
“Τι ωραίο πλιάτσικο” – Τζοναθαν Κόου
Πλιάτσικο Ετυμολογία: < αλβανική plaçkë (=λάφυρο) < σλαβική pljatška
Πλιάτσικο είναι μια κατάσταση η οποία λαμβάνει χώρα σε επιχειρήσεις, σε σπίτια ή γενικά οπουδήποτε υπάρχει πλούτος. Ουσιαστικά είναι η λεηλασία, η οποία συντελείται με την αρπαγή του πλούτου ή πολύτιμων αντικειμένων από σπίτια και μαγαζιά. Δηλαδή πρόκειται για μια μορφή κλοπής, καθώς κάποιος αφαιρεί κάτι που δεν του ανήκει από κάποιον άλλο.
“What a Carve Up!” Αυτός είναι ο πρωτότυπος τίτλος του Βιβλίου “Τι ωραίο Πλιάτσικο” όπως εξαιρετικά μεταφράστηκε από την Τρισεύγενη Παπαϊωάννου στα ελληνικά.
O ιδιωματισμός to carve up (ρ) ή a carve up (ου) στα ελληνικά σημαίνει η δια τεχνικών ή μεθοδεύσεων αποφυγή, απόρριψη, η περιθωριοποίηση μέσω διάσπασης, διαχωρισμού, κατακρεούργησης.
Σαν τίτλος, εννοεί την εφαρμογή της πολιτικής που επιδιώκει την επικράτηση του κεφαλαίου, έναντι των παραγωγικών μαζών που μπορεί να αποτελούνται τόσο από ιθαγενείς όσο και από μετανάστες, με οικονομικές και επιχειρηματικές εφαρμογές που καταλύουν μοντέλα και ήθη, τη “μετάλλαξη” δηλαδή του καπιταλισμού.
Η Βρετανία γνωρίζει τρομαχτικές διακυμάνσεις στα χρόνια που διαδέχονται τον Β’.Π.Π.
Γνωρίζει την αγωνία για ανασυγκρότηση, τις συντηρητικότερες κυβερνήσεις, τις πιο άκαμπτες κοινωνικές και οικονομικές κάστες, τον ψυχρό πόλεμο από την πλευρά των “σωστών” (δεξιών) (rights -ορισμός που προέρχεται από τη θέση των εδράνων στο κοινοβούλιο), των συντηρητικών δηλαδή, αλλά και “εργατικές” κυβερνήσεις, τις μεγαλύτερες αντιδράσεις και αναβρασμούς στη συνειδητή εργατική τάξη, που παρόλο τον συντηρητισμό στον οποίο έχει γαλουχηθεί, αντιδρά έντονα, όμως τελικά παγιδεύεται. Παγιδεύεται σε φαινομενικές καταστάσεις, ή σε πλάνα στα οποία δεν κατάφερε να αντιληφθεί εγκαίρως και να αντιδράσει αποτελεσματικά.
Στο κεφάλαιο του Χένρι, διαβάζουμε:
19 Ιουνίου 1970
Λοιπόν, χάσαμε και καλά να πάθουμε. Τώρα η χώρα θα αποκτήσει την πιο αδιάλλακτη μεταπολεμική κυβέρνηση, κι αυτό είναι καλό. Ο κόσμος θα βγει από την κτηνώδη μακαριότητά του.
Γνώρισα αυτή ακριβώς την Αγγλία, αυτόν τον απόηχο της τραγικής εδαφικής και οικονομικής αυτοκρατορίας που κατέρρευσε αλλά δεν το έμαθε ποτέ. Ο μεγάλος αποικιοκράτης γίγαντας είχε αρχίσει να νιώθει ένα ελαφρύ τρέμουλο στα πόδια. Μια Αγγλία¹ που έκρυβε της πληγές της λαβωμένης της υπερηφάνειας, ταυτόχρονα είχε μόλις αποφασίσει εκ νέου να εκμεταλλευτεί τα “ξένα” (τι ξένα; κόσμος από τις αποικίες και τα προτεκτοράτα ήταν..) εργατικά χέρια, που είχε τσακίσει τις λαϊκές εξεγέρσεις στο εσωτερικό (ανθρακωρύχοι, ναυτεργάτες, σιδηροδρομικοί,
ταχυδρομικοί) με όποιο κόστος. Αυτή η Αγγλία συνέχιζε όχι απλώς και μόνο να καταπιέζει και να απομυζά τις έξι κομητείες της Β. Ιρλανδίας, αλλά να διεξάγει “ιερό πόλεμο” με τους Καθολικούς που ζητούσαν αποτίναξη του Αγγλικού ζυγού και αυτοδιάθεση με ένοπλο αντάρτικο στρατό (ΙΡΑ)².
Η Θάτσερ, λειτούργησε για την Βρετανία όπως σχεδόν ο Χίτλερ για την Γερμανία. Επούλωσε φαινομενικά το πληγωμένο εθνικό και κοινωνικό γόητρο της κυρίαρχης αυτοκρατορίας που είχε εξαπλωθεί σε όλο τον πλανήτη και καθόριζε τις τύχες του κόσμου, όταν ξαφνικά βρέθηκε να πρέπει να απολέσει ένα μεγάλο μέρος τόσο των οικονομικών της προνομίων όσο και του είδους της εδαφικής της επικυριαρχίας. Υπήρξε αδιάλλακτη και σκωπτική απέναντι στα νεωτεριστικά ρεύματα, περιθωριοποίησε τη διαφορετικότητα (κίνημα του Punk κλπ) στην τέχνη και την νεολαία. Κέρδισε έναν πόλεμο (στα νησιά Φώκλαντ), χρησιμοποίησε φαινομενικούς εχθρούς (Σαντάμ) συμμετέχοντας σε πύρρειους νίκες δήθεν κατά της τρομοκρατίας. Στην ουσία βέβαια, ακόμα και στην νέα τάξη πραγμάτων η χώρα δεν βρέθηκε χαμένη, ο κόσμος όμως και οι τάξεις από μεσοαστική και πάνω, ένιωσαν να πληγώνονται και να υποβαθμίζονται, ενώ τα κατώτατα στρώματα συνέχισαν να υφίστανται την ίδια κοινωνική και οικονομική υποβάθμιση.
Λέει στο “Πλιάτσικο” δίνοντας ίσως με τον καλύτερο τρόπο έναν ευστοχότατο χαρακτηρισμό για την Θατσερική εξωτερική πολιτική:
“Τους πουλάμε όπλα και μετά τους τιμωρούμε που τα χρησιμοποιούν”.
Χαρακτηριστικοί οι στίχοι του αντιπολεμικού Final Cut των Pink Floyd:
Brezhnev took Afghanistan. – Ο Μπρέζνιεφ πήρε το Αφγανιστάν³
Begin took Beirut. – Ο Μπέγκιν τη Βηρυτό³a
Galtieri took the Union Jack. – Ο Γκαλτιέρι πήρε την Αγγλική Σημαία³b
And Maggie, over lunch one day, – και η Μάγκι στο μεσημεριανό γεύμα πήρε την απόφαση,
Took a cruiser with all hands. – να βουτήξει ένα καταδρομικό
Apparently, to make him give it back – με σκοπό να τον αναγκάσει να την επιστρέψει.
What have we done, Maggie what have we done – Τι έχουμε κάνει, Μάγκι τι έχουμε κάνει
What have we done to England… – στην Αγγλία;
Should we shout, should we scream – Να φωνάξουμε, να ουρλιάξουμε
What happened to our post war dream? – Τι απέγινε το μεταπολεμικό μας όνειρο;
Oh Maggie what have done? – Αχ, Μάγκι τι κάναμε;
Roger Waters

Το κοινοπολιτειακό καθεστώς όμως, χρησιμοποίησε ωμή αστυνομική βία για να δώσει στους ¨σοσιαλιστές” να καταλάβουν ποιος είναι το αφεντικό, και να κάνει σαφές ότι η χώρα θα ακολουθήσει καπιταλιστική πορεία με ό,τι αυτό συνεπάγεται. (Ας μην ξεχνάμε ότι η κυβέρνηση Θάτσερ στήριξε τον Πινοσέτ). Πολύ σωστά ο Κόου περιγράφει την “άρχουσα” τάξη με ευρηματικό χιούμορ. Στήνει μια οικογένεια που κάθε μέλος της αντιπροσωπεύει όλες τις δραστηριότητες στις οποίες είχε επιδοθεί η Βρετανία και οι σύμμαχοί της στην ψυχροπολεμική περίοδο. Εμπόριο όπλων, αντικατασκοπία, παραπλάνηση και χειραγώγηση μέσω των ΜΜΕ, τρελές αγελάδες και φαγητά αμφιβόλου ποιότητας, συντηρητική άσκηση εξουσίας, καταστολή προοδευτικών ή λαϊκών δυνάμεων ακόμα και με τα όπλα… κοινώς: βία και οικονομική διαπλοκή.
Στη σελίδα 75, σε δύο παράλληλες στήλες παρατίθεται κείμενο που η δημοσιογράφος κυρία Γουίνσο (η οποία αμειβόταν -όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο συγγραφέας- με ποσό εξαπλάσιο του μισθού ενός πτυχιούχου καθηγητή ή οκταπλάσιο του μισθού μιας νοσοκόμας του Εθνικού Συστήματος Υγείας) έγραψε όταν βρισκόταν σε διαφορετική “πολιτική φάση” με τέσσερα χρόνια απόσταση το ένα από το άλλο, όπου το ίδιο γεγονός ανακατασκευάζεται ώστε να εξυπηρετήσει την ακριβώς αντίστοιχη πολιτική τάση.
Ο Κόου είναι λίγο “Ταραντινικός”. Σουρεαλιστικές περιγραφές προσώπων και καταστάσεων κάνουν τον αναγνώστη να αμφιταλαντεύεται μεταξύ έκπληξης και διασκέδασης, γέλιου και τρόμου. Το φοβερό του μαύρο, βρετανικό χιούμορ είναι σαν μαστίγιο. Αν για εμάς είναι “τσουχτερό” για τους ίδιους τους Άγγλους είναι εύστοχο, και λειτουργεί σαν απολύτρωση ή αποδοχή, μια που άσχετα με το τι προβάλουν προς τα έξω ή τι έχουν αποφασίσει να ακολουθήσουν έχουν πλήρη συναίσθηση και συνείδηση (τουλάχιστον στις προηγούμενες δεκαετίες) του οικονομικού, κοινωνικού και εθνικού τους στάτους. Οι Άγγλοι έχουν ταξική συνείδηση και σέβονται, στηρίζουν και τιμούν την τάξη τους, όποια κι αν είναι αυτή. Ο Κόου τους ξεγυμνώνει. Γράφει με τέτοιο τρόπο, που ο μη Βρετανός, ανυποψίαστος αναγνώστης δεν θα παρατηρήσει καν την ειρωνεία και τον σαρκασμό, τουλάχιστον στην αρχή. Μερικές φορές θα νομίσει ότι “αυτή η αντίθεση” του είναι αδιανόητη και “δεν κολλάει”. Όμως είναι το παιχνίδι του ταλαντούχου συγγραφέα ο οποίος χειρίζεται με εξαιρετική μαεστρία όλα τα εκφραστικά μέσα που του παρέχει η ευρηματική γλώσσα του. Παράλληλα ο Βρετανός κατανοεί, αποδέχεται, εναντιώνεται, μια που το επίπεδο της αυτογνωσίας και του αυτοσαρκασμού του είναι ιδιαιτέρως υψηλό. Ο Τζόναθαν Κόου είναι η όψη του νομίσματος “σάτιρα και σαρκασμός” που στην άλλη πλευρά του απεικονίζεται ο Τομ Ρόμπινς. Αυτό που στον Ρόμπινς είναι προφανές και ευδιάκριτο (vulgarly overt), στον Κόου δουλεύει σε δεύτερο επίπεδο, λίγο πιο τεχνικά, υποσυνείδητα και ήπια, αλλά ουσιαστικά καυστικά.
Στις σελίδες και στους χαρακτήρες του “Πλιάτσικου” μερικές φορές νομίζουμε ότι βλέπουμε τον Μίστερ Μπιν, αλλά βλέπουμε και τις διαβολικές φάτσες των Μπλερ και Θάτσερ, ενώ το πρόσωπο του Χάρολντ Ουίλσον των εργατικών είναι παρελθόν, μια ξεθωριασμένη ανάμνηση. Σήμερα γνωρίζουμε καλά ότι το κεφάλαιο και οι λογαριασμοί που ανοίγει ο Κόου με αυτή την περίοδο της Βρετανικής ιστορίας, που ο ίδιος πριν λίγα χρόνια υποστήριξε ότι κλείνει με το 11, στην ουσία ολοκληρώνεται με το Μπρέξιτ και τη”Μέση Αγγλία”.
Το βιβλίο αυτό είναι μια δριμεία και σε βάθος κριτική για το πώς “εγκαταστάθηκε” ο καπιταλισμός και “μεταλλάχθηκε” στον παραπλανητικό και ηχητικά ανώδυνο “νεοφιλελευθερισμό”. Ο Κόου χρησιμοποιεί μια υπόθεση αστυνομικού θρίλερ -ο ίδιος εραστής του απρόβλεπτου και θαυμαστής του “Αγκαθα-Κριστισμού” – ώστε να φτάσει στο στόχο του. Ένα θρίλερ όπου οι πρωταγωνιστές θα μπορούσαν να μπαινοβγαίνουν στις σελίδες του βιβλίου χέρι με χέρι με τον Ηρακλή Πουαρό.
Είναι ένα σαγκά που ακολουθεί την πορεία της οικογένειας Γουίνσο από την 30η Νοέμβρη 1942, όπου το μέλος της, Γκόντρφρι Γουίνσο -ένα από τα τέσσερα αδέρφια-, αεροπόρος της ΡΑΦ, χάνεται με το αεροπλάνο του και δηλώνεται ως καταρριφθής εκ των Γερμανών, πράγμα που από κάποιο μέλος της οικογένειάς του, αμφισβητείται. Το μέλος αυτό, -η υπερευαίσθητη ψυχικά και νοητικά “γεροντοκόρη”, αδερφή Ταμπίθα-, ενώ παρουσιάζει διαταραχές, είναι μάλλον το πιο ψύχραιμο άτομο όσο αφορά την αντίληψη των πραγμάτων και των χαρακτήρων της οικογένειας. Αυτή λοιπόν σε προχωρημένη ηλικία, προσλαμβάνει τον αφηγητή-συγγραφέα Μάικλ Όουεν να γράψει την ιστορία της οικογένειάς της. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια συμμορία τύπου μαφιόζικης Σιτσιλιάνικης οικογένειας αλλά στο πιο φλεγματικό. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, όποια μεθόδευση κι αν διακρίνεις, όποιος θάνατος-φόνος δεν μοιάζει και τόσο αθώος, κάποιος Γουίνσο είναι από πίσω. Πουλάνε, αγοράζουν, περιουσίες, επιχειρήσεις, ζωές…. Μεθοδεύουν την παραπλάνηση της κοινής γνώμης και αφαιρούν τα δημόσια κοινωνικά αγαθά με ιδιωτικοποιήσεις (που μελλοντικά θα αποδειχτούν άστοχες και αναποτελεσματικές), συγχωνεύσεις κι όλων των ειδών τα οικονομολογικά τερτίπια που συνήθως ξεκινούν από το Σίτι.
«Δεν υπάρχει λόγος να περνάς μια σκανδαλώδη νομοθεσία και μετά να δίνεις στους άλλους το χρόνο να προετοιμαστούν. Πρέπει να παρεμβαίνεις αμέσως και να την επικαλύπτεις με κάτι ακόμα χειρότερο, προτού η κοινή γνώμη προλάβει να καταλάβει το κακό που τη βρήκε».
Πάγια πρακτική των αδιαφανών και ανειλικρινών κυβερνήσεων σε συνεργασία με τα ξεπουλημένα ΜΜΕ: Ντόρος για δήθεν σκάνδαλα, στροφή του ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης σε συγκεκριμένα ανούσια ζητήματα που όμως φανατίζουν, λίγο πριν τα κοινοβούλια ψηφίσουν άδικους, αντιλαϊκούς και κατασταλτικούς νόμους.
Εντυπωσιακός είναι ο τρόπος που επιλέγει ο Κόου να αναδείξει το πώς κάθε νέα γενιά Γουίνσο, από το στάδιο της αφέλειας, περνά στο στάδιο της ένοχης πονηρής συνωμοσιακής συνενοχής. Διαβάζοντας π.χ. τα ημερολόγια του Χένρι, φαίνεται το πέρασμα από την ανέμελη εφηβεία, στο στάδιο της μύησης στην τάξη και την οικογένεια. Η φρίκη του πολέμου δεν θα αγγίξει τον Χένρι. Θα μάθει στην πορεία για αυτό. Εντάσσεται μεν σε έναν στρατό, αλλά αυτός δεν είναι ο στρατός που πολεμά σε χαρακώματα. Είναι αυτός που καθορίζει τα πάντα, απλά γιατί μπορεί. Το κάνει χωρίς λύπη, δεύτερες σκέψεις, αναστολές και δισταγμούς.
Το βιβλίο για τον συγγραφέα του, είναι ένα παιχνίδι σημειολογίας. Ο Κόου, κατάφερε να εντάξει πολλά στοιχεία από την ομώνυμη ταινία του Πατ Τζάκσον του 1961, μια κωμωδία τρόμου η οποία “πρωταγωνιστεί” στο βιβλίο, αφού ο συγγραφέας-αφηγητής Μάικλ Όουεν εμφανίζεται να την παρακολουθεί ξανά και ξανά στα παιδικά του χρόνια, ενώ το τελευταίο μέρος του βιβλίου, ακολουθεί την πλοκή της ταινίας. Στην πραγματικότητα, εκτός από πηγή έμπνευσης , είναι ένας άξονας γύρω από τον οποίο αναπτύσσεται ελικοειδώς σαν DNA η υπόθεση του βιβλίου.
Ξαναδιαβάζοντας το “πλιάτσικο” δέκα χρόνια μετά από την πρώτη ανάγνωση, λόγω της ενασχόλησης της αναγνωστικής μας λέσχης με αυτό, μένω εκστατική.
Οι λόγοι είναι δύο:
Πρώτα, επιβεβαιώνω το πόσο μεγάλος συγγραφέας είναι ο Κόου, και αυτό φαίνεται σε ετούτο, ένα από τα πρώιμα μυθιστορήματά του. Επίσης, αναγνωρίζω το μεγαλείο του, ως πολιτικό και κοινωνικό ον, με λόγο και έκφραση, με φοβερή οξυδέρκεια και ξεκάθαρη σκέψη και μάλιστα σε μια χώρα όπως είναι η Βρετανία.
Δεύτερον, νιώθω ανατριχίλα στη ραχοκοκκαλιά μου και μόνο αναγνωρίζοντας τις πρακτικές και τις μεθοδεύσεις των οικονομικών συστημάτων ακόμα από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ενώ κάποιες -θα μπορούσε κανείς να πει- θεατρικές σκηνές στον πλανήτη, επαναλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο, με το ίδιο μένος, με τις ίδιες μεθόδους, απλά με ανανεωμένα εργαλεία. Αυγανιστάν, Ιράκ, Σαντάμ, Καντάφι, πετρελαϊκό ζήτημα, τρελές αγελάδες, Χιλή, Πινοσέτ, Αργεντινή, αλλά και Συρία, Βολιβία, Ισραήλ, Κουρδικό ζήτημα, Brexit, Monsanto και η Σιβηρία και o Αμαζόνιος στις φλόγες…
Σε ποιο έργο θεατής; Με φρίκη διαπιστώνω την αντικειμενοποίηση του ανθρώπου, την μετατροπή του σε μηχανή σίτισης του κεφαλαίου και ο Κόου τα έχει πει όλα, με αφορμή τις υποψίες μιας μισότρελης γηραιάς γεροντοκόρης για το θάνατο του αδερφού της…
Το “Τι ωραίο Πλιάτσικο” είναι αντικειμενικά ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Εικοσιπέντε χρόνια μετά την συγγραφή του, παραμένει επίκαιρο, δυνατό και ζωντανό. Ένα μυθιστόρημα για το πρόσφατο παρελθόν και για το σήμερα, για τον κάθε αναγνώστη που έχει τα μάτια και τα αυτιά του μυαλού του ανοιχτά.
Για την Αναγνωστική Λέσχη ΠΡΟΜΗΘΕΥΣ,
Β. Μ..
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
1. Μιλώντας για Αγγλία και όχι Βρετανία εννοούμε τον κεντρο-νοτιο-ανατολικό κορμό της χώρας, αφού οι Σκώτοι, οι Ουαλοί και οι Βοριοϊρλανδοί αντιμετώπιζαν πολύ διαφορετικά το νέο για αυτούς συχνά τρομαχτικό πρόσωπο της Νέας Βρετανίας. Άλλωστε αυτοί υπήρξαν πάντοτε “κατακτημένοι”.
2. Μετά από δεκαετίες αντιθέσεων και ένοπλου αγώνα, θάνατος του Μπόμπι Σαντς (Ρόμπερτ Τζέραρντ Σαντς ) στις φιλακές Μέιζ μετά από γενικευμένη απεργία πείνας το 1981. Οι απεργοί πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλον και συγγενείς και πολιτικοί κύκλοι ζήτησαν από την Θάτσερ να διαπραγματευτεί με τους κρατούμενους. Η απάντησή της ήταν: “Ένα έγκλημα, είναι ένα έγκλημα.” Ο Μπόμπι Σάντς, ο οποίος είχε οριστεί αρχηγός του ΙΡΑ πέθανε μετά από 66 ημέρες απεργίας. Ο θάνατός του όμως, έκανε τον κόσμο να δει αυτή τη μεριά του κόσμου με διαφορετικό μάτι.
3. Το Δεκέμβρη του 1979 οι Ρώσοι εισβάλουν στο Αφγανιστάν, εκθρονίζουν τον πραξικοπηματία Αμίν και εγκαθιστούν στην εξουσία τον Μπαμπράκ Καμάλ, ένα άβουλο ανδρίκελο.
3a. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μεναχέμ Μπέγκιν ηγήθηκε των Ισραηλινών επιθέσεων στη Συρία.
3b. Ο Στρατηγός Λεοπόλντο Γκαλτιέρι ήταν ο ηγέτης της Χούντας της Αργεντινής – μια από τις σκληρότερες στην ιστορία- θεώρησε ιστορική ευκαιρία να ανακατάλβει τα νησιά Φώκλαντ και να αποκαταστήσει την αδικία που έκαναν στη χώρα του οι Βρετανοί το 1833.


εντυπωσιακό έργο στο τομέα της λογοτεχνίας, σε μια ιδεώδη κατεύθυνση “den som inom litteraturen har producerat det mest framstående verket i en idealisk riktning” .
Αξιομνημόνευτη ήταν η βράβευση του Σαν Πολ Σαρτρ το 1964, ο οποίος αρνήθηκε το βραβείο για φιλοσοφικούς, πολιτικούς και ηθικούς λόγους.
που σε όλη του τη λογοτεχνική ζωή προσπάθησε να απελευθερώσει τον δέκτη (αναγνώστη ή ακροατή και θεατή) είτε μέσα από τα θεατρικά του έργα, είτε μέσα από τα λογοτεχνικά πεζά ή περιηγητικά του κείμενα, από την μανιερίστικη λογική καλουπωμένης πρόσληψης των νοημάτων του κειμένου και την ψευτο-μοντέρνα έκφραση, λέγοντας ουσιαστικά πράγματα με ασυνήθιστο τρόπο.
γιορτή για το βιβλίο. Μνήμες όπως: η πλειοψηφία του κόσμου (επισκέπτες και εκθέτες) κάτω από τα μόνιτορ που μεταδίδουν τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας και την ανακοίνωση του νικητή, η μέρα π.χ. που όταν ακούστηκε το όνομα του Ορχάν Παμούκ σείστηκε η Frankfurter Messe απ’ άκρη σ’ άκρη, η συγκίνηση, η χαρά, μετέπειτα τα πηγαδάκια, οι παρουσιάσεις, τα πάνελ που δημιουργούνταν και μεταδίδονταν στις τηλεοράσεις όλου του κόσμου, ακόμα και η ώθηση των εμπορικών συναλλαγών, θα πάψουν να υπάρχουν και η αίσθηση της έκθεσης θα αποχρωματιστεί, ενώ η δύναμή της θα πάψει να είναι η ίδια.
Η εκκλησιαστική προφορική έκφραση και η θρησκευτική δοξασία, θεωρεί ότι το καράβι είναι ένας συμβολισμός της γέννησης της νέας πλεύσης στη ζωή του ανθρώπου, παράλληλα με την γέννηση του Θεανθρώπου.
κρατώντας τα πήγαιναν να πουν τα κάλαντα. Τα καραβάκια αυτά λειτουργούσαν ως “παγκάρι” για τα γλυκά και τα χρήματα (ανάλογα την περιοχή και τις συνήθειες).
Ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας του Αμορίου ο Μιχαήλ ο Γ’ ο επονομαζόμενος “Μέθυσος” (842-867), κάποια παραμονή πρωτοχρονιάς διέταξε να στήσουν ένα έλατο στο κέντρο της πλατείας του Ταύρου, όπου σκαρφάλωσε ο ίδιος και κρέμασε επάνω στο δέντρο μεγάλα και χοντρά κεριά, τα οποία και άναψε την ώρα που οι καμπάνες σήμαιναν την αλλαγή του χρόνου. Το θέαμα ήταν εντυπωσιακό και αρκετοί τοπικοί άρχοντες του Βυζαντίου το μιμήθηκαν ακόμα κι από την επόμενη χρονιά. Αργότερα οι σταυροφόροι που κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη το υιοθέτησαν και το μετέφεραν ως έθιμο στη δύση. Στην πραγματικότητα λοιπόν το Χριστουγεννιάτικο Έλατο, είναι ένα “αντιδάνειο” που στην ουσία εμείς οι Έλληνες, ή τέλος πάντων οι κάτοικοι ή κληρονόμοι της πάλαι ποτέ Βυζαντινής Αυτοκρατορίας θα πρέπει να υποστηρίζουμε ένθερμα και να διεκδικούμε την καταγωγή του και την “πατρότητά” του.
Το πρώτο δέντρο που στολίστηκε ήταν στα ανάκτορα το 1833. Οι Αθηναίοι που δεν είχαν ξαναδεί στολισμένο δέντρο, συνέρρεαν να το χαζέψουν και το “παλάτι” είχε τοποθετήσει ακόμα και φρουρούς για να μην κλαπούν ή καταστραφούν τα στολίδια του. Μάλιστα τόσος ήταν ο θαυμασμός και η έκφραση χαράς και ενδιαφέροντος του κόσμου, που το δέντρο παρέμεινε στη θέση του στολισμένο μέχρι το τέλος του Ιανουαρίου.
Ο Αρτούρο Πέρεθ Ρεβέρτε, γεννήθηκε στο λιμάνι της Καρθαγένης το 1951. Άρχισε να σπουδάζει Δημοσιογραφία και παράλληλα Πολιτικές Επιστήμες. Στα 22 του άρχισε κιόλας να εργάζεται ως δημοσιογράφος -και μάλιστα επιλέγοντας το πολεμικό ρεπορτάζ- αρχικά στο Diario Pueblo και στη συνέχεια στην Ισπανική Τηλεόραση. Έζησε από κοντά και κατέγραψε όλους τους σύγχρονους πολέμους του πλανήτη. Κάλυψε τα γεγονότα της Κύπρου, τον πόλεμο στο Λίβανο και την Ερυθραία, όπου μάλιστα «χάθηκε» για αρκετούς μήνες και σώθηκε από τους αντάρτες, ενώ αναγκάστηκε να πολεμήσει κι ο ίδιος για τη ζωή του. Στη συνέχεια κάλυψε την επέμβαση των Βρετανών στα νησιά Φώκλαντ, και την ανατροπή του καθεστώτος στη Νικαράγουα από τους Σαντινίστας. Ακολούθησαν η Λιβύη και το Σουδάν αλλά και η επέμβαση στον Περσικό Κόλπο και τέλος η διάλυση της Γιουκοσλαβίας με τελική ανταποκρητική δραστηριότητα στον πόλεμο της Βοσνίας, για τον οποίο έχει εκφράσει αρκετούς από τους προβληματισμούς του στο βιβλίο του «Ο Ζωγράφος των Μαχών».
Συνέχισε με τον «Δάσκαλο της ξιφασκίας», ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα εποχής με εντυπωσιακά δυνατούς χαρακτήρες που είτε πρωταγωνιστούν είτε έχουν περιφερειακούς ρόλους στην πλοκή του βιβλίου. Στα ελληνικά, ο «δάσκαλος» έτυχε μιας εξαιρετικής μετάφρασης από το Χάρη Παπαγεωργίου, που απέδωσε ίσως με τον καλύτερο τρόπο την γεμάτη θεωρητικές αντιθέσεις σχέση των δύο πρωταγωνιστών αλλά και τη λογοτεχνική και δομική αξία του μυθιστορήματος.
Η μεγάλη επιτυχία όμως έρχεται το 1990 με τον «Πίνακα της Φλάνδρας». Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που όμως χρησιμοποιεί την αστυνομική υπόθεση ως όχημα για να αναδείξει τους εκπληκτικούς χαρακτήρες αλλά και το ταλέντο του συγγραφέα που περιγράφει αριστοτεχνικά τις εσωτερικές τους συγκρούσεις και αντιθέσεις.
Το 1993 εκδίδεται ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του, που στη συνείδηση και των πιο απαιτητικών αναγνωστών από αυτούς του «Πίνακα» τον κατέστησαν μεγάλο συγγραφέα και λογοτέχνη, η «Λέσχη Δουμά» με τον υπότιτλο: “Η σκιά του Ρισελιέ.” Είναι ένα μυθιστόρημα που κινείται μεταξύ του πραγματικού και του φανταστικού, του αστυνομικού θρίλερ και της φιλοσοφικής αναζήτησης, του γρίφου και του συμβολισμού. Πέρα από αυτό όμως είναι ένα βιβλίο για το ίδιο το βιβλίο αλλά και για την ανθρώπινη μισαλλοδοξία, ματαιοδοξία και το φόβο του θανάτου. Ο κεντρικός ήρωας παλεύει και ζει μεταξύ φυσικού και μεταφυσικού, κάνει σχέση με μια γυναίκα-δαίμονα ή άγγελο και λύνει το μυστήριο της υπόθεσης χρησιμοποιώντας τη ζωή και το χαρακτήρα του ανθρώπου και λογοτέχνη Αλεξάνδρου Δουμά και των χαρακτήρων των μυθιστορημάτων του. Πρόκειται επίσης για ένα βιβλίο γεμάτο συμβολισμούς αποτυπωμένους και στις γκραβούρες του βιβλίου που αναζητείται ώστε να εξασφαλίσει στον κάτοχό του την αιώνια ζωή. Το βιβλίο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Ρόμαν Πολάνσκι με τον τίτλο «Η ένατη πύλη» και με πρωταγωνιστή τον Τζόνι Ντεπ στο ρόλο του Κόρσο του εξπέρ-ντετέκτιβ βιβλίων.
Ακολουθούν κάποια μυθιστορήματα που δεν μεταφράστηκαν στα ελληνικά αλλά και κάποια από τα βιβλία που αποτελούν το sequel του Λοχαγού Αλατρίστε (άλλη μια κινηματογραφική επιτυχία με τον Βίγκο Μόργκενσεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο).
Ο «Ναυτικός Χάρτης» το 2000 είναι μια περιπέτεια. Μια περιπέτεια από αυτές που ο ίδιος έζησε στα νιάτα του και που εξακολουθεί να ζει στις περιπλανήσεις με το σκάφος του. Αυτό το βιβλίο σου κάνει σαφές ότι δεν πρόκειται μια απλή περιπέτεια, αλλά για την αέναη αναζήτηση του εαυτού, τη μάχη της δύναμης και της αδυναμίας. Ένα από τα στοιχεία που πραγματεύεται, είναι η παραίτηση και πότε ή για ποιους λόγους έρχεται αυτή, ακόμα και τη στιγμή που κανείς θεωρεί ότι γνωρίζει ή έχει δοκιμάσει και την τελευταία ικανότητά του.
Στο ζωγράφο των μαχών περιέγραψε πράγματα που είχε ο ίδιος δει και είχε ζήσει. Στις καθημερινές συζητήσεις του Βόσνιου με τον ζωγράφο εξέφρασε τα δικά του διλήμματα έφτιαξε το δικό του ισοζύγιο για το σωστό και το λάθος, το ηθικό και το ανήθικο, τη ζωή και το θάνατο, τη δουλειά και το χρέος…. που όμως είναι θέματα που προβληματίζουν τον άνθρωπο γενικότερα σε όποιο μετερίζι κι αν κοπιάζει και αγωνίζεται και όχι μόνο τον συγγραφέα. Και το τέλος, φτιαγμένο από την ύλη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, λύτρωσε την αδικία και την τραγικότητα του ανθρώπου, χρησιμοποιώντας ένα δυνατό συμβολισμό και δίνοντας τη λύση στο ηθικό αδιέξοδο. Όταν το διαβάσαμε σκεφτήκαμε με τρόμο ότι αυτό μοιάζει με κύκνειο άσμα. Ήταν όμως ίσως (και ευτυχώς), το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών του συγγραφέα με την καριέρα του ως πολεμικός ανταποκριτής και που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε εκφράσει στο κοινό του ίσως γιατί ακόμα μέσα του δεν είχε ξεκάθαρη θέση.
“Το «Τανγκό της Παλιάς Φρουράς» είναι ένα πολύτιμο βοήθημα για τη διαχείριση της ήττας, πολιτικής και συναισθηματικής, αλλά και των γηρατειών, ως αναπόσπαστο τμήμα της. Όπως είχε πει και ο Γκρέγκορυ Χάουζ παλιότερα, αναφερόμενος σε αυτά, «μπορείς να ζήσεις με αξιοπρέπεια αλλά όχι και να πεθάνεις με αυτήν σε ένα σώμα υπό κατάρρευση». Στο βιβλίο του ο Ρεβέρτε αποδίδει το συναίσθημα ενός κόσμου που τελειώνει και της απεγνωσμένης προσπάθειας του ήρωά του να γαντζωθεί από αυτόν, να μην τον αφήσει να χαθεί. Στις σελίδες του συναντάμε μια συγκλονιστική (όσο και ευχάριστα ερεθιστική) αφήγηση του ηδονισμού, μακριά από ηθικές κρίσεις. Της ηδονοθηρίας της αστικής τάξης που οι θιασώτες της εργατικής απελευθέρωσης προτίμησαν να κατακρίνουν, για να διατηρήσουν τον «νέο άνθρωπο» σκλάβο της νόρμας και της παραγωγής. Η Μέτσα Ινθούθα δεν προσβάλλει παρά μόνο έναν καθωσπρέπει ηθικισμό και δεν του επιτρέπει ταυτόχρονα να την προσβάλλει. Και από αυτήν όμως στο τέλος δεν μένουν παρά μόνο οι αναμνήσεις αφού από ένα σημείο και μετά το πέρασμα του χρόνου, όταν δεν συνοδεύεται από μια διαρκή κριτική στάση απέναντι στα κελεύσματα της κάθε εποχής, καθιστά τις συμβάσεις θελκτικές. Και κάτι ακόμα, το βιβλίο αυτό αποκαθιστά ως ένα βαθμό, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια, τον τυχοδιωκτισμό ενός κομματιού της εργατικής τάξης που η αριστερά βιάστηκε να απαξιώσει τσουβαλιάζοντας κάθε έκφραση του υπό τον χαρακτηρισμό «λούμπεν». Οπωσδήποτε ο Μαξ Κόστα είναι ένας λογοτεχνικός ήρωας προορισμένος να καταστεί συμπαθής, όμως και στην πραγματική ζωή έχει λιγότερο τσαμπουκά· μια πόρνη που εκτίθεται χωρίς καμιά «πανοπλία»ή ένας φτωχοδιάβολος διαρρήκτης από έναν βιομηχανικό εργάτη;”
Πιάνοντάς το στο χέρι σου και πριν ανοίξεις την πρώτη σελίδα, αναρωτιέσαι: Πόσο καλύτερος μπορεί να γίνεται ένας συγγραφέας…. Κι όμως, σε αυτό το βιβλίο ο Πέρεθ-Ρεβέρτε ξεδιπλώνει τη μαεστρία και την εφευρετικότητά του όπως ίσως σε κανένα άλλο. Καταφέρνει να χαράζει μέσα στο ίδιο βιβλίο και σχεδόν ταυτόχρονα, δύο διαδρομές: της υπόθεσης που “τρέχει” σε παρελθοντικό χρόνο, και του ερευνητή-συγγραφέα που αναζητεί τα στοιχεία, τα γεγονότα και την αλήθεια ώστε να συγγράψει και να αναπλάσει την ιστορία. Η μαεστρία του, έγκειται όχι μόνο στο ότι καταφέρνει να τα καταγράψει με ακρίβεια, αλλά χρησιμοποιεί ένα ευφάνταστο τρικ για να στήσει το σασπένς όπως ίσως μόνο αυτός ξέρει. Βάζει λοιπόν τις δύο υποθέσεις να τρέχουν παράλληλα μέχρι που αυτές συγκλίνουν και συναντιούνται και μετά χωρίζονται πάλι.
“Ο δικός μου τρόπος να αντιμετωπίζω τα πράγματα είναι να βλέπω τις συμπεριφορές σαν μέρος των κανόνων. Όπως το πιόνι ή ο ιππότης σε μια παρτίδα σκακιού, δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό αλλά κινείται σύμφωνα με τους κανόνες του παιχνιδιού έτσι ο Σέρβος που σκοτώνει κόσμο στη Βοσνία, ή ο εθελοντής της ανθρωπιστικής βοήθειας που σώζει παιδάκια στο Σουδάν, είναι τα δύο πρόσωπα του ίδιου ζώου.”, θα πει ο ίδιος στην Νας.
