took a cruiser with all hands.        –      να βουτήξει ένα καταδρομικό
Apparently, to make him give it back – με σκοπό να τον αναγκάσει να την επιστρέψει.
What have we done, Maggie what have we done – Τι έχουμε κάνει, Μάγκι τι έχουμε κάνει
What have we done to England…       –  στην Αγγλία;
Should we shout, should we scream – Να φωνάξουμε, να ουρλιάξουμε
What happened to our post war dream? – Τι απέγινε το μεταπολεμικό μας όνειρο;
Oh Maggie what have done?    –           Αχ, Μάγκι τι κάναμε;
Roger Waters

Το κοινοπολιτειακό καθεστώς όμως, χρησιμοποίησε ωμή αστυνομική βία για να δώσει στους ¨σοσιαλιστές” να καταλάβουν ποιος είναι το αφεντικό, και να κάνει σαφές ότι η χώρα θα ακολουθήσει καπιταλιστική πορεία με ό,τι αυτό συνεπάγεται. (Ας μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση Θάτσερ στήριξε τον Πινοσέτ). Πολύ σωστά ο Κόου περιγράφει την “άρχουσα” τάξη με ευρηματικό χιούμορ. Στήνει μια οικογένεια που κάθε μέλος της αντιπροσωπεύει όλες τις δραστηριότητες στις οποίες είχε επιδοθεί η Βρετανία και οι σύμμαχοί της στην ψυχροπολεμική περίοδο. Εμπόριο όπλων, αντικατασκοπία, παραπλάνηση και χειραγώγηση μέσω των ΜΜΕ, τρελές αγελάδες και φαγητά αμφιβόλου ποιότητας, συντηρητική άσκηση εξουσίας, καταστολή προοδευτικών ή λαϊκών δυνάμεων ακόμα και με τα όπλα… κοινώς: βία και οικονομική διαπλοκή.

Στη σελίδα 75, σε δύο παράλληλες στήλες παρατίθεται κείμενο που η δημοσιογράφος κυρία Γουίνσο (η οποία αμειβόταν -όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο συγγραφέας- με ποσό εξαπλάσιο του μισθού ενός πτυχιούχου καθηγητή ή οκταπλάσιο του μισθού μιας νοσοκόμας του Εθνικού Συστήματος Υγείας) έγραψε όταν βρισκόταν σε διαφορετική “πολιτική φάση” με τέσσερα χρόνια απόσταση το ένα από το άλλο, όπου το ίδιο γεγονός ανακατασκευάζεται ώστε να εξυπηρετήσει την ακριβώς αντίστοιχη πολιτική τάση.

Ο Κόου είναι λίγο “Ταραντινικός”. Σουρεαλιστικές περιγραφές προσώπων και καταστάσεων κάνουν τον αναγνώστη να αμφιταλαντεύεται μεταξύ έκπληξης και διασκέδασης, γέλιου και τρόμου. Το φοβερό του μαύρο, βρετανικό χιούμορ είναι σαν μαστίγιο. Αν για εμάς είναι “τσουχτερό” για τους ίδιους τους Άγγλους είναι εύστοχο, και λειτουργεί σαν απολύτρωση ή αποδοχή, μια που άσχετα με το τι προβάλουν προς τα έξω ή τι έχουν αποφασίσει να ακολουθήσουν έχουν πλήρη συναίσθηση και συνείδηση (τουλάχιστον στις προηγούμενες δεκαετίες) του οικονομικού, κοινωνικού και εθνικού τους στάτους. Οι Άγγλοι έχουν ταξική συνείδηση και σέβονται, στηρίζουν και τιμούν την τάξη τους, όποια κι αν είναι αυτή. Ο Κόου τους ξεγυμνώνει. Γράφει με τέτοιο τρόπο, που ο μη Βρετανός, ανυποψίαστος αναγνώστης δεν θα παρατηρήσει καν την ειρωνεία και τον σαρκασμό, τουλάχιστον στην αρχή. Μερικές φορές θα νομίσει ότι “αυτή η αντίθεση” του είναι αδιανόητη και “δεν κολλάει”. Όμως είναι το παιχνίδι του ταλαντούχου συγγραφέα ο οποίος χειρίζεται με εξαιρετική μαεστρία όλα τα εκφραστικά μέσα που του παρέχει η ευρηματική γλώσσα του. Παράλληλα ο Βρετανός κατανοεί, αποδέχεται, εναντιώνεται, μια που το επίπεδο της αυτογνωσίας και του αυτοσαρκασμού του είναι ιδιαιτέρως υψηλό. Ο Τζόναθαν Κόου είναι η όψη του νομίσματος “σάτιρα και σαρκασμός” που στην άλλη πλευρά του απεικονίζεται ο Τομ Ρόμπινς. Αυτό που στον Ρόμπινς είναι προφανές και ευδιάκριτο (vulgarly overt), στον Κόου δουλεύει σε δεύτερο επίπεδο, λίγο πιο τεχνικά, υποσυνείδητα και ήπια, αλλά ουσιαστικά καυστικά.

Στις σελίδες και στους χαρακτήρες του “Πλιάτσικου” μερικές φορές νομίζουμε ότι βλέπουμε τον Μίστερ Μπιν, αλλά βλέπουμε και τις διαβολικές φάτσες των Μπλερ και Θάτσερ, ενώ το πρόσωπο του Χάρολντ Ουίλσον των εργατικών είναι παρελθόν, μια ξεθωριασμένη ανάμνηση. Σήμερα γνωρίζουμε καλά ότι το κεφάλαιο και οι λογαριασμοί που ανοίγει ο Κόου με αυτή την περίοδο της Βρετανικής ιστορίας, που ο ίδιος πριν λίγα χρόνια υποστήριξε ότι κλείνει με το 11, στην ουσία ολοκληρώνεται με το Μπρέξιτ και τη”Μέση Αγγλία”.
Το βιβλίο αυτό είναι μια δριμεία και σε βάθος κριτική για το πώς “εγκαταστάθηκε” ο καπιταλισμός και “μεταλλάχθηκε” στον παραπλανητικό και ηχητικά ανώδυνο “νεοφιλελευθερισμό”. Ο Κόου χρησιμοποιεί μια υπόθεση αστυνομικού θρίλερ -ο ίδιος εραστής του απρόβλεπτου και θαυμαστής του “Αγκαθα-Κριστισμού” – ώστε να φτάσει στο στόχο του. Ένα θρίλερ όπου οι πρωταγωνιστές θα μπορούσαν να μπαινοβγαίνουν στις σελίδες του βιβλίου χέρι με χέρι με τον Ηρακλή Πουαρό.

Είναι ένα σαγκά που ακολουθεί την πορεία της οικογένειας Γουίνσο από την 30η Νοέμβρη 1942, όπου το μέλος της, Γκόντρφρι Γουίνσο -ένα από τα τέσσερα αδέρφια-, αεροπόρος της ΡΑΦ, χάνεται με το αεροπλάνο του και δηλώνεται ως καταρριφθής εκ των Γερμανών, πράγμα που από κάποιο μέλος της οικογένειάς του, αμφισβητείται. Το μέλος αυτό, -η υπερευαίσθητη ψυχικά και νοητικά “γεροντοκόρη”, αδερφή Ταμπίθα-, ενώ παρουσιάζει διαταραχές, είναι μάλλον το πιο ψύχραιμο άτομο όσο αφορά την αντίληψη των πραγμάτων και των χαρακτήρων της οικογένειας. Αυτή λοιπόν σε προχωρημένη ηλικία, προσλαμβάνει τον αφηγητή-συγγραφέα Μάικλ Όουεν να γράψει την ιστορία της οικογένειάς της. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια συμμορία τύπου μαφιόζικης Σιτσιλιάνικης οικογένειας αλλά στο πιο φλεγματικό. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, όποια μεθόδευση κι αν διακρίνεις, όποιος θάνατος-φόνος δεν μοιάζει και τόσο αθώος, κάποιος Γουίνσο είναι από πίσω. Πουλάνε, αγοράζουν, περιουσίες, επιχειρήσεις, ζωές…. Μεθοδεύουν την παραπλάνηση της κοινής γνώμης και αφαιρούν τα δημόσια κοινωνικά αγαθά με ιδιωτικοποιήσεις (που μελλοντικά θα αποδειχτούν άστοχες και αναποτελεσματικές), συγχωνεύσεις κι όλων των ειδών τα οικονομολογικά τερτίπια που συνήθως ξεκινούν από το Σίτι.
«Δεν υπάρχει λόγος να περνάς μια σκανδαλώδη νομοθεσία και μετά να δίνεις στους άλλους το χρόνο να προετοιμαστούν. Πρέπει να παρεμβαίνεις αμέσως και να την επικαλύπτεις με κάτι ακόμα χειρότερο, προτού η κοινή γνώμη προλάβει να καταλάβει το κακό που τη βρήκε».
Πάγια πρακτική των αδιαφανών και ανειλικρινών κυβερνήσεων σε συνεργασία με τα ξεπουλημένα ΜΜΕ: Ντόρος για δήθεν σκάνδαλα, στροφή του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης σε συγκεκριμένα ανούσια ζητήματα που όμως φανατίζουν, λίγο πριν τα κοινοβούλια ψηφίσουν άδικους, αντιλαϊκούς και κατασταλτικούς νόμους.

Εντυπωσιακός είναι ο τρόπος που επιλέγει ο Κόου να αναδείξει το πώς κάθε νέα γενιά Γουίνσο, από το στάδιο της αφέλειας, περνά στο στάδιο της ένοχης πονηρής συνωμοσιακής συνενοχής. Διαβάζοντας π.χ. τα ημερολόγια του Χένρι, φαίνεται το πέρασμα από την ανέμελη εφηβεία, στο στάδιο της μύησης στην τάξη και την οικογένεια. Η φρίκη του πολέμου δεν θα αγγίξει τον Χένρι. Θα μάθει στην πορεία για αυτό. Εντάσσεται μεν σε έναν στρατό, αλλά αυτός δεν είναι ο στρατός που πολεμά σε χαρακώματα. Είναι αυτός που καθορίζει τα πάντα, απλά γιατί μπορεί. Το κάνει χωρίς λύπη, δεύτερες σκέψεις, αναστολές και δισταγμούς.

Το βιβλίο για τον συγγραφέα του, είναι ένα παιχνίδι σημειολογίας. Ο Κόου, κατάφερε να εντάξει πολλά στοιχεία από την ομώνυμη ταινία του Πατ Τζάκσον του 1961, μια κωμωδία τρόμου η οποία “πρωταγωνιστεί” στο βιβλίο, αφού ο συγγραφέας-αφηγητής Μάικλ Όουεν εμφανίζεται να την παρακολουθεί ξανά και ξανά στα παιδικά του χρόνια, ενώ το τελευταίο μέρος του βιβλίου, ακολουθεί την πλοκή της ταινίας. Στην πραγματικότητα, εκτός από πηγή έμπνευσης , είναι ένας άξονας γύρω από τον οποίο αναπτύσσεται ελικοειδώς σαν DNA η υπόθεση του βιβλίου.

Ξαναδιαβάζοντας το “πλιάτσικο” δέκα χρόνια μετά από την πρώτη ανάγνωση, λόγω της ενασχόλησης της αναγνωστικής μας λέσχης με αυτό, μένω εκστατική.
Οι λόγοι είναι δύο:
Πρώτα, επιβεβαιώνω το πόσο μεγάλος συγγραφέας είναι ο Κόου, και αυτό φαίνεται σε ετούτο, ένα από τα πρώιμα μυθιστορήματά του. Επίσης, αναγνωρίζω το μεγαλείο του, ως πολιτικό και κοινωνικό ον, με λόγο και έκφραση, με φοβερή οξυδέρκεια και ξεκάθαρη σκέψη και μάλιστα σε μια χώρα όπως είναι η Βρετανία.
Δεύτερον, νιώθω ανατριχίλα στη ραχοκοκκαλιά μου και μόνο αναγνωρίζοντας τις πρακτικές και τις μεθοδεύσεις των οικονομικών συστημάτων ακόμα από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ενώ κάποιες -θα μπορούσε κανείς να πει- θεατρικές σκηνές στον πλανήτη, επαναλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο, με το ίδιο μένος, με τις ίδιες μεθόδους, απλά με ανανεωμένα εργαλεία. Αυγανιστάν, Ιράκ, Σαντάμ, Καντάφι, πετρελαϊκό ζήτημα, τρελές αγελάδες, Χιλή, Πινοσέτ, Αργεντινή, αλλά και Συρία, Βολιβία, Ισραήλ, Κουρδικό ζήτημα, Brexit, Monsanto και η Σιβηρία και o Αμαζόνιος στις φλόγες…
Σε ποιο έργο θεατής; Με φρίκη διαπιστώνω την αντικειμενοποίηση του ανθρώπου, την μετατροπή του σε μηχανή σίτισης του κεφαλαίου και ο Κόου τα έχει πει όλα, με αφορμή τις υποψίες μιας μισότρελης γηραιάς γεροντοκόρης για το θάνατο του αδερφού της…
Το “Τι ωραίο Πλιάτσικο” είναι αντικειμενικά ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Εικοσιπέντε χρόνια μετά την συγγραφή του, παραμένει επίκαιρο, δυνατό και ζωντανό. Ένα μυθιστόρημα για το πρόσφατο παρελθόν και για το σήμερα, για τον κάθε αναγνώστη που έχει τα μάτια και τα αυτιά του μυαλού του ανοιχτά.

Για την Αναγνωστική Λέσχη ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ,
Β. Μ..

 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1. Μιλώντας για Αγγλία και όχι Βρετανία εννοούμε τον κεντρο-νοτιο-ανατολικό κορμό της χώρας, αφού οι Σκώτοι, οι Ουαλοί και οι Βοριοϊρλανδοί αντιμετώπιζαν πολύ διαφορετικά το νέο για αυτούς συχνά τρομαχτικό πρόσωπο της Νέας Βρετανίας. Άλλωστε αυτοί υπήρξαν πάντοτε “κατακτημένοι”.

2. Μετά από δεκαετίες αντιθέσεων και ένοπλου αγώνα, θάνατος του Μπόμπι Σαντς (Ρόμπερτ Τζέραρντ Σαντς ) στις φιλακές Μέιζ μετά από γενικευμένη απεργία πείνας το 1981. Οι απεργοί πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλον και συγγενείς και πολιτικοί κύκλοι ζήτησαν από την Θάτσερ να διαπραγματευτεί με τους κρατούμενους. Η απάντησή της ήταν: “Ένα έγκλημα, είναι ένα έγκλημα.” Ο Μπόμπι Σάντς, ο οποίος είχε οριστεί αρχηγός του ΙΡΑ πέθανε μετά από 66 ημέρες απεργίας. Ο θάνατός του όμως, έκανε τον κόσμο να δει αυτή τη μεριά του κόσμου με διαφορετικό μάτι.

3. Το Δεκέμβρη του 1979 οι Ρώσοι εισβάλουν στο Αφγανιστάν, εκθρονίζουν τον πραξικοπηματία Αμίν και εγκαθιστούν στην εξουσία τον Μπαμπράκ Καμάλ, ένα άβουλο ανδρίκελο.

3a. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μεναχέμ Μπέγκιν ηγήθηκε των Ισραηλινών επιθέσεων στη Συρία.

3b. Ο Στρατηγός Λεοπόλντο Γκαλτιέρι ήταν ο ηγέτης της Χούντας της Αργεντινής – μια από τις σκληρότερες στην ιστορία- θεώρησε ιστορική ευκαιρία να ανακατάλβει τα νησιά Φώκλαντ και να αποκαταστήσει την αδικία που έκαναν στη χώρα του οι Βρετανοί το 1833.

Posted on

ΔΥΟ-ΔΥΟ ΤΑ ΝΟΜΠΕΛ ΠΑΙΔΙΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΦΤΑΣΟΥΜΕ!

Νόμπελ με αναδρομική ισχύ φέτος, αποφάσισε να δώσει η Σουηδική Ακαδημία, μια που πέρσι, λόγω οικονομικών σκανδάλων και ζητημάτων σεξουαλικής παρενόχλησης ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής, δεν δόθηκε βραβείο ΝΟΜΠΕΛ
O tempora o mores….
Οι άνθρωποι που υποκύπτουν σε οικονομικούς πειρασμούς ή παρενοχλούν ηθικά ή σεξουαλικά συνανθρώπους τους είναι αυτοί που αποφάσιζαν και ενδεχομένως αποφασίζουν και σήμερα (για να είμαστε ακριβείς μόλις προχθές) να απονείμουν ένα βραβείο σε έναν εν ζωή συγγραφέα, από οποιαδήποτε χώρα, ο οποίος σύμφωνα με την διαθήκη του Άλφρεντ Νόμπελ παρήγαγε το πιο εντυπωσιακό έργο στο τομέα της λογοτεχνίας, σε μια ιδεώδη κατεύθυνση «den som inom litteraturen har producerat det mest framstående verket i en idealisk riktning» .
Εδώ τίθεται το θέμα του τι ακριβώς σημαίνει ιδεώδης κατεύθυνση; Πώς εννοούν άνθρωποι “διαβρωμένοι” και βουτηγμένοι σε ένα βρώμικο παιχνίδι χρήματος και επιβολής δύναμης το “ιδεώδες” για την ανθρωπότητα; Με ποια κριτήρια ταξινομούν το σύνολο του λογοτεχνικού έργου ενός συγγραφέα πιο ουσιαστικό από ένα άλλο; Ιδεώδες στον θρησκευτικό χώρο είναι άλλο, ενώ στον κοινωνικό ή πολιτικό τομέα είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Πόσο μάλλον σε οικονομικό επίπεδο. Η λογοτεχνία δεν είναι έξω από όλα αυτά. Είναι η πνευματική καταγραφή και απόδοση όλων των προαναφερθεισών εκφάνσεων της πραγματικής ζωής.
Ο κατά την Βικιπαιδεία (και όχι μόνον) ορισμός αναφέρει: Με τον όρο Λογοτεχνία ορίζονται τα γραπτά και προφορικά προϊόντα του έντεχνου λόγου. Η λογοτεχνία είναι έννοια στενότερη από τη γραμματεία, που περιλαμβάνει το σύνολο των – γραπτών κατά κανόνα- κειμένων μιας συγκεκριμένης κοινότητας. Αυτό, λοιπόν, που διαφοροποιεί τα λογοτεχνικά κείμενα από τα μη λογοτεχνικά είναι η «λογοτεχνικότητα». Η έννοια της λογοτεχνικότητας βέβαια δεν μπορεί να οριστεί εύκολα, γι’ αυτό και ο χώρος της Λογοτεχνίας δεν μπορεί να καθοριστεί με αυστηρά όρια.
Για τον καθορισμό της έννοιας της λογοτεχνικότητας έχουν γίνει πολλές προσπάθειες, οι οποίες μπορούν να διακριθούν σε δύο ομάδες, ανάλογα με τις κατευθύνσεις που ακολουθούν: η μία είναι η οντολογική εξέταση, αυτή δηλαδή που προσπαθεί να ορίσει τη Λογοτεχνία «εκ των έσω», με εσωτερικά κριτήρια, με τα οποία προσπαθεί να προσδιορίσει κάποια σταθερά χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού λόγου. Κάποιες από τις προσπάθειες οντολογικού ορισμού είναι οι ορισμοί της Λογοτεχνίας ως «μυθοπλαστικής γραφής», ως «αποκλίνουσας χρήσης της γλώσσας» ή ως κειμένου που προσφέρει «αισθητική απόλαυση».
Πόσο είμαστε σίγουροι ότι στο μυαλό του κάθε μέλους της επιτροπής αυτό είναι ξεκαθαρισμένο;
Είναι γεγονός, ότι στο παρελθόν έχουν δοθεί βραβεία μόνο και μόνο από υποχρέωση, γιατί κάποιος συγγραφέας ασθενεί και είναι ετοιμοθάνατος, γιατί το προκλητικό ή το πρωτότυπο μοιάζει και πρωτοποριακό, γιατί το δυσνόητο φαίνεται λόγιο, ενώ οι βραχείες λίστες παρουσιάζουν τουλάχιστον κοινωνιολογικό ενδιαφέρον…
Είναι όμως αυτοί λόγοι να βραβεύσεις έναν συγγραφέα;
Στην ιστορία των Νόμπελ λοιπόν, έχουν δοθεί βραβεία που η σύμβαση και η συγκατάβαση -αν και η φαινομενική πρόθεση είναι να προβληθούν ως ρηξικέλευθα- είναι προφανής: (Κνουτ Χάμσουν, Γκύντερ Γκρας, Χάρολντ Πίντερ, Μπομπ Ντύλαν. κ.α.) Συνήθως αυτά τα βραβεία δόθηκαν όταν ο δημιουργός δεν επηρέαζε πια τον αναγνώστη ή τον ακροατή και πολύ απείχε από το να εκφράζει πια μια πρωτοπορία.
Έχουν δοθεί περίεργα και τολμηρά βραβεία (Ελφρίντε Γελινεκ, Ζοζέ Σαραμάγκου, Τόνι Μόρισον),
γενναία βραβεία (Ντάριο Φο, Ντόρις Λέσινγκ, Ανατολ Φρανς, Σβετλάνα Αλεξίεβιτς) και πραγματικά άξια βραβεία λογοτεχνίας με ιδιαίτερο ιστορικό, πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό μήνυμα και έκδηλη την τέχνη του λόγου (Ορχάν Παμούκ, Ίβο Άντριτς, Αντρε Ζιντ, Σόουλ Μπέλοου, Αλμπέρ Καμύ, Τζον Στάινμπεκ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, Μάριο Βάργκας Λιόσα, Κάζουο Ισιγκούρο, Πατρίκ Μοντιανό κ.α.)
Η Ελλάδα τιμήθηκε δύο φορές με Νομπελ λογοτεχνίας με δύο από τους σημαντικότερους Νεοέλληνες Ποιητές της τον Γιώργο Σεφέρη το 1963 και τον Οδυσσέα Ελύτη 1979, ενώ και ο Σαλβατόρε Κουασιμόντο (1959) ήταν ελληνικής καταγωγής με Ιταλική υπηκοότητα, από τις Συρακούσες, γιος της Ρόζας Παπανδρέου από την Πάτρα.
Επίσης βραβεία δεν δόθηκαν τα έτη 1914, 1918, 1935, 1940-1943, 2018.
Αξιομνημόνευτη ήταν η βράβευση του Σαν Πολ Σαρτρ το 1964, ο οποίος αρνήθηκε το βραβείο για φιλοσοφικούς, πολιτικούς και ηθικούς λόγους.
Διπλά βραβεία είχαμε το 1974, όπου η Ακαδημία ευλόγησε τα γένια της κατά τη λαϊκή ρήση, με δύο Σουηδούς, λογοτέχνες τον Έιβιντ Γιόνσον και τον Χάρι Μάρτινσον.
Φέτος αν και έχουμε διπλή βράβευση, η μία της Όλγκα Τοκάρτσουκ από την Πολωνία ήδη βραβευμένη με Man Booker το 2018, για το «Bieguni» που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αποδίδεται στο 2018.
Έτσι αυτόν που πραγματικά γιορτάζουμε ως νικητή φέτος είναι τον Πίτερ Χάντκε , τον μεγάλο Αυστριακό συγγραφέα με το ανοιχτό μυαλό και την αδέσμευτη κρίση, που σε όλη του τη λογοτεχνική ζωή προσπάθησε να απελευθερώσει τον δέκτη (αναγνώστη ή ακροατή και θεατή) είτε μέσα από τα θεατρικά του έργα, είτε μέσα από τα λογοτεχνικά πεζά ή περιηγητικά του κείμενα, από την μανιερίστικη λογική καλουπωμένης πρόσληψης των νοημάτων του κειμένου και την ψευτο-μοντέρνα έκφραση, λέγοντας ουσιαστικά πράγματα με ασυνήθιστο τρόπο.
Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των κεντροευρωπαίων με πρόσβαση στα μέσα έκφρασης και λόγου, ο Χάνγκε τάχθηκε φανερά κατά της διάλυσης της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και προσπάθησε να στηρίξει την απενοχοποίηση των Σέρβων για όλα τα δεινά του πολέμου, χωρίς να γίνεται μεροληπτικός.
Μέχρι σήμερα έχει αποσπάσει πολλά βραβεία.
Κατά την άποψή μας, από τα σημαντικότερα βιβλία του είναι, «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι», «Η αριστερόχειρη γυναίκα» (που μεταφέρθηκε εξαιρετικά στην μεγάλη οθόνη), «Βρίζοντας το κοινό», «Χειμωνιάτικο ταξίδι στους ποταμούς Δούναβη, Σάβο, Μοράβα και Δρίνο ή δικαιοσύνη για τη Σερβία» και «Η μεγάλη πτώση», όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.
Γεννήθηκε το 1942 στην Καρινθία της Αυστρίας. Η μητέρα του ήταν σλοβενικής καταγωγής, ο πατέρας του Γερμανός στρατιώτης. Από το 1985 ζει στη μόνιμα στη Σαβίλ, έξω από το Παρίσι.

  • Μια άλλη πρωτοτυπία που μπορεί να φανεί συμπτωματική, ακόμα και άσχετη, είναι το γεγονός ότι αυτή τη χρονιά, η απονομή του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας έγινε δέκα ημέρες πριν και όχι κατά τη διάρκεια της Έκθεσης Βιβλίου στην Φρανκφούρτη, της παγκοσμίως σημαντικότερης φιέστας για το βιβλίο. Κατακερματίζονται οι σχέσεις, αποσυνδέονται τα πράγματα που παραδοσιακά είχαν μια ολότητα και μία συνέχεια; Είναι δεδομένο ότι δεν έχει γίνει από αβλεψία. Διοργανώσεις αυτού του μεγέθους και αυτής της ηλικίας (Νόμπελ από το 1901, Frankfurter Buchmesse από το 1530 περίπου), δεν ορίζουν τυχαίες ημερομηνίες κι αν συμπέσουν… Είναι πιθανό κάποιο συμφέρον να θέλει να φέρει αλλαγή ακόμα και σε αυτή την συνολική γιορτή για το βιβλίο. Μνήμες όπως: η πλειοψηφία του κόσμου (επισκέπτες και εκθέτες) κάτω από τα μόνιτορ που μεταδίδουν τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας και την ανακοίνωση του νικητή, η μέρα π.χ. που όταν ακούστηκε το όνομα του Ορχάν Παμούκ σείστηκε η Frankfurter Messe απ’ άκρη σ’ άκρη, η συγκίνηση, η χαρά, μετέπειτα τα πηγαδάκια, οι παρουσιάσεις, τα πάνελ που δημιουργούνταν και μεταδίδονταν στις τηλεοράσεις όλου του κόσμου, ακόμα και η ώθηση των εμπορικών συναλλαγών, θα πάψουν να υπάρχουν και η αίσθηση της έκθεσης θα αποχρωματιστεί, ενώ η δύναμή της θα πάψει να είναι η ίδια.
    Ίσως τα ήθη δεν αλλάζουν μόνο γιατί τροποποιούνται οι συνθήκες οπότε μια ανάγκη παύει να υπάρχει και ξεφυτρώνει μια άλλη. Ίσως τα ήθη αλλάζουν όταν αυτοί που μπορούν, αποφασίζουν ότι πρέπει για κάποιο όφελος (σίγουρα όχι συνολικό) να αλλάξουν και το πράττουν.
    Για όλα αυτά φυσικά τα μέσα δεν αναφέρθηκαν, δεν παραξενεύτηκαν, δεν απόρησαν, δεν εξέφρασαν άποψη. Ομοίως και ο κόσμος του βιβλίου.
    Αναρωτιέμαι, τι άλλο θα δούμε ακόμα;

    Β.Μανουσαρίδου

Posted on

Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε (Arturo Perez Reverte)

Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε  (Arturo Perez Reverte)

Ο συγγραφέας που αναδεικνύει όλες τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης και τα κυριότερα φιλοσοφικά διλήμματα μέσα από βιβλία περιπέτειας.

Ο Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε, γεννήθηκε στο λιμάνι της Καρθαγένης το 1951.  Άρχισε να σπουδάζει Δημοσιογραφία και παράλληλα Πολιτικές Επιστήμες. Στα 22 του άρχισε κιόλας να εργάζεται ως δημοσιογράφος -και μάλιστα επιλέγοντας το πολεμικό ρεπορτάζ- αρχικά στο Diario Pueblo και στη συνέχεια στην Ισπανική Τηλεόραση. Έζησε από κοντά και κατέγραψε όλους τους σύγχρονους πολέμους του πλανήτη. Κάλυψε τα γεγονότα της Κύπρου, τον πόλεμο στο Λίβανο και την Ερυθραία, όπου μάλιστα «χάθηκε» για αρκετούς μήνες και σώθηκε από τους αντάρτες, ενώ αναγκάστηκε να πολεμήσει κι ο ίδιος για τη ζωή του. Στη συνέχεια κάλυψε την επέμβαση των Βρετανών στα νησιά Φώκλαντ, και την ανατροπή του καθεστώτος στη Νικαράγουα από τους Σαντινίστας. Ακολούθησαν η Λιβύη και το Σουδάν αλλά και η επέμβαση στον Περσικό Κόλπο και τέλος η διάλυση της Γιουκοσλαβίας με τελική ανταποκρητική δραστηριότητα στον πόλεμο της Βοσνίας, για τον οποίο έχει εκφράσει αρκετούς από τους προβληματισμούς του στο βιβλίο του «Ο Ζωγράφος των Μαχών».

Είναι παντρεμένος και έχει μια κόρη. Ο βασιλιάς Χαβιέρ Α’ τον έχρισε Δούκα του Κόρσου και Βασιλικό Δάσκαλο της Ξιφασκίας του Βασιλείου της Ρεντόντας, συνεπώς απέκτησε και τίτλους ευγενείας.

Το 2004 έγινε ο πρώτος επίτιμος διδάκτωρ του Πολυτεχνείου της Καρθαγένης.

Σαν άνθρωπος είναι αντισυμβατικός, και το απολαμβάνει. Ενώ πλέον, έχει αποκτήσει οικονομική άνεση και γνωριμίες με υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, δέχεται την κριτική, αλλά κάνει και κριτική ακόμα και στους ισχυρούς του “φίλους” ή στην πολιτική ηγεσία της χώρας του, χωρίς προκαλύμματα και μασημένα λόγια.

Στη λογοτεχνία κάνει το ντεμπούτο του το 1986 με τον «Ουσάρο», ένα ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο δεν έγινε ποτέ μεγάλο Best Seller αλλά με αυτό άφησε το στίγμα του στα Ισπανικά γράμματα.

Σαν νεαρός, που μεγάλωνε δίπλα στη θάλασσα, εμπνεύστηκε από τον Χέρμαν Μέλβιλ, τον Τζόζεφ Κόνραντ, τον Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, τον Τζακ Λόντον. “Αυτοί οι συγγραφείς με «έκαναν να φύγω από το σπίτι μου» στα 18. Δεν ήταν ότι ήθελα να γράψω ΣΑΝ αυτούς, ήθελα να να γίνω ο Ήρωας, ο κεντρικός χαρακτήρας της περιπέτειας. Για αυτό και δεν έγραψα μέχρι τα 35 μου. Ήθελα να το ζήσω.’’  Θα δηλώσει σε συνέντευξη στην Ελίζαμπεθ Νας.

Συνέχισε με τον «Δάσκαλο της ξιφασκίας», ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα εποχής με εντυπωσιακά δυνατούς χαρακτήρες που είτε πρωταγωνιστούν είτε έχουν περιφερειακούς ρόλους στην πλοκή του βιβλίου. Στα ελληνικά, ο «δάσκαλος» έτυχε μιας εξαιρετικής μετάφρασης από το Χάρη Παπαγεωργίου, που απέδωσε ίσως με τον καλύτερο τρόπο την γεμάτη θεωρητικές αντιθέσεις σχέση των δύο πρωταγωνιστών αλλά και τη λογοτεχνική και δομική αξία του μυθιστορήματος.

Η μεγάλη επιτυχία όμως έρχεται το 1990 με τον «Πίνακα της Φλάνδρας». Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που όμως χρησιμοποιεί την αστυνομική υπόθεση ως όχημα για να αναδείξει τους εκπληκτικούς χαρακτήρες αλλά και το ταλέντο του συγγραφέα που περιγράφει αριστοτεχνικά τις εσωτερικές τους συγκρούσεις και αντιθέσεις.

 

Το 1993 εκδίδεται ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του, που στη συνείδηση και των πιο απαιτητικών αναγνωστών από αυτούς του «Πίνακα» τον κατέστησαν μεγάλο συγγραφέα και λογοτέχνη, η «Λέσχη Δουμά» με τον υπότιτλο: “Η σκιά του Ρισελιέ.” Είναι ένα μυθιστόρημα που κινείται μεταξύ του πραγματικού και του φανταστικού, του αστυνομικού θρίλερ και της φιλοσοφικής αναζήτησης, του γρίφου και του συμβολισμού. Πέρα από αυτό όμως είναι ένα βιβλίο για το ίδιο το βιβλίο αλλά και για την ανθρώπινη μισαλλοδοξία, ματαιοδοξία και το φόβο του θανάτου. Ο κεντρικός ήρωας παλεύει και ζει μεταξύ φυσικού και μεταφυσικού, κάνει σχέση με μια γυναίκα-δαίμονα ή άγγελο και λύνει το μυστήριο της υπόθεσης χρησιμοποιώντας τη ζωή και το χαρακτήρα του ανθρώπου και λογοτέχνη Αλεξάνδρου Δουμά και των χαρακτήρων των μυθιστορημάτων του. Πρόκειται επίσης για ένα βιβλίο γεμάτο συμβολισμούς αποτυπωμένους και στις γκραβούρες του βιβλίου που αναζητείται ώστε να εξασφαλίσει στον κάτοχό του την αιώνια ζωή.  Το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Ρόμαν Πολάνσκι με τον τίτλο «Η ένατη πύλη» και με πρωταγωνιστή τον Τζόνι Ντεπ στο ρόλο του Κόρσο του εξπέρ-ντετέκτιβ βιβλίων.

Ακολουθούν κάποια μυθιστορήματα που δεν μεταφράστηκαν στα ελληνικά αλλά και κάποια από τα βιβλία που αποτελούν το sequel του Λοχαγού Αλατρίστε (άλλη μια κινηματογραφική επιτυχία με τον Βίγκο Μόργκενσεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο).

 

Ο «Ναυτικός Χάρτης» το 2000 είναι μια περιπέτεια. Μια περιπέτεια από αυτές που ο ίδιος έζησε στα νιάτα του και που εξακολουθεί να ζει στις περιπλανήσεις με το σκάφος του. Αυτό το βιβλίο σου κάνει σαφές ότι δεν πρόκειται μια απλή περιπέτεια, αλλά για την αέναη αναζήτηση του εαυτού, τη μάχη της δύναμης και της αδυναμίας. Ένα από τα στοιχεία που πραγματεύεται, είναι η παραίτηση και πότε ή για ποιους λόγους έρχεται αυτή, ακόμα και τη στιγμή που κανείς θεωρεί ότι γνωρίζει ή έχει δοκιμάσει και την τελευταία ικανότητά του.

Το 2002 έρχεται η «Βασίλισσα του Νότου». Είναι η ιστορία μιας νεαρής Μεξικάνας που από τύχη (ή από ατυχία) βρίσκεται στην Ισπανία να ηγείται μιας ομάδας trafficking ναρκωτικών. Και σε αυτό το βιβλίο οι δύο βασικές αρετές του συγγραφέα θριαμβεύουν και πάλι: η ικανότητά του να δημιουργεί χαρακτήρες που σε καθηλώνουν και σε αφήνουν εκστατικό και για το επίπεδο της έρευνας και της άμεσης γνώσης των όσων περιγράφει. Στο βιβλίο, στις ευχαριστίες του, ο ίδιος ο συγγραφέας κάνει μνεία ή αφήνει να εννοηθεί ότι η έρευνά του δεν ήταν μονόπλευρη. Άλλωστε όπως ο ίδιος δηλώνει, για κάθε βιβλίο του, η έρευνα διαρκεί περίπου δύο χρόνια!

Το 2004 κυκλοφόρησε στην Ισπανία το «Ακρωτήρι Τραφάλγκαρ» που επίσης δεν μεταφράστηκε ποτέ στα ελληνικά, αλλά όμως εξασφάλισε στο συγγραφέα του το Μεγάλο Σταυρό της Ναυτικής Τιμής του Ισπανικού Ναυτικού, την υψηλότερη διάκριση που μπορεί να απονείμει το Ναυτικό σε πολίτη. Το βιβλίο δίνει την Ισπανική άποψη για την Ιστορική αυτή Ναυμαχία, όπως επίσης και την ανθρώπινη πλευρά των ναυτολογημένων “αναλώσιμων” πολεμιστών που έλαβαν μέρος σε αυτήν. Πιστά και αθεράπευτα ανθρωποκεντρικός ο Ρεβέρτε βάζει πάλι τον άνθρωπο στην πρώτη θέση οποιουδήποτε γεγονότος όσο ιστορικά σημαντικό κι αν είναι αυτό.

Το 2006, γράφει το «Ζωγράφο των Μαχών» .

«Είναι εύκολο να γίνεις μελοδραματικός περιγράφοντας τον πόλεμο,» θα πει, «περιγράφοντας, το αίμα, τη βία, την κακία και την πονηρία. Εγώ όμως ήθελα να κάνω το αντίθετο. Να αντιμετωπίσω τον τρόμο σαν κάτι παγωμένο και στερεό, όπως ένα κομμάτι μέταλλο.»

Στο ζωγράφο των μαχών περιέγραψε πράγματα που είχε ο ίδιος δει και είχε ζήσει. Στις καθημερινές συζητήσεις του Βόσνιου με τον ζωγράφο εξέφρασε τα δικά του διλήμματα έφτιαξε το δικό του ισοζύγιο για το σωστό και το λάθος, το ηθικό και το ανήθικο, τη ζωή και το θάνατο, τη δουλειά και το χρέος…. που όμως είναι θέματα που προβληματίζουν τον άνθρωπο γενικότερα σε όποιο μετερίζι κι αν κοπιάζει και αγωνίζεται και όχι μόνο τον συγγραφέα. Και το τέλος, φτιαγμένο από την ύλη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, λύτρωσε την αδικία και την τραγικότητα του ανθρώπου, χρησιμοποιώντας ένα δυνατό συμβολισμό και δίνοντας τη λύση στο ηθικό αδιέξοδο. Όταν το διαβάσαμε σκεφτήκαμε με τρόμο ότι αυτό μοιάζει με κύκνειο άσμα. Ήταν όμως ίσως (και ευτυχώς), το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών του συγγραφέα με την καριέρα του ως πολεμικός ανταποκριτής και που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε εκφράσει στο κοινό του ίσως γιατί ακόμα μέσα του δεν είχε ξεκάθαρη θέση.

Δυστυχώς πλέον έχει εξαντληθεί η ελληνική έκδοση, ενώ ελπίζουμε σε επανέκδοσή του μια που η δική μας ταπεινή άποψη είναι ότι είναι το σημαντικότερο και βαθύτερα φιλοσοφικό βιβλίο του πάνω στην ανθρώπινη φύση και τα παγκόσμια προβλήματα, όπως είναι ο παραλογισμός του πολέμου, η άποψη “all is fair in love and war”, το πού βρίσκεται το δίκιο -αν βρίσκεται κάπου, και το τι είναι σημαντικότερο: να αλλάξεις με την παρέμβασή σου την ιστορία, ή απλά να την καταγράφεις;

Το βιβλίο απέσπασε το Ιταλικό Βραβείο Premio Gregor von Rezzori.

Το 2007 εκδίδεται στην Ισπανία το Un dia de colera” (Μέρες οργής)., που επίσης δε μεταφράστηκε στα ελληνικά.

Το 2009 επίσης εκδίδεται στην Ισπανία και εδώ όχι, το Ojos azules (Μπλε μάτια).

Το 2010 ομοίως το El Asedio (Η πολιορκία)

Το 2012 και για την Ελλάδα το Νοέμβριο του 2013 κυκλοφορεί το «Τανγκό της Παλιάς Φρουράς». Πολλοί το χαρακτήρισαν σαν το καλύτερό του μυθιστόρημα ως εκείνη τη στιγμή. Η υπόθεση αφορά δύο χαρακτήρες, έναν άντρα και μία γυναίκα που συναντιούνται στο σαλόνι της πρώτης θέσης ενός υπερωκεάνιου. Από κει και πέρα, οι σχέσεις τους περιπλέκονται οι δρόμοι τους χωρίζουν και συναντιούνται σε μία αιώνια αναζήτηση και σε μία ανεκπλήρωτη αιτία πάνω στη γραμμή που χαράζουν τα βήματα ενός απελπισμένου τανγκό. Έρωτας, τανγκό, Μπουένος Άιρες, Νίκαια, πόλεμος, σκάκι, ίντριγκες, κατασκοπία, ανθρώπινες μοίρες.

“Το «Τανγκό της Παλιάς Φρουράς» είναι ένα πολύτιμο βοήθημα για τη διαχείριση της ήττας, πολιτικής και συναισθηματικής, αλλά και των γηρατειών, ως αναπόσπαστο τμήμα της. Όπως είχε πει και ο Γκρέγκορυ Χάουζ  παλιότερα, αναφερόμενος σε αυτά, «μπορείς να ζήσεις με αξιοπρέπεια αλλά όχι και να πεθάνεις με αυτήν σε ένα σώμα υπό κατάρρευση». Στο βιβλίο του ο Ρεβέρτε αποδίδει το συναίσθημα ενός κόσμου που τελειώνει και της απεγνωσμένης προσπάθειας του ήρωά του να γαντζωθεί από αυτόν, να μην τον αφήσει να χαθεί. Στις σελίδες του συναντάμε μια συγκλονιστική (όσο και ευχάριστα ερεθιστική) αφήγηση του ηδονισμού, μακριά από ηθικές κρίσεις. Της ηδονοθηρίας της αστικής τάξης που οι θιασώτες της εργατικής απελευθέρωσης προτίμησαν να κατακρίνουν, για να διατηρήσουν τον «νέο άνθρωπο» σκλάβο της νόρμας και της παραγωγής. Η Μέτσα Ινθούθα δεν προσβάλλει παρά μόνο έναν καθωσπρέπει ηθικισμό και δεν του επιτρέπει ταυτόχρονα να την προσβάλλει. Και από αυτήν όμως στο τέλος δεν μένουν παρά μόνο οι αναμνήσεις αφού από ένα σημείο και μετά το πέρασμα του χρόνου, όταν δεν συνοδεύεται από μια διαρκή κριτική στάση απέναντι στα κελεύσματα της κάθε εποχής, καθιστά τις συμβάσεις θελκτικές. Και κάτι ακόμα, το βιβλίο αυτό αποκαθιστά ως ένα βαθμό, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, τον τυχοδιωκτισμό ενός κομματιού της εργατικής τάξης που η αριστερά βιάστηκε να απαξιώσει τσουβαλιάζοντας κάθε έκφραση του υπό τον χαρακτηρισμό «λούμπεν». Οπωσδήποτε ο Μαξ Κόστα είναι ένας λογοτεχνικός ήρωας προορισμένος να καταστεί συμπαθής, όμως και στην πραγματική ζωή έχει λιγότερο τσαμπουκά· μια πόρνη που εκτίθεται χωρίς καμιά «πανοπλία»ή ένας φτωχοδιάβολος διαρρήκτης από έναν βιομηχανικό εργάτη;”

Θοδωρής Αγαλιανός

 

Το 2013 εκδίδει το «El francotirador paciente», το οποίο θεωρείται από τα εξαιρετικά καλογραμμένα θρίλερ, που το 2015 κάνει την εμφάνισή του στην Ελλάδα:
«Η Υπομονή του Ελεύθερου Σκοπευτή»
Δύο άνθρωποι στις δύο άκρες μιας διελκυστίνδας. Μια δυναμική γυναίκα με ιδιαιτερότητες, πεισματάρα, επίμονη και με ένα σκοπό, ένας άνδρας θρύλος, τρομοκράτης της τέχνης, γκραφιτάς, ορκισμένος εχθρός της κοινωνίας ως έχει.
Εκείνη τον αναζητά. Εκείνος κρύβεται από όλους.

Για ακόμα μια φορά μέσα από μια σύγχρονη περιπέτεια καταφέρνει να περιγράψει τα άκρα και τις αντιθέσεις, αφήνοντας το ενδιάμεσο φάσμα να αιωρείται ανάμεσα, σαν μια πραγματικότητα που δεν έχει τόση σημασία, αφού αυτός ο χώρος πάντα καθορίζεται από τα άκρα του. Αυτό είναι που τον ενδιαφέρει, αυτό τονίζει άλλωστε σε όλο το συγγραφικό του έργο, αυτό που ο άνθρωπος γίνεται, αυτό που αγγίζει: την τελειότητα της υπερβολής, την νομοτελειακή κατάληξη της ανθρώπινης φύσης, δηλαδή την τραγωδία. Για πρώτη φορά στα χρόνια που την περιγράφει, την ονομάζει ευθέως. Τη βάζει στο στόμα του Σνάιπερ, που την ευαγγελίζεται και την επικαλείται, χωρίς πραγματικά να συνειδητοποιεί τι ακριβώς είναι η τραγωδία και η τραγικότητα, χωρίς να φαντάζεται ότι είναι ο κεντρικός ήρωας του δράματος και όχι ο συγγραφέας του.

Το βιβλίο είναι ένα σύγχρονο νουάρ. Μόνο που οι χαρακτήρες αλλάζουν θέσεις. Ποτέ ο κακός δεν είναι πάντα κακός και ο καλός δεν είναι πάντα καλός, απλά είναι άνθρωποι με όλα τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων και τις αδυναμίες τους (κλασική συνταγή του συγγραφέα).

Το Νοέμβρη του 2014 κυκλοφορεί στην Ισπανία το βιβλίο του Perros e Hijos de Perra” (Τα σκυλιά και οι γιοι της σκύλας).

“Hombres buenos”,  «Καλοί άνθρωποι σε σκοτεινούς καιρούς».  (2015 στην Ισπανία, 2017 στην Ελλάδα)

«Σε καιρούς σκοτεινούς, πάντα υπήρξαν καλοί άνθρωποι που, με οδηγό τη Λογική, μόχθησαν να φέρουν στους συμπατριώτες τους τον διαφωτισμό και την πρόοδο. Και δεν ήταν λίγοι όσοι πάσχιζαν να τους εμποδίσουν».

Στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν δύο μέλη της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας, ο βιβλιοθηκάριος δον Ερμογένης Μολίνα και ο ναύαρχος δον Πέδρο Θάρατε, επιφορτίστηκαν από τους συναδέλφους τους να ταξιδέψουν στο Παρίσι για να αποκτήσουν με τρόπο σχεδόν μυστικό τους 28 τόμους της Encyclopedie του Ντ’ Αλαμπέρ και του Ντιντερό, που στην Ισπανία ήταν απαγορευμένη, κανείς δεν μπορούσε να υποπτευθεί ότι οι δύο ακαδημαϊκοί θα αντιμετώπιζαν μια επικίνδυνη αλληλουχία μηχανορραφιών, ένα ταξίδι όλο αβεβαιότητες και τρομάρες, που θα τους οδηγούσε, μέσα από δρόμους γεμάτους ληστές και άβολες λοκάντες και πανδοχεία, από την πεφωτισμένη Μαδρίτη του Καρόλου Γ΄ στο Παρίσι των καφέ, των σαλονιών, των φιλοσοφικών κύκλων συζήτησης, της ελευθεριάζουσας ζωής και των πολιτικών αναταραχών τις παραμονές της Γαλλικής Επανάστασης. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και χαρακτήρες, τεκμηριωμένο με μεγάλη σχολαστικότητα, συγκινητικό και σαγηνευτικό σε κάθε του σελίδα, αφηγείται την ηρωική περιπέτεια εκείνων που, με οδηγό τους τα φώτα της Λογικής, θέλησαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο με βιβλία, τότε που το μέλλον έσπρωχνε τις παλιές ιδέες στο περιθώριο και το άγχος της ελευθερίας έκανε εδραιωμένους θρόνους και κόσμους να παραπαίουν.

Πιάνοντάς το στο χέρι σου και πριν ανοίξεις την πρώτη σελίδα, αναρωτιέσαι: Πόσο καλύτερος μπορεί να γίνεται ένας συγγραφέας…. Κι όμως, σε αυτό το βιβλίο ο Πέρεθ-Ρεβέρτε ξεδιπλώνει τη μαεστρία και την εφευρετικότητά του όπως ίσως σε κανένα άλλο. Καταφέρνει να χαράζει μέσα στο ίδιο βιβλίο και σχεδόν ταυτόχρονα, δύο διαδρομές: της υπόθεσης που «τρέχει» σε παρελθοντικό χρόνο, και του ερευνητή-συγγραφέα που αναζητεί τα στοιχεία, τα γεγονότα και την αλήθεια ώστε να συγγράψει και να αναπλάσει την ιστορία. Η μαεστρία του, έγκειται όχι μόνο στο ότι καταφέρνει να τα καταγράψει με ακρίβεια, αλλά χρησιμοποιεί ένα ευφάνταστο τρικ για να στήσει το σασπένς όπως ίσως μόνο αυτός ξέρει. Βάζει λοιπόν τις δύο υποθέσεις να τρέχουν παράλληλα μέχρι που αυτές συγκλίνουν και συναντιούνται και μετά χωρίζονται πάλι.

Βασικό στοιχείο, είναι η ανθρώπινη αρετή της ηθικής προσήλωσης στο σκοπό. Σε έναν σκοπό ιερό και δίκαιο, για ένα γεγονός που άλλαξε την πορεία της ιστορίας της Ευρώπης ολόκληρης και καθόρισε τις τύχες αρκετών λαών. Ταυτόχρονα όμως, καταγράφει, το μάταιο, το εφήμερο και το άδικο.
«Μια αλήθεια, μια πίστη, μια γενιά ανθρώπων περνάει, ξεχνιέται, δεν μετράει πια. Εκτός ίσως για τους λίγους που πίστεψαν σε αυτή την αλήθεια, διακήρυξαν αυτή την πίστη ή αγάπησαν αυτούς τους ανθρώπους».

Τζόζεφ Κόνραντ, «Τα νιάτα»

Και σε αυτό το βιβλίο, ο πόλος μαγνητισμού είναι οι αντιθέσεις των χαρακτήρων, η συνύπαρξη του καλού με το κακό στους ίδιους ανθρώπους, το μεγαλείο της αφοσίωσης και του χρέους.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που είναι σύνθετο: Ιστορικό, ηθογραφικό, φιλοσοφικό, θρίλερ.
Σίγουρα όμως ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή και το ενδιαφέρον μας, για να μας δώσει τα υπέροχα στοιχεία που ζυμώνονται μέσα του, όπως αξίες, συναισθήματα, στοιχεία της ανθρώπινης φύσης και χαρακτήρα.

Τεχνική: Ξέρει να αρχίζει και να τελειώνει ένα μυθιστόρημα. Δεν χρησιμοποιεί ποτέ την τακτική της ήπιας “προσαρμογής του αναγνώστη”. Ως παλιός ρεπότερ, γνωρίζει πολύ καλά, ότι την είδηση τη διαβάζει κάποιος αν τον προκαλέσεις. Το ίδιο κάνει και στα βιβλία του. Όποιος έχει διαβάσει 150 λέξεις από την πρώτη σελίδα οποιουδήποτε βιβλίου του, έχει αποφασίσει να το διαβάσει μέχρι τέλους.

Χρησιμοποιεί την τεχνική του σοκ αλλά με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο που δεν σε απωθεί ποτέ. Στην αρχή, γράφει με ένταση για όσα πραγματεύεται, ρεαλιστικά και συχνά ωμά, στην πορεία όμως τα απομυθοποιεί, πηγαίνοντας τον αναγνώστη μια βόλτα γύρω από το θέμα, ώστε να δει ή να οσμιστεί τις διαφορετικές πλευρές και αποχρώσεις. Ποτέ για τον Ρεβέρτε δεν υπάρχει μόνο καλό ή μόνο κακό, δεν υπάρχει μόνο μαύρο ή μόνο άσπρο. Μπορεί να αρχίζει με κάποιο από αυτά, αλλά διανύει την απόσταση μέχρι να ενώσει τα δύο άκρα με μια σχέση φιλοσοφική και αδιάρρηκτη.

“Ο δικός μου τρόπος να αντιμετωπίζω τα πράγματα είναι να βλέπω τις συμπεριφορές σαν μέρος των κανόνων. Όπως το πιόνι ή ο ιππότης σε μια παρτίδα σκακιού, δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό αλλά κινείται σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού έτσι ο Σέρβος που σκοτώνει κόσμο στη Βοσνία, ή ο εθελοντής της ανθρωπιστικής βοήθειας που σώζει παιδάκια στο Σουδάν, είναι τα δύο πρόσωπα του ίδιου ζώου.”, θα πει ο ίδιος στην Νας.

Το σοκ όμως το χρησιμοποιεί και στο τέλος. Συνήθως, φέρνει στον ήρωα τη λύτρωση. Ποια λύτρωση όμως; Όχι αυτή που συγχωρεί, που ανακουφίζει που απαλύνει. Αυτήν που τον φέρνει αντιμέτωπο με την αλήθεια του και τις συνέπειες των αποφάσεων και των πράξεών του. Γιατί στα αλήθεια η λύτρωση είναι ακριβώς αυτό: να κρίνεις και να δικάσεις τον εαυτό σου για τα “αμαρτήματά” σου, και να φτάσεις στη ρίζα της δικής σου ηθικής.

Είναι μεγάλος μαέστρος στο να χτίζει χαρακτήρες. Όλοι του οι ήρωες είναι πάντα ταυτόχρονα ήρωες και αντιήρωες στο ίδιο σκηνικό πλαίσιο. Είναι σαν κι εμάς, τους καθημερινούς και τους ασήμαντους ανθρώπους, αλλά είναι και όλα αυτά που κρατάμε κρυμμένα ή καταπιεσμένα στα τρίσβαθα της ψυχής μας. Ικανοί για το τίποτα και για τα πάντα, άλλες φορές υποτάσσονται στη μοίρα και άλλες την πολεμούν μέχρι την ύστατη στιγμή. Και στις δύο περιπτώσεις το μεγαλείο τους και η τραγικότητά τους αναδεικνύονται, μέσα από τα έξυπνα τρυκ του συγγραφέα, λειτουργεί απλά σαν να περιγράφει τι βλέπει από ένα παράθυρο, ενώ αφηγείται τα πιο απίστευτα ανθρώπινα διλήμματα. Συχνά, παρόλο που τα μηθιστορήματά του, έχουν τη μορφή αστυνομικού θρίλερ, είναι περισσότερο ηθογραφήματα.

Ποτέ για αυτόν, το παρόν δεν είναι ανεξάρτητο από το παρελθόν. Η ύπαρξη του κόσμου οφείλεται σε μια συνέχεια, σε μια κλωστή που διανύει το χρόνο. Έτσι ακόμα κι αν το θέμα του είναι σύγχρονο, πραγματεύεται, συμπεριλαμβάνει ή εξαρτάται από ιστορικά στοιχεία που συγκλόνισαν σε κάποιο βαθμό μερίδες ανθρώπων ή και την ανθρωπότητα γενικότερα.

Ο ίδιος, είναι βαθύς γνώστης των όσων περιγράφει και είναι σίγουρο πως οτιδήποτε έχει αναφερθεί σε βιβλίο του, από λαβίδα για την αποκατάσταση έργου τέχνης, βαριάντας του σκακιού, μέχρι υλικό βιβλιοδεσίας του 18ου αιώνα, δεν έχει κανένα μυστικό από αυτόν. Η έρευνά του προφανώς δεν είναι ποτέ επιφανειακή, αλλά φροντίζει να μην αφήνει καθόλου κενά περιγράφοντας ακόμα και τις πιο σπάνιες διαδικασίες. Πιστεύει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι αποπροσανατολισμένος από τα βασικά προβλήματα του κόσμου, και δεν διδάσκεται από την ιστορία, ενώ ικανοποιείται με αυτό που του “σερβίρουν”. Αυτό προσπαθεί να μην κάνει, και ιντριγκάρει και τον πιο επιφανειακό αναγνώστη να πάρει έστω και εν αγνοία του κάποια ερεθίσματα και κάποια εφόδια γνώσης ή κρίσης.

Χαρακτήρες: Οι χαρακτήρες του είναι ταυτόχρονα εξωπραγματικοί και καθημερινοί. Χωρίς έντονες αιχμές αλλά γεμάτοι με πάθη που προσπαθούν να τιθασεύσουν, άλλες φορές με επιτυχία και άλλες όχι. Συνήθως οι πιο δυνατοί χαρακτήρες των έργων του, άσχετα αν εμφανίζονται στη νεότητά τους, συνήθως «εξαντλούνται» στην ωριμότητά τους. Ο Ρεβέρτε, έχει πια βγάλει το συμπέρασμα, αλλά δεν το λέει, γιατί σίγουρα είναι δικό του και δεν θα το επιβάλει στον αναγνώστη του. Τον αφήνει να το οσμιστεί, να το κοινωνήσει και να το βάλει μέσα του χρησιμοποιώντας τα δικά του φίλτρα και κόσκινα.

 

Βιβλιογραφία:

  • El húsar (1986).
  • El maestro de esgrima (1988) Ο Δάσκαλος της ξιφασκίας
  • La tabla de Flandes (1990) Ο Πίνακας της Φλάνδρας
  • El club Dumas or La sombra de Richelieu (1993) Η λέσχη Δουμά
  • La sombra del águila (1993)
  • Territorio comanche (1994)
  • La piel del tambor (1995)
  • Un asunto de honor (1995)
  • El capitán Alatriste (1996) O λοχαγός Αλατρίστε 1.
  • Limpieza de sangre (1997) Η καθαρότητα του αίματος – Αλατρίστε 2
  • El sol de Breda (1998) Ο Ήλιος της Μπρέντα – Αλατρίστε 3.
  • La carta esférica (2000) Ο Ναυτικός Χάρτης
  • El oro del rey (2000) Το χρυσάφι του Βασιλιά – Αλατρίστε 4
  • La Reina del Sur (2002) Η Βασίλισσα του Νότου
  • jubón amarillo (2003) Το Κίτρινο γιλέκο – Αλατρίστε 5
  • Cabo Trafalgar (2004)
  • El pintor de batallas (2006) Ο Ζωγράφος των Μαχών
  • Corsarios de Levante (2006) Οι Πειρατές της Ανατολής – Αλατρίστε 6
  • Un día de cólera (2007)
  • Ojos azules (2009)
  • El Asedio (2010)
  • El puente de los Asesinos (2011) tr. The Bridge of the Assassins). – Αλατρίστε 7
  • El tango de la guardia vieja (2012) Το τανγκό της Παλαιάς Φρουράς
  • El francotirador paciente (2013). Η Υπομονή του Ελεύθερου Σκοπευτή.
  • Perros e Hijos de Perra (2014)
  • Hombres Buenos (2015) Καλοί άνθρωποι σε σκοτεινούς καιρούς
  • Falco’ (2016) Φαλκό
    B.M.
Posted on

Πες μου να έρθω κι όλα τ’ αφήνω…. αλλά πες μου το.

Πες μου να έρθω κι όλα τ’ αφήνω…. αλλά πες μου το – Άλμπερτ Εσπινόσα – Εκδόσεις Πατάκη._

Η υπόθεση:

Η δουλειά του Ντάνι είναι να βρίσκει παιδιά που έχουν εξαφανιστεί. Τη στιγμή που η σύντροφός του φτιάχνει τις βαλίτσες της και τον εγκαταλείπει, λαμβάνει ένα τηλεφώνημα από κάποιον πατέρα που του ζητάει απεγνωσμένα βοήθεια για να βρει το παιδί του που έχει εξαφανιστεί. Η υπόθεση θα τον οδηγήσει στο Κάπρι, στον τόπο που ξεχειλίζει από τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας από δύο ανθρώπους που του σημάδεψαν τη ζωή. Η συνάντηση με το παρελθόν θα τον αναγκάσει να αναλογιστεί τη ζωή του, τον έρωτα και όλα όσα αξίζουν στη ζωή.

Continue reading Πες μου να έρθω κι όλα τ’ αφήνω…. αλλά πες μου το.

Posted on

H Εξομολόγηση – Helene Gremillion

Όταν το έπιασα στα χέρια μου και διάβασα το οπισθόφυλλο κάτι με κέντρισε, κάτι που ίσως υπό διαφορετικές συνθήκες θα με άφηνε αδιάφορη. Πιθανά η αναφορά στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο εμμένω να μελετάω -είναι γεγονός ότι η κοινωνική ζωή στη Γαλλία τη συγκεκριμένη περίοδο δε μου ήταν πολύ γνωστή.
Άρχισα να διαβάζω λοιπόν και συντομότατα το ενδιαφέρον μου άρχισε να εντείνεται. Άλλωστε η  Καμίγη, είναι μια γυναίκα που ασχολείται με το βιβλίο (εκδότρια γαρ) στη μέση ηλικία, ανεξάρτητη και «άτσαλη» στην προσωπική της ζωή, κίνητρο ισχυρότατο για να με κάνει να «ασχοληθώ» μαζί της. Continue reading H Εξομολόγηση – Helene Gremillion