Μια ιστορία μικρή, που διαρκεί από την άνοιξη έως τον Νοέμβριο κάποιου έτους του μεσοπολέμου αλλά και τόσο μεγάλη, έτσι όπως την αφηγείται ο Χέρμαν Μπροχ, καθηλώνει τον αναγνώστη. Είναι μια ιστορία που την πλησιάζεις, την παρακολουθείς, γνωρίζεις τα πρόσωπα και πώς ζουν σ’ εκείνο τον τόπο που είναι μοιρασμένος ανάμεσα στις καλλιέργειες, στο Κάτω Χωριό και στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου, που πρόκειται να συμβεί, στο Πάνω Χωριό (Κούπρον).
Ένας ξένος θα έρθει και θα ταράξει τα νερά στους ντόπιους εξωθώντας τους σε μια καθοριστική στροφή ζωής. Τι θα γίνει ακριβώς το υποψιάζεται ο αναγνώστης σιγά σιγά. Ο συγγραφέας θα μας το αποκαλύψει αργά, προσεκτικά, γιατί έτσι διαλέγει να μας βάλει να παρακολουθήσουμε πώς θα μυηθούν οι συμμετέχοντες στην αλλαγή που πρόκειται να συμβεί.
Η διαδικασία αυτής της στροφής στη ζωή τους, για την οποία άλλοι συμφωνούν και άλλοι όχι, παίρνει τη μορφή μύησης μέσα από λατρευτικά έθιμα που συνηθίζονται να τελούνται σ’ αυτό τον τόπο. Μέσα όμως στην εορταστική τελετή η ψυχολογία της κοινότητας αλλάζει, γίνεται πανηγυρική, εκστατική, διονυσιακή.
Ο ξένος, ο Μάριους Ράτι, που αναζητά χρυσάφι στο βουνό που βρίσκεται στο Πάνω Χωριό όπου έχει αρχίσει η εξόρυξη, βρίσκει ακόλουθους που θα τον βοηθήσουν παρά τους κινδύνους που υπάρχουν. Η εξόρυξη, οι στοές, τα απρόοπτα θα προκαλέσουν δυσάρεστα γεγονότα.
Όλο το αφήγημα μάς το μεταφέρει ο «παντογνώστης» γιατρός των δύο χωριών που τους γνωρίζει όλους και τους επισκέπτεται για να βοηθήσει και να θεραπεύσει όποιον τον χρειαστεί μικρό ή μεγάλο. Αυτός θα συνομιλεί με όλους, θα τους συμβουλεύει αλλά και θα τους θέτει ερωτήματα γι’ αυτό που πάνε να κάνουν. Κάποιοι θέλουν διακαώς να πραγματοποιηθεί το σχέδιο του Μάριους και αυτούς τους χειραγωγεί ο «ξένος». Ο συγγραφέας δεν αφήνει καμία γραμμή της ιστορίας του να πάει χαμένη. Επιστρατεύει τη φιλοσοφία, την υπαρξιακή αναζήτηση, τη λειτουργία του ασυνείδητου, τη μεταφυσική, τάσεις που είναι κυρίαρχες στην εποχή του. Καταγράφει προσεκτικά τη φύση, τη θερμή σύμμαχο του ανθρώπου αλλά και απρόβλεπτη δύναμη. Σε μια αναλυτική παρακολούθηση της ζωής των αγροτών και των οικογενειών τους, ο αναγνώστης πλησιάζει όλο και περισσότερο και παρακολουθεί τους κινδύνους στους οποίους εκτίθενται για να ικανοποιήσουν τις επιδιώξεις ενός και μόνου προσώπου: του Μάριους Ράτι, με την υπόσχεση ότι θα φέρει και σ’ αυτούς πλούτο.
Η ψυχολογία τους πράγματι αλλάζει. Το ενδιαφέρον κορυφώνεται. Ο Μάριους έχει πετύχει τον σκοπό του, έχει εισβάλει στην ψυχολογία της μάζας και έχει παρασύρει το πλήθος σε ριψοκίνδυνες ενέργειες που διαταράσσουν την ισορροπία της κοινότητας, αλλοιώνουν τις μεταξύ τους σχέσεις και συμβαίνουν έως και απώλειες ζωών. Τίποτε δεν θα είναι όπως πριν.
Ο αναγνώστης θα γνωρίσει τους βασικούς ήρωες που είναι ο γιατρός, ο Μίλαντ , κτηματίας, η κόρη του Ίρμγκαρντ, ο Βέλτσεν, ο Βέτσι. Θα συναντάει επανειλημμένα την κυρίαρχη και αρχετυπική μορφή, τη μάνα Γκίσον, αλλά και άλλα πρόσωπα. Η ζωή στο Πάνω Χωριό και στο Κάτω Χωριό έχει αλλάξει.
Ο συγγραφέας μάς παραπέμπει στην Ευρώπη, τότε που η εξουσία εισχώρησε στην ψυχολογία της μάζας, τη μετέτρεψε σε καταλυτική δύναμη και έτσι διαπέρασε δύο παγκόσμιους πολέμους και έναν μεσοπόλεμο.
Είναι ένα μυθιστόρημα που περικλείει πολλά από εκείνα τα στοιχεία που οδηγούν μια κοινότητα ανθρώπων, μικρή ή μεγάλη, στην επιρροή του θυμικού και στην αλλοίωση της κρίσης εξάπτοντας τις συνειδήσεις τους. Κύριο μέσο είναι η εξουσιαστική επιβολή χωρίς ηθικές αναστολές. Ο παραλληλισμός με ό,τι έζησε η Ευρώπη στον 20ό αι. συνυπάρχουν με την ελπίδα μέσα από τη γέννηση, την ανανέωση της φύσης και τη θεϊκή δύναμη που θα βοηθήσουν τον άνθρωπο να συνεχίσει τη ζωή.
«Τα Μάγια» είναι ένας τίτλος που προκαλεί περιέργεια για να βρούμε εκείνον που μαγεύει αλλά και να ερευνήσουμε τη δύναμη που αυτά έχουν. Πάντα θα υπάρχει μία Κίρκη που θα μεταμορφώνει τους συντρόφους του Οδυσσέα για τον δικό της σκοπό. Η δύναμη του μύθου διαπερνά τις ενέργειες των κατοίκων αυτών των δύο χωριών.
Η δύναμη της λογοτεχνίας μέσα από τη γραφή του Hermann Broch μάς έδωσε ένα κορυφαίο μυθιστόρημα.
Στου Χατζηφράγκου ή Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας, του Κοσμά Πολίτη
Βασιλική Μανουσαρίδου
Πρόκειται ίσως για ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της εποχής του. Γράφτηκε μέσα σε πέντε μήνες (μετά από 16 χρόνια που ο συγγραφέας δεν εκφράστηκε συγγραφικά), και εμφανίστηκε την ίδια χρονιά με τα “Ματωμένα Χώματα” της Διδώς Σωτηρίου και “Το Αϊβαλί η Πατρίδα μου” του Φώτη Κόντογλου.
ΟΜΩΣ! Σε τίποτα δεν μοιάζει με αυτά τα σύγχρονά του βιβλία. Γιατί στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μια περιγραφή της Μικρασιατικής Καταστροφής, ούτε επικεντρώνεται στον ανθρώπινο πόνο της απώλειας και του ξεριζωμού.
Είναι και δεν είναι ένα μνημόσυνο για μια άλλη εποχή, μια πόλη που έπαψε να υπάρχει με τη μορφή που είχε μέχρι το τετραήμερο που αποτέλεσε το χρονικό σημείο μηδέν. Ένα μνημόσυνο όμως που μοιάζει περισσότερο με υμνητικό άσμα τροβαδούρου που τραγουδά για μια μαγική πολιτεία που ξαφνικά έπαψε να υπάρχει.
Γραμμένο στα 1962 όταν ο συγγραφέας ήταν ήδη αρκετά μεγάλος (74 ετών), αναπλάθει κάτι που θα μπορούσε να μην είναι ακριβώς έτσι. Όπως αναφέρει και η Νόρα Αναγνωστάκη “το βιβλίο στηρίζεται στην ολισθηρή σε χιλιάδες ατραπούς, μνήμη, που καλύπτει κατά κύματα το πολυαγαπημένο σώμα της πεθαμένης Σμύρνης”. Γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι οι από απόσταση καταγραφές, άλλες φορές ωραιοποιούν και άλλες καταρρακώνουν έναν τόπο, ένα συμβάν, μια προσωπικότητα. Υπάρχει πάντα η αναξιοπιστία του συντάκτη ο οποίος υπήρξε θεατής ή προσωπικός μάρτυς και επομένως μεροληπτεί. Συνεπώς ο αναγνώστης δεν πρέπει να αναλωθεί στην τεκμηρίωση ή την απόλυτη αφομοίωση της ιστορικότητας του βιβλίου, αλλά σε ό,τι αυτό αποπνέει ως λογοτέχνημα φυσικά σε σχέση με την κοινωνική ιστορία, το λαογραφικό κομμάτι και τα γεωγραφικά του στοιχεία. Η Σμύρνη, την περίοδο 1901-1902 που διαδραματίζεται το μυθιστόρημα, όπως και τα άλλα μεγάλα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου όπως η Θεσσαλονίκη, η Κωνσταντινούπολη, η Οδησσός και η Αλεξάνδρεια ήταν οικουμενικές πολυσυλλεκτικές μεγαλουπόλεις που διατηρούσαν όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση που ενδεχομένως σε μικρότερες πόλεις και οικισμούς εξέλειπε. Έτσι λοιπόν και η Σμύρνη έχοντας πίσω της χρονικά μια τεράστια παράδοση σε εμπόριο, επικοινωνία και ναυτιλία, αλλά και μια τεράστια αστική τάξη, ακμάζει, λάμπει πραγματικά σε όλους τους τομείς, όχι μόνο τους οικονομικούς αλλά και τους πολιτικούς και τους πολιτισμικούς. Οι πληθυσμοί που συγκεντρώνει είναι ριζωμένοι, γηγενείς Έλληνες από την περίοδο των Ιώνων, Έλληνες που είχαν μετοικήσει ως οικονομικοί μετανάστες, Τούρκοι γηγενείς και μετανάστες, Αρμένιοι, Εβραίοι, Άγγλοι, Φράγκοι και Γερμανοί. Ο μέσος Σμυρνιός λοιπόν, ακόμα και στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις, μπορούσε να απολαμβάνει κάτι, που δεν μπορούν άλλες πόλεις να παρέχουν στους κατοίκους τους: μια ευρύτατη παιδεία και σκέψη που προέκυπτε από την συναναστροφή και συνύπαρξη πολλών, διαφορετικών φυλών και πολιτισμών.
Σε αυτό το γεωγραφικό πλαίσιο, της απολεσθείσας πόλης, κινείται το βιβλίο.
Ο Κοσμάς Πολίτης όμως (συμβολιστικό, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παρασκευά Ταβελούδη) ασχολείται με τις λαϊκές τάξεις και γειτονιές της πόλης αυτής. Οι δύο φίλοι, ο Αρίστος και ο Σταυράκης που είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες (αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν τέτοιοι), ζουν δύσκολα, με προβλήματα αλλά με αισιοδοξία και όνειρα.
Σε αυτό το βιβλίο όπως και στο “Ιστανμπούλ” του Ορχάν Παμούκ, πρωταγωνιστής είναι η πόλη και όχι οι άνθρωποι. Η Σμύρνη προσωποποιείται, ανασαίνει, ζωντανεύει και βγαίνει μπροστά. Φασαριόζικο ντεκόρ, εργαλείο και όχημα σε αυτό το σκηνικό είναι οι άνθρωποι. Περιγράφοντας ανθρώπινες ιστορίες και γεγονότα, ο συγγραφέας αναδεικνύει την πόλη και την αναβιβάζει σε δεσπόζουσα οντότητα. Περιγράφει με γλύκα ζαχαρένια και νοσταλγία τη ζωή στη συνοικία “Χατζηφράγκου”, ιστορίες του μόχθου, της λαϊκής καθημερινότητας, του παιδικού παιχνιδιού στο δρόμο. Οι σκηνές και τα γεγονότα που ζωντανεύουν στις σελίδες, δεν είναι πάντα όμορφες, ήπιες και αίσιες, ο τρόπος περιγραφής τους όμως τις κάνουν να φαίνονται τέτοιες. Περνώντας στις ιστορίες, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ξεφυλλίζει ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες σε χρώμα σέπιας, που απαθανατίζουν ανέμελα παιδικά πρόσωπα καθώς κοιτούν τον φακό με αφελή αναίδεια, καροτσέρηδες και ναυτικούς που δουλεύουν χαμογελώντας ειρωνικά και παιχνιδιάρικα, δρόμους και νεοκλασικά κτίρια που μοιάζουν απόλυτα τακτοποιημένα και δεκτικά, άμαξες, τσούρμα που διατρέχουν αυτούς τους δρόμους και τους ανέλπιδες νεαρούς που στέκονται στις γωνίες προσπαθώντας να κλέψουν μια ματιά από τους ανεκπλήρωτους έρωτές τους.
Η πόλη κάποιες φορές δονείται από συμβάντα. Καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας ότι υπάρχει ένα προμήνυμα. Τέλος, το βιβλίο φρενάρει σε ένα από τα πιο τραγικά ιστορικά γεγονότα της περιοχής διαχρονικά: στην καταστροφή της πόλης, τη φωτιά και τον διωγμό, την απώλεια ανθρώπων και τόπου και τέλος στην προσφυγιά. Δεν μας ξενίζει δεν μας σοκάρει, αφού λίγο ή πολύ όλοι έχουμε ακούσει αντίστοιχες ιστορίες από τους παππούδες ή τους γείτονες ή τους δασκάλους μας. Σίγουρα έχουμε διαβάσει κάτι σχετικό, αλλά αυτό το κείμενο είναι γραμμένο με άλλα εργαλεία.
Ο λόγος του συγγραφέα χείμαρρος ζωντανός, απολαυστικός, χρωματιστός και τρισδιάστατος, με χρήση ιδιωμάτων που βέβαια για τους Έλληνες αναγνώστες είναι οικείοι αφού αυτό το ιδίωμα μπόλιασε την ελληνική γλώσσα μετά την καταστροφή με την έλευση των προσφύγων και της εγκατάστασής τους εδώ. Μάλιστα ο ίδιος σημειώνει: «Ξαναδιαβάζοντας τα χειρόγραφά μου, πρόσεξα πως είχα παρασυρθεί σε πολλά μέρη από το γλωσσικό και συνταχτικό ιδιωματισμό εκείνης της χαμένης πολιτείας. Σκέφτηκα να τα διορθώσω, μα τελικά προτίμησα να τ’ αφήσω όλα όπως μου τα διηγηθήκανε και όπως ήρθανε στην μύτη των έξη γαλάζιων μολυβιών που χάλασα για να τα γράψω.» Κ.Π. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα γλωσσάρι – χρήσιμο για τους νεώτερους.
Η έκφρασή του κάνει παιχνίδια με τα νοήματα άλλοτε φανερά και άλλοτε μισοκρυμένα, αφηγείται ένα δράμα χωρίς όμως μιζέρια. Κάποιες φορές σκορπάει αγωνία σαν θρίλερ και κάποιες άλλες γίνεται τρυφερό χωρίς ποτέ να αγγίζει το μελό. Μάλιστα κάποιες περιγραφές είναι μοναδικά ευρηματικές όπως εκείνη για την πόλη που του μοιάζει να πετάει ψηλά δεμένη από από χιλιάδες σπάγγους που την τραβάνε στον ουρανό. Δεν λέει ότι είναι όμορφη, παρά την ονομάζει ουράνια και ονειρική. Χρησιμοποιεί τεχνάσματα και συμβολισμούς, όπως τα τσερκένια (οι χαρταετοί που μοιάζουν να σηκώνουν την πόλη στον αέρα), το βουνό των Αηδονιών, η κουκουβάγια, η θάλασσα για να δημιουργήσει θεματικούς άξονες. Επίσης είναι συνηθισμένη η χρήση της αντίθεσης παραθέτοντας εικόνες με μεγάλη διαφορετικότητα. Προσπαθεί να διεγείρει τη μνήμη με την αναφορά οσμών ή συνηθειών για να της επιβληθεί και να την κατακτήσει.
Ακόμα, ένα πολύ ενδιαφέρον τέχνασμα είναι αυτό της αναδρομής και της αφήγησης του πρόσφυγα στον συγγραφέα. Έτσι στήνει το παιχνίδι του καταγραφέα των γεγονότων που του αφηγείται ο αναξιόπιστος αφηγητής και έτσι δικαιολογεί τη συναισθηματική φόρτιση που περνάει στον αναγνώστη.
Σε όλο το κείμενο, χωρίς να κάνει ‘‘χωρατά’’, ο Πολίτης χρησιμοποιεί ένα υποδόριο χιούμορ που κάποιες στιγμές μπορεί να μην γίνεται άμεσα αντιληπτό, όμως είναι ακριβώς αυτό που κάνει το βιβλίο τόσο ζωντανό και ενδιαφέρον.
Με το κεφάλαιο “Πάροδος” κάνει άμεση αναγωγή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία.
Η πρώτη φορά που το διάβασα ήταν το 1987. Ήμουν πολύ μικρή. Έτσι, αυτό που μου είχε μείνει στο μυαλό ήταν, ότι επρόκειτο για ένα ακόμα -λίγο διαφορετικό- ιστορικό μυθιστόρημα για την μικρασιατική καταστροφή. Δεν με ξένισε γιατί τα 3/4α της καταγωγής μου είναι προσφυγικά και αυτά που περιγράφονται βρίσκονται κάτω από το πετσί μου, αλλά και οι λέξεις που ακούγονται άγνωστες σε άλλους στο μυαλό μου ηχούν με τη φωνή των παππούδων και των γιαγιάδων μου.
Μετά από 38 ολόκληρα χρόνια όμως, αυτό το ίδιο βιβλίο με έπιασε από το χέρι και με τράβηξε σε άλλους δρόμους, σε άλλα σημεία και με έβαλε να κοιτάζω από εκεί, αυτή την ίδια αφήγηση και συγγραφή. Το βιβλίο ή η ηλικία; Και τα δύο μαζί. Έχοντας περάσει τα χρόνια, έχοντας πια φύγει και η πρώτη και η δεύτερη γενιά των Μικρασιατών προσφύγων της οικογένειάς μου αισθάνθηκα μια απελευθέρωση από την μιζέρια του νόστου, τα απωθημένα για τις χαμένες πατρίδες και κατάφερα να απολαύσω το κέντημα του Κοσμά Πολίτη. Ένοιωσα τόσο τυχερή που μπορώ να διαβάσω τέτοια βιβλία στην γλώσσα που γράφτηκαν και που αυτή βρισκόταν χαραγμένη στα κύτταρα και στη μνήμη μου. Έτσι, συνειδητοποίησα, ότι στη διάρκεια της πρώτης εκείνης ανάγνωσης τα πινέλα της φαντασίας μου είχαν συνθέσει έναν πίνακα που τότε νόμιζα ολοκληρωμένο. Τα τωρινά πινέλα μου όμως, λίγο μαδημένα αλλά πιο ικανά, συμπλήρωσαν λεπτομέρειες αόρατες στην πρώτη ανάγνωση, ενώ άλλαξαν το φως και κάποιες αποχρώσεις από τον πίνακα.
Προτείνω ανεπιφύλακτα την ανάγνωση του βιβλίου. Προετοιμαστείτε όμως, γιατί η γραμματοσειρά είναι αρκετά μικρή. Επίσης είναι πολύ χρήσιμα και ουσιώδη τόσο τα εισαγωγικά, όσο και το επίμετρο και το γλωσσάρι. Πρόκειται για την έκδοση της Εστίας με την επιμέλεια του Peter Mackridge και με σκίτσα από τον Μίνω Αργυράκη.
Πηγές:
Στου Χατζηφράγκου – Κοσμάς Πολίτης – Εκδόσεις Εστία (Μυθιστόρημα και εισαγωγή: Η ποιητική του χώρου και του χρόνου Στου Χατζηφράγκου – Γιώργου Σαββίδη)
Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία – Νόρα Αναγνωστάκη – Εκδόσεις Σοκόλη.
Στου Χατζηφράγκου – Βάσω Μπέρη – Αναγνωστική Λέσχη Πασπαρτού
Η επίδραση της Μικρασιατικής Καταστροφής στην Ελληνική Λογοτεχνία – Η Σμύρνη των παιδικών χρόνων του Κοσμά Πολίτη – Ηρώ Τσαρνά – Κάπα Εκδοτική.
Χάρτης 1902
Χάρτης 2025
Πηγές εικόνων: Το τελευταίο άγιο Δωδεκαήμερο της Σμύρνης (1921-1922) – babiscook_blogspot
Παραλία: proto_thema.gr
Κοσμάς Πολίτης: ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ
Χαρτετοί: Κώστας Μπαλάφας
Χάρτης 1902: Οπισθόφυλλο βιβλίου ‘’Στου Χατζηφράγκου’’ εκδόσεις Εστία.
Χάρτης 1930: Γιώργος Πουλημένος, ανασχεδιασμός από τον χάρτη του Σ. Χρηστίδη
Χάρτης 2025: Google maps
Δέκα μέρες στο φρενοκομείο – Nellie Bly Μια αληθινή ιστορία
Βιβλιοκριτική
Μια έρευνα της δημοσιογράφου Nellie’s Bly, (1864-1922) στο Ίδρυμα φρενοβλαβών στο νησί Μπλάκγουελ (σημερινή ονομασία Ρούσβελτ) των ΗΠΑ το 1887, είναι το θέμα αυτού του βιβλίου. Η Nellie Bly υπήρξε δυναμική φεμινίστρια και θεωρείται πρωτοπόρος της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Η αναγνωστική προσέγγιση του βιβλίου(147σελ.) αποδεικνύει αυτόν τον χαρακτηρισμό. Ανέλαβε την έρευνα ως συνεργάτης της εφημερίδας New York World του Τζόζεφ Πούλιτζερ.
Για ένα δεκαήμερο; Κάτι σαν το Δεκαήμερο του Βοκάκιου; Πώς θα μπορούσε, όμως, να είναι για τη δημοσιογράφο ένα δεκαήμερο παραμονής μέσα στο Ίδρυμα; Πώς θα εισχωρούσε στα άδυτά του; Πρέπει να υποδυθεί κάποιο ρόλο και ποιον; Η απόλαυση ενός βιβλίου άλλοτε είναι αναμενόμενη και άλλοτε απρόβλεπτη. Και στις δύο περιπτώσεις η λογοτεχνική γραφή είναι αυτή που μπορεί να προσεγγίσει πιο βαθιά και με ρεαλισμό όλες τις καταστάσεις που επιλέγει ο συγγραφέας να μιλήσει γι’ αυτές. Κι όπως γράφει και ο εκδότης στην πρώτη σελίδα η Λογοτεχνία είναι μια γιορτή της γλώσσας! Σε μια αληθινή ιστορία ο αναγνώστης μπορεί να έχει την τύχη να παρακολουθήσει όλα αυτά και εδώ σίγουρα έχουμε μια Αληθινή ιστορία.
Περιγράφεται ένα ταξίδι μικρής διάρκειας με τις περιπέτειες που κρύβει και ο χρόνος για τη συγγραφέα είναι τόσο πολύτιμος που χρειάζεται να είναι αποφασισμένη ότι θα αντιμετωπίσει όσα την περιμένουν στη μικρή αυτή κοινωνική ομάδα, σε αυτή την απροστάτευτη κατηγορία του πληθυσμού (σελ.16), στο Άσυλο γυναικών που βρέθηκε. Αντιπαραβάλλοντας αυτή τη μικρή κοινωνία με τις αντίστοιχες που ασχολήθηκε ο Μισέλ Φουκώ, τις ετεροτοπίες, μπορούμε να φανταστούμε τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας της στην απομόνωση στο νησί Μπλάκγουελ. Στο βιβλίο η συγγραφέας μοιράζει τον χρόνο πριν να φτάσει στο νησί Μπλάκγουελ και αφότου φθάσει και εισαχθεί ως ασθενής για να νοσηλευτεί. Ο αναγνώστης, αν και γνωρίζει ότι πρόκειται για πραγματικά συμβάντα, αφήνεται στην αφήγησή της και δοκιμάζεται ταλαντευόμενος ανάμεσα στην αλήθεια όσων συμβαίνουν και στην αμφισβήτηση. Μπορεί να είναι αλήθεια όλα αυτά που περιγράφει; Μια απορία που τον ωθεί να συνεχίσει να διαβάζει μέχρι να βρει τις πρώτες απαντήσεις, όταν φτάνει στο τέλος του πρώτου μέρους(σελ.76). Στο δεύτερο μέρος, μοιρασμένο σε μικρά κεφάλαια, οι σελίδες προχωρούν με τον ίδιο γρήγορο ρυθμό, την ίδια αγωνία. Καινούργια πρόσωπα συναντά η δημοσιογράφος, που είναι οι γυναίκες τρόφιμοι , με την ιδιαίτερη περίπτωση η καθεμιά τους, μένουν για λίγο στο προσκήνιο, εναλλάσσονται, χάνονται και μερικές φορές εμφανίζονται και οι συγγενείς τους . Όλοι γίνονται οι χαρακτήρες ενός παζλ που σημαδεύεται από τη ζωή τους πριν και τη ζωή τους τώρα εδώ. Η επιθυμία των γυναικών να επιστρέψουν στο οικογενειακό περιβάλλον τους τις διακατέχει μόνιμα αλλά συνεχώς αναβάλλεται. Η παρουσία της Νέλλυ Μπλάι, που εκεί έδωσε το πλαστό όνομα Νέλλυ Μπράουν, είναι παντού, αυτόπτης και αφηγούμενη, ανάμεσα στη λογική και στο παράλογο, προσπαθώντας να κρατήσει την ευαίσθητη ισορροπία ενώ άλλοτε την υπονομεύει. Μένει σταθερή στην αποστολή της, να προσπαθήσει να κάνει καλύτερη τη ζωή των τροφίμων.
Ο αναγνώστης θα προχωρήσει μέχρι το τέλος για να απαντήσει στα ερωτήματα που προκαλεί αυτή η ιστορία. Και θα νιώσει ότι δεν έχασε τον χρόνο του, αντίθετα κέρδισε κάνοντας τις διαπιστώσεις του. Θα κοιτάξει και το παρόν, -περισσότερο από έναν αιώνα μετά- και θα αναρωτηθεί.
Στο βιβλίο από τις Εκδόσεις Οιακιστής, τη μετάφραση φρόντισε η Θάλεια Παύλου και την επιμέλεια είχε η Βίκυ Μανουσαρίδου.
Το βιβλίο γραμμένο με συναρπαστικό τρόπο επικεντρώνει στην ανθρώπινη αποφασιστικότητα που διαθέτουν εκείνοι που θέλουν να κάνουν καλύτερο τον κόσμο των συνανθρώπων τους και το πετυχαίνουν.
Μυρσίνη Σαμαρά – Φιλόλογος, συγγραφέας, με σπουδές στη δημιουργική γραφή
Δέκα μέρες στο φρενοκομείο – Νέλι Μπλάι Σημείωμα της επιμελήτριας.
Με την πρώτη ανάγνωση, το βιβλίο με κατέκτησε. Η γραφή του, η οπτική του, τα ευαίσθητα ανθρώπινα ζητήματα που πραγματεύεται με μαγνήτισαν από την πρώτη στιγμή. Για να είμαι ειλικρινής, βρέθηκα προ εκπλήξεων.
Η πρώτη ήταν η ταυτότητα και η ηλικία της συγκεκριμένης δημοσιογράφου, αλλά και η χρονολογία κατά την οποία λαμβάνουν χώρα τα γραφόμενά της.
Η Ελίζαμπεθ Κόχραν που χρησιμοποιούσε το δημοσιογραφικό ψευδώνυμο “Νέλι Μπλάϊ” για τις έρευνές της, υπήρξε μια πολύ σημαντική προσωπικότητα και ένας άνθρωπος με έντονα αναπτυγμένο το αίσθημα της δικαιοσύνης και της ισότητας. Έδωσε μεγάλους και επώδυνους αγώνες στο πλάι κοινωνικών, φυλετικών και εργασιακών ομάδων που πάλευαν για το δικαίωμά τους να συγκαταλέγονται στην ανθρώπινη φυλή. Επιπλέον, έδειχνε να είναι σε θέση να αναμετρηθεί με τις δοκιμασίες που της υπέβαλε η δουλειά που είχε διαλέξει, με συνέπεια και αφοσίωση. Να σημειώσουμε ότι αν και κάτοικος ΗΠΑ υπήρξε η πρώτη γυναίκα πολεμική ανταποκρίτρια στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν βίωσε την εμπειρία που περιγράφει στο ανά χείρας βιβλίο, ήταν μόλις εικοσιτεσσάρων ετών.
Η δεύτερη έκπληξη ήρθε όταν συνειδητοποίησα ποιος ακριβώς ήταν ο εργοδότης της. Πρόκειται για τον γνωστό και μη εξαιρετέο Τζόζεφ Πούλιτζερ ο οποίος έδωσε το όνομά του στο γνωστό δημοσιογραφικό-συγγραφικό βραβείο όπως ο ίδιος όρισε στη διαθήκη του. Στη διάρκεια της πολυτάραχης ζωής του αλλά και της επαγγελματικής πορείας του ήρθε σε επαφή με όλη τη διαστρωμάτωση της αμερικανικής και όχι μόνο κοινωνίας, έφερε στο φως αναρίθμητα σκάνδαλα, αγόρασε και πούλησε αρκετά από τα σημαντικότερα ειδησιογραφικά έντυπα του πλανήτη και θεωρήθηκε ο θεμελιωτής της “κίτρινης δημοσιογραφίας”.
Η τρίτη βεβαίως αφορούσε το ίδιο το κείμενο και όσα εξιστορούσε.
Ο λόγος της Μπλάι ήταν λιτός, αφηγηματικός και ακριβής, χωρίς περίτεχνες γλωσσικές φιοριτούρες και λογοτεχνικές εκφράσεις. Είναι πολύ άμεσος, αφού πρόκειται για μια γυναίκα που, αν και έχει την ασφάλεια και τη βεβαιότητα ότι ο δικός της Γολγοθάς σύντομα θα λάβει τέλος και ότι οι ταλαιπωρίες της έχουν ημερομηνία λήξης, ηθελημένα και αθέλητα γίνεται το αντικείμενο των βάρβαρων και σαδιστικών ενστίκτων ανθρώπων ποταπών με χαμερπείς επιδιώξεις κυρίως αυτο-ικανοποίησης, και με επίπεδο αρκετά χαμηλότερο από την πλειοψηφία των τροφίμων.
Η ανθρωποφάγος συμπεριφορά των ανθρώπων που έχουν τη θέση και δύναμη, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο, είναι όμως κάτι που πάντοτε προκαλεί αποστροφή και θυμό. Η πραγματικότητα είναι ότι, αν η αντιμετώπιση των τροφίμων των ασύλων αυτών, ήταν ουσιαστική και ανθρώπινη, η φροντίδα έμπρακτη, το κόστος δεν θα εκτινασσόταν, αλλά και αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι θα ήταν πιο λειτουργικοί και δεν θα μετατρέπονταν σε φορείς δυσκολιών. Παρόλα αυτά όμως, ενώ το πιο εύκολο πράγμα θα ήταν να υπάρξει φροντίδα και νοσηλεία, η διαστροφή των ελλειμματικών προσωπικοτήτων που απολάμβαναν να “βγάζουν το άχτι” τους πάνω σε ανθρώπινες υπάρξεις σαν να ήταν σάκοι πυγμαχίας, μετέτρεπε τη διαβίωση στα άσυλα αυτά σε σαδο-μαζοχιστικό αγώνα επιβίωσης και για τα δύο μέρη.
Η μία και μοναδική απογοήτευση ήταν ότι περισσότερο από 100 χρόνια αργότερα, μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους, κοινωνικές επαναστάσεις, πολιτικές, οικονομικές και ανθρωπιστικές θεωρίες, τουλάχιστον για τη χώρα μας λίγο διαφέρουν οι ειδικές συνθήκες σε ιδρύματα σαν κι αυτό που περιγράφεται. Ευτυχώς δεν είναι ο κανόνας σε όλα και δεν ισχύει σε όσα ιδρύματα (στέγες και δομές τα λέμε τώρα) υπάρχει υπηρεσιακός έλεγχος. Δεν είναι όμως πολύς καιρός -και η δίκη συνεχίζεται ακόμα- που αποκαλύφθηκε ένα τέτοιο κολαστήριο (με σύγχρονη βεβαίως όψη) σε μια περιφερειακή πόλη της Ελλάδας. Σε εκατό χρόνια τα βήματα του ανθρώπου δεν ήταν προς το φως πάντα. Το σκοτάδι καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του ψυχισμού του, και είναι να αναρωτιέται κανείς ποιος πρέπει να είναι ο νοσηλευόμενος και ποιος ο ανθρωποφύλακας…
Όσο αφορά στη διαδικασία της επιμέλειας, υπήρξε απολαυστική και αποκαλυπτική, αφού εκτός από το κείμενο αυτό καθαυτό με έβαλε σε διαδικασία να αναζητήσω αρκετά πράγματα που αφορούσαν τόσο τα πρόσωπα όσο και τις ιστορικές συνθήκες της περιόδου που περιγράφεται, οπότε μπορώ να την συμπεριλάβω στα μεγάλα συν της δουλειάς αυτής.
Η πολιτική ορθότητα, ο Καραγάτσης, ο σεξισμός και άλλα δεινά. Μια τεράστια επιχείρηση έχει ξεκινήσει, η οποία στο όνομα της “πολιτικής ορθότητας” στέλνει στο “εκτελεστικό απόσπασμα” τους πάντες και τα πάντα. Πλέον δεν μπορούμε να εκφραστούμε ελεύθερα γιατί κάποιος μπορεί να θεωρήσει αυτό που λέμε σεξιστικό, ρατσιστικό, προσβλητικό, κλπ. Και βέβαια είναι περισσότερο από θεμιτό, να εξαλείψουμε κακώς κείμενα, εκφράσεις και συνήθειες που μας έρχονται από εποχές που διέφεραν πολύ σε ηθική, αξιακό σύστημα και δομές από την σημερινή, όμως πλέον έχουμε περάσει πραγματικά στον αντίθετο ακριβώς πόλο. Προσπαθούμε να διορθώσουμε τα πεπραγμένα, να εξαφανίσουμε το παρελθόν και να το διαγράψουμε. Λειτουργούμε όπως το Ελληνικό Κράτος στη φορολόγηση: Επεμβαίνουμε στα γεγονότα με αναδρομική ισχύ. Αυτό που αναδεικνύεται και αναδύεται λοιπόν, εκτός από παράλογο είναι εξίσου καταπιεστικό. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις είναι ισοπεδωτικό και δεν αναγνωρίζει τι; Αυτό ακριβώς που λέει ότι υπερασπίζεται: το δικαίωμα στη διαφορετικότητα.
Αντί να παράγουμε θετικό λόγο, επιδιδόμαστε σε μια στείρα φασίζουσα διαλεκτική, που φυσικά αντί να μειώσει τη διάκριση ή την προσβολή, την τονίζει, και επιπλέον επιχειρεί να αμαυρώσει αν όχι να εξαφανίσει την ιστορία και το παρελθόν.
Σήμερα αν πεις ότι θέλεις τον καφέ σου σε χονδρό φλιτζάνι, μέχρι να κατανοήσουν (αν κατανοήσουν) αυτό που εννοείς, υπάρχει περίπτωση να βρεθείς σε πολύ δύσκολη θέση γιατί το επίθετο “χονδρός-η-ο” πρέπει να εξαλειφθεί ως προσβλητικό.
Αν πεις ότι η μαμά σου είναι κοντή θα σε κοιτάξουν υποτιμητικά και θα σου πουν ότι θα έπρεπε να ντρέπεσαι να μιλάς έτσι για τη μητέρα σου! Εκείνη όμως συνεχίζει να μην φτάνει στο πάνω ράφι, που το έχει φτιάξει κάποιος ψηλός ο οποίος δεν όφειλε ούτε νοιάστηκε να προβλέψει για ανθρώπους κάτω του 1.60μ. Δεν διαπράττει σφάλμα όμως, γιατί δεν άνοιξε το στόμα του να εκφραστεί. Το ότι μπορεί απλά να το κάνει για το δικό του κέρδος δεν μας πειράζει. Νυν υπέρ πάντων τα φράγκα… Στις υπηρεσίες αλλάξαμε τους τίτλους ώστε να μην “θίγονται” εργαζόμενοι και συναλλασσόμενοι, ο κόσμος όμως συνεχίζει να ταλαιπωρείται από τον παραλογισμό ατέρμονων και αντιπαραγωγικών διαδικασιών, αλλά αυτό δεν είναι ρατσιστικό. Οι τράπεζες αρνούνται να σε εξυπηρετήσουν και σου επιβάλουν να κάνεις ΕΣΥ μόνος σου τη δουλειά τους, για την οποία αυτοί πληρώνονται, αλλά αυτό δεν είναι φασιστικό και δεν είναι ρατσιστικό! Είναι τεχνολογική ανάπτυξη και κανείς δεν εκφράζεται δεικτικά ή κι αν εκφράζεται δεν κάνει σεξιστικά σχόλια. Από κάποιες διαδικασίες ηλεκτρονικής αυτοεξυπηρέτησης εξαιρούνται μόνον οι τυφλοί. Όχι οι ΑΜΕΑ, όχι οι αμνήμονες, όχι αυτοί που έχουν νευρικές ασθένειες που τους στερούν την κινητικότητα… Και όχι, αυτό ΔΕΝ είναι ρατσιστικό! Στην Παλαιστίνη σκοτώνονται κάθε μέρα άμαχοι και πεθαίνουν παιδιά από πείνα, αλλά αυτό δεν είναι σεξιστικό, οπότε είμαστε εντάξει.
Όλοι πλέον μιλάνε “κόσμια” και με “πολιτική ορθότητα”, αλλά στην πραγματικότητα κινούνται από την υπερβολή έως τον υστερισμό, παραβλέποντας όλα όσα ΕΙΝΑΙ διακρίσεις και μάλιστα εγκληματικές. Μέσα σε αυτόν το παραλογισμό, που μοιάζει με τον όψιμο μεσοπόλεμο, στραφήκαμε, βέβαια, εναντίων ποίων; Αυτών που σε μια άλλη εποχή ενδεχομένως εξέφρασαν την προσωπική τους άποψη, ή ίσως απλά περιέγραψαν ό,τι συνέβαινε γύρω τους. Ας μην παραβλέπουμε ότι η λογοτεχνία είναι ο σημαντικότερος παράγοντας γνώσης και κατανόησης της κοινωνικής ιστορίας η οποία σπανίως μεταφέρεται στα επίσημα ιστορικά κιτάπια ή καταγράφεται σε ντοκουμέντα.
Ένας εξ’ αυτών, ένας εξαιρετικός λογοτέχνης, ο Μ. Καραγάτσης ο οποίος είχε πράγματι λόγο αρκετά αιχμηρό. Είναι όντως ο εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεαλισμού του μεσοπολέμου. Το άρθρο σε mainstream έντυπο προσπαθεί να μας πείσει ότι σε ένα από τα διασημότερα μυθιστορήματα της εποχής του, “Η Μεγάλη Χίμαιρα”, διαφαίνεται ο μισογυνισμός και ο σεξισμός του συγγραφέα και επιχειρεί να τον αποδομήσει με ασεβείς και απρεπείς εκφράσεις “πεζοδρομίου”. Προφανώς, ο συντάκτης του άρθρου – ο οποίος παρεμπιπτόντως, μεταξύ άλλων, είναι γνωστός συγγραφέας και ο ίδιος – δεν έχει διαβάσει άλλο βιβλίο του λογοτέχνη, γιατί αν πραγματικά είχε διαβάσει π.χ. το ‘Αμρι α Μούγκου, το 10 ή το Αίμα χαμένο και κερδισμένο, θα είχε ήδη φουντώσει την πυρά για να τα κάψει, γιατί πράγματι ο Καραγάτσης στην εποχή που ζούσε μπορούσε να περιγράψει με λέξεις και ορισμούς διαφορετικούς από τους “κοινωνικά αποδεκτούς” του σήμερα έναν σκουρόχρωμο αφρικανό ή μία άπιστη γυναίκα. Διαβάζοντας το άρθρο, κοινωνώ μια λογική που αλήθεια δεν την κατανοώ. Τι θέλει λοιπόν να πει ο ποιητής; Ότι πρέπει να διαγράψουμε την ιστορία ή την λογοτεχνία από το 2020 και πριν, γιατί εκείνος -για την λογοτεχνική παιδεία του οποίου επιφυλάσσομαι σοβαρά-, θεωρεί ότι είναι “σεξιστικές παλιατσαρίες”; Μήπως αυτός προσβάλει και κατακρίνει κάτι που προφανέστατα δεν γνωρίζει; Πραγματικά, αν εγώ εκφράσω και αναλύσω την άποψή μου για την μακαριότητα της άγνοιάς του και την ανικανότητά του να διακρίνει τι ακριβώς συνθέτει ένα λογοτεχνικό έργο που μεταφέρει το πνεύμα, τις συνθήκες, τα ήθη και τις συνήθειες της εποχής που περιγράφει, τι θα κάνει, θα με μηνύσει; Μήπως να απαγορέψουμε τον Σαίξπηρ εξαιτίας του μισογυνισμού του; Ή καλύτερα να αφορίσουμε όλο το αρχαιοελληνικό θέατρο, αφού δεν μπορούσαν οι ρόλοι να ενσαρκωθούν από γυναίκες; Αυτού του είδους οι αφορισμοί εξ όσων γνωρίζω ανήκουν σε σκοτεινές εποχές απολυταρχικών καθεστώτων που επέβαλαν τη λογοκρισία και τον ακρωτηριασμό του πνεύματος. Φυσικά, ο συντάκτης αυτός, δεν έχει ενοχληθεί από κανέναν-καμία σύχρονο-σύγχρονη συγγραφέα των πολλών χιλιάδων αντιτύπων, που ίσως δεν διαπράττουν σεξιστικά ατοπήματα στα γραπτά τους, αλλά απλά υποτιμούν την νοημοσύνη του πιθανού αναγνωστικού κοινού. Και αυτά τα …αναγνώσματα, πωλούν εκατομμύρια αντίτυπα σε ανθρώπους που δεν έχουν ποτέ – και ούτε πρόκειται – διαβάσει Καραγάτση, Καζαντζάκη, Ζωγράφου, Αλεξίου ή Κόνραντ, Ροτ, Κόου κ.α…. Γιατί δεν αντιτίθεται εκεί; Μήπως συγκαταλέγεται σε αυτές τις “παρεούλες” ή μήπως γιατί μπορεί να μηνυθεί για δυσφήμηση και να πονέσει λίγο οικονομικά… Άρα το πρόβλημά μας, είναι ξεκάθαρα η κατανάλωση και όχι η ορθότητα, η ισότητα και η υπεράσπισή της, γιατί τότε θα έπρεπε να στραφεί ενάντια σε γραφιάδες (το θηλυκό γραφιάδισσες;) που προετοιμάζουν λολίτες και λολίτους, γιατί αυτό ΔΕΝ είναι ρατσιστικό και σεξιστικό!
Έγραψε στο άρθρο του «Εξ όνυχος» (Μ. Καραγάτσης, Εμμανουήλ Ροΐδης) στο Διάστιχο ο Κώστας Βούλγαρης που αυτή την περίοδο επιμελείται μια έκδοση του κλασικού “Ψυχολογία Συριανού συζύγου” του Ροΐδη: …μα, τον Καραγάτση έβαλαν στο στόχαστρο; Ο Ροΐδης στο έργο του διαθέτει όλα τα καταγγελλόμενα, στον υπέρτατο βαθμό. Βέβαια, όσο να ’ναι, πηγαίνοντας κανείς στον Ροΐδη κάπως θα εισπράξει εκείνο το «ψάρωμα» μπροστά στη μεγάλη λογοτεχνία, ενώ θα πρέπει να αντιμετωπίσει και τη διεξοδική επιχειρηματολογία του, θεωρητικώς και ενδοκειμενικώς, επί των «αποκλινουσών» απόψεών του: «…καπνίζων μετά το γεύμα επί του εξώστου, και δίδων άδικον εις τους μεμψιμοίρους εκείνους, τους κηρύττοντας τον κόσμον κακοκαμωμένον, διά τον λόγον ότι τα ρόδα έχουσιν ακάνθας…»)
Οι νοοτροπίες αλλάζουν μόνο με την παιδεία και την καλλιέργεια και όχι με λαϊκισμούς, υστερίες και παροξυσμούς. Όσο μένουμε σε αγκυλώσεις τόσο στενεύει το μυαλό και σύντομα το woke culture θα είναι η σύγχρονη παραλλαγή του ναζισμού, με τις πυρές, τις συλλήψεις, τα κυνήγια μαγισσών κλπ. Καλοκαίρι 2024 και η ορθότητα είναι τα Ανάκτορα στο Τατόι να γίνουν VIP resort ομοίως και η Γυάρος. Ταυτόχρονα, ορθότητα φαίνεται να είναι εκτός από έναν πόλεμο και μία γενοκτονία που μαίνονται, 30.000 παιδιά που πεθαίνουν στον πλανήτη από πείνα καθημερινά…. Είναι μια Ελλάδα της οποίας ο πληθυσμός παρακμάζει συνεχώς. Που στην ερώτηση: Ποια είναι η σύγχρονη ελληνική διανόηση; η απάντηση είναι σιωπή! Είναι μια Ελλάδα που συνεχίζουμε να είμαστε δεικτικοί και να χλευάζουμε τη διαφορετικότητα, να κάνουμε φόνους (πες με Ζακ ή Τοπαλούδη) αλλά μιλάμε και γράφουμε με χαρακτηριστική “κορεκτίλα”. Woke culture, wake up…
Η πρόσφατη κοινωνική ιστορία της Ελλάδας δεν ήταν καθόλου σπαρμένη με ροδοπέταλα. Αρκετές κοινωνικές ομάδες πόνεσαν, καταπιέστηκαν, κυνηγήθηκαν, έμειναν στο απόλυτο παρασκήνιο της ζωής σαν το αυτονόητο ντεκόρ, μάτωναν για χρόνια, ή έγιναν το μήλο της έριδας ανάμεσα σε άλλες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες. Οι άνθρωποι αυτοί είτε βίωσαν τραγικές καταστάσεις, είτε αποτέλεσαν ένα γραφικό (και ίσως αδιάφορο) στοιχείο της κοινωνίας στις οποίες έζησαν, αλλά πάντως πέρασαν τις ζωές τους με όρους πολύ διαφορετικούς από τους μέσους αντίστοιχους σύγχρονούς τους ανθρώπους από διαφορετικές τάξεις.
Αφού πέρασαν τα χρόνια, η συναισθηματική ένταση έχει καταλαγιάσει και κάποιες συνθήκες πλέον είναι ώριμες βγαίνουν στην επιφάνεια και τη δημοσιότητα οι ιστορίες τους.
1. ΠΑΛΑΙΣΤΕΣ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΤΑΜΟΣ
Τρεις περίπου δεκαετίες μετά τον Παναγή Κουταλιανό, μια νέα γενιά περιπλανώμενων παλαιστών θα περιδιαβεί την Ελλάδα στήνοντας παραστάσεις και εξωτικά θεάματα προς τέρψιν του κοινού. Οι όροι της εποποιίας έχουν προ πολλού αντιστραφεί: οι ήρωες δεν είναι ήρωες, αλλά ατίθασοι νέοι που μάχονται για λίγες δεκάρες στις πλατείες των πόλεων και των χωριών. Μια βαριά αλυσίδα πεσμένη στο χώμα κρύβει τα τρωτά της σημεία, το να πείσεις για τις υπεράνθρωπες δυνάμεις σου είναι μεγάλη τέχνη. Ωστόσο, μετά το τέλος της παράστασης -μετά το τέλος κάθε παράστασης- παραμονεύει η λήθη.
Ζωντανοί θρύλοι για αρκετές γενιές. Πλέον κάθε αναφορά στα ονόματά τους έστω και συμβολιστική αφήνει μια ελαφριά πικράδα. * Γιάννης Κουλάδης από τη Χίο * Σαμουήλ ο Εβραίος * Πέπος, * Αποστολάρας, * Μανώλης Ψωμάς, * Μεχμέτης ο Ατρόμητος 30 * Εξωτικοί παλαιστές και τουρκοφάγοι * Βοηθοί και χαμάληδες των παλαιστών * Η παλαιστική γενιά του Μανώλη Ψωμά * Ο Σπανός στην Άμφισσα (1906), * Ο Βεληγκέκας * Το πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας στο Θησείο * Θεμιστοκλάρας * Ψευτοπαλαιστές Βιολέτας, Χοντροθωμάς, Κρομμύδας, Στάθης * Ηλίας και Γαρούφαλος από το Ναύπλιο * Πασάς Τζογλάς * Ο Ψαρής * Τα μασκαρέματα των παλαιστών, * Οι περιοδείες του Αποστολάρα στην Αττικοβοιωτία * Τζιμ Λόντος * Ο τουρκοφάγος Γκιαούρ Ανδρέας * Πρωτοπαλαιστής Πελοπίδας * Ο Αρμένης, * Οι ψευτοπαλαιστές του 1934 (Σαλάμης ο Αλλήθωρος, Ιμάμ Φακές, Νώντας ο Αμάραντος και Καρπαζάν Πασάς) * Βαλκάνιοι πρωτοπαλαιστές * Φραντσέζος, Μαχαίρας, Αποστολάρας και Λώρα * Στην Ευρυτανία με τον κλαριντζή Γυφτοθόδωρα * Ο Λαφαζάνης ο Βράχος , Παναγής Κουταλιανός * Τα γεροντάματα των παλαιστών * Ξεχασμένοι παλαιστέςhttp://www.promith.gr/product/%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%83-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%bf%cf%83-%ce%b4%ce%b7%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b7%cf%83-%cf%80%ce%bf%cf%84%ce%b1%ce%bc/
ΦΩΝΕΣ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ – ΜΑΡΙΑ ΚΑΡΔΑΡΑ Η λήξη του Β.Π.Π. βρίσκει την Ελλάδα να προσπαθεί να ανασηκωθεί και να ανασυγκροτηθεί αργά και μουδιασμένα. Για την Ελλάδα τίποτα δεν τελειώνει εκεί. Θα συνεχίσουν τα πάθη της για πολλά χρόνια ακόμα, αφού συνεχίζεται ένας ανελέητος εμφύλιος κατά τον οποίο η μία πλευρά θα προσπαθήσει να στρώσει το έδαφος για την μελλοντική οικονομική εκμετάλλευση από τις προηγμένες δυνάμεις της Δύσης, και η άλλη προδομένη, κυνηγημένη θα συνεχίσει να μάχεται στα βουνά για την ανατροπή του στάτους κβο στη χώρα, την μοναδική δυτικής επιρροής στα Βαλκάνια. Η κατάσταση αυτή θα χωρίσει οικογένειες και βέβαια θα δώσει μια μεγάλη ευκαιρία στην ευνοημένη τάξη να επιβάλει πολιτικές αλλά και να κερδοσκοπήσει. Πολλά από τα ορφανά παιδιά του πολέμου, αλλά και παιδιά γονιών που φυλακίστηκαν από το καθεστώς πουλήθηκαν κατά κύριο λόγο στις ΗΠΑ αλλά και στις άλλες χώρες. Μόνο για της ΗΠΑ ο αριθμός των παιδιών αυτών υπολογίζεται στις 3.200.
Το βιβλίο αυτό περιέχει την αφήγηση 14 ανθρώπων που “υιοθετήθηκαν” στην Αμερική και δεν έμαθαν τίποτα πια για τον τόπο και την οικογένειά τους. Ο αμείλικτος χρόνος σβήνει και καλύπτει και τα τελευταία σημάδια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τα ξενιτεμένα παιδιά στις ρίζες τους. Έχουν περάσει 67 ολόκληρα χρόνια και οι ελπίδες λιγοστεύουν. Οι αφηγήσεις των 14 δεν αναλώνονται μόνο στην περιγραφή του αγώνα να βρουν τις φυσικές τους οικογένειες (αν υπάρχουν ακόμα κάποιοι στη ζωή) αλλά να ΥΠΑΡΞΟΥΝ, να αυτοπροσδιοριστούν, να αναγνωρίζουν ένα εναρκτήριο στίγμα ύπαρξης ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν.
ΥΠΗΡΕΤΡΙΕΣ: Η ΠΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – ΙΡΙΣ ΑΥΔΗ-ΚΑΛΚΑΝΗ
Η ιστορία των δύστυχων παιδιών αλλά και γενικά των γυναικών που βίωσαν λίγο-πολύ συνθήκες δουλείας, καταπίεση, βιασμούς, ξυλοδαρμούς, στέρηση ελευθερίας αλλά και απόλυτη στέρηση εργασιακών δικαιωμάτων. Επίσης επειδή ήταν γυναίκες ήταν αποστερημένες από όλα τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτή την ιστορία και αυτούς τους αγώνες για χειραφέτηση και απόκτηση ανθρώπινης ταυτότητας περιγράφει η κυρία Αυδή Καλκάνη στο βιβλίο αυτό. “Η καταγραφή της ιστορίας των Ελληνίδων υπηρετριών, η μορφοποίηση της δικής τους αγνοημένης ιστορίας, η μακροχρόνια βασανιστική τους πορεία, παρά τη δυσκολία για την άντληση σχετικών στοιχείων, είναι απαραίτητη, αφενός, για να σπάσει η σχεδόν απόλυτη σιωπή της τραγικής αυτής ζωής τους, αφετέρου, για να μην ξεχαστεί, από άγνοια των νεότερων, η αντιμετώπιση της ελληνικής κοινωνίας, έως και μερικά χρόνια πριν, απέναντι σε αυτό το πλήθος των γυναικών. Επίσης, με αυτό τον τρόπο θα συμπληρωθεί ένα ακόμη από τα κενά της ιστορίας των γυναικών της Ελλάδας, σημαντικού βέβαια μέρους της γενικότερης ιστορίας της χώρας μας. Την έρευνά μου και την προσπάθειά μου να συγκεντρώσω στοιχεία για αυτή την ιστορία είχα ξεκινήσει ήδη από την αρχή σχεδόν της δεκαετίας του ’90…” Από την εισαγωγή
Γεννήθηκε στο Μπέρχαμστεντ του Χάρτφορντσάιρ[i] στις 2 Οκτωβρίου 1904.
Οι γονείς του ήταν πρώτα εξαδέλφια μεταξύ τους και γόνοι μιας ισχυρότατης και ιστορικής οικογένειας τόσο οικονομικά και επιχειρηματικά όσο και πολιτικά. Επιπλέον η μητέρα του (Γκριν και η ίδια) ήταν πρώτη εξαδέλφη (από την πλευρά της μητέρας της με τον Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον[ii].
Οι γονείς του απέκτησαν έξι παιδιά. Ο Γκράχαμ ήταν ο τέταρτος. Ο μικρότερος αδελφός του μας είναι γνωστός από την ενασχόλησή του με την ΕΡΤ όταν ως Γενικός Διευθυντής του BBC κλήθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στις αρχές της μεταπολίτευσης να αναδιοργανώσει την δημόσια τηλεόραση και να την αποσπάσει από τον παλαιολιθικό χαρακτήρα της χούντας. Η έκθεσή του απλά πετάχτηκε στα σκουπίδια. [iii]
Ο πατέρας του ήταν εκπαιδευτικός. Υπήρξε μάλιστα και διευθυντής του Μπέρχαμστεντ Σκουλ (Berkhamsted School) ένα από τα ιστοριά «ιδιωτικά» (ανεξάρτητα) σχολεία της Αγγλίας. Εκεί φοίτησε και ο Γκράχαμ. Αυτό καθόρισε μάλλον και την μετέπειτα ζωή του, τις ιδέες και τον ψυχισμό του. Στην ουσία έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με σκληρό εκφοβισμό και παρενόχληση που δυσκολεύτηκε πολύ να διαχειριστεί, με αποτέλεσμα μια πολύ βαριά κατάθλιψη. Ο νεαρός Γκράχαμ το 1921 και σε ηλικία 16 ετών, έκανε αρκετές απόπειρες αυτοκτονίας, με διάφορους τρόπους, ακόμα και με όπλο παίζοντας Ρώσικη Ρουλέτα. Τελικά το έσκασε από το σχολείο και από το σπίτι. Τότε οι γονείς αφού συνειδητοποίησαν πόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα τον εμπιστεύτηκαν στην θεραπευτική φροντίδα του Κένεθ Ρίτσμοντ, διάσημου ψυχαναλυτή, μαθητή του Σίγκμουντ Φρόυντ. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι οι 6 μήνες που παρέμεινε στο σπίτι του Ρίτσμοντ στο Λονδίνο, ήταν η πιο ευτυχισμένη περίοδος της ζωής του.
Μετά τη θεραπεία του, επέστρεψε στο σχολείο όχι όμως ως οικότροφος. Με συμμαθητές τον μετέπειτα δημοσιογράφο Κλοντ Κόκμπερν και τον Πίτερ Κένελ αργότερα μεγάλο ιστορικό, συνέβαλλαν στη σχολική εφημερίδα. Κάποιο από τα διηγήματα που είχε γράψει ο Γκριν, δημοσιεύτηκε σε Λονδρέζικη απογευματινή εφημερίδα τον Ιανουάριο του 1921.
Ο γάμος του Graham Green με την Vivien 15 Οκτωβρίου 1927.
Μετά το γυμνάσιο πήγε στο Κολλέγιο Μπάλιολ (Balliol College[iv]) στην Οξφόρδη.
Μάλιστα κάπου στο 1922 έγινε μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος και αναζητούσε ένα τρόπο να καταφέρει να έχει πρόσκληση για να επισκεφτεί στην Σοβιετική Ένωση, τελικά όμως δεν τα κατάφερε. Συνέχισε τις σπουδές του και πήρε το πτυχίο του στην ιστορία. Οι απόπειρες αυτοκτονίας συνεχίζονταν ακόμα και όταν σπούδαζε Συγκριτική Ιστορία, και έλαβαν τέλος μόνο όταν συνειδητοποίησε ότι «τραβούσα τη σκανδάλη όσο συχνά χρειαζόταν να πάρω ασπιρίνη».
Το 1925, ενώ δεν είχε ακόμα αποφοιτήσει από το κολέγιο, εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή που δεν έτυχε ιδιαίτερης αποδοχής.
Άρχισε να εργάζεται ως ανεξάρτητος (free lancer) δάσκαλος φροντιστής, και δημοσιογράφος. To 1926 εργάστηκε στην Νότιγχαμ Τζέρναλ και λίγο αργότερα στους Τάιμς. Αυτή την περίοδο η ζωή του αλλάζει εντελώς τροπή. Αρχίζει να αλληλογραφεί με την συγγραφέα Βίβιεν Ντέιρελ-Μπράουνινγκ[v] η οποία αρχικά του είχε στείλει μια επιστολή να του επισημάνει κάποιο λάθος του που σχετιζόταν με το Καθολικό δόγμα. Προφανώς ερωτεύτηκαν και αρκετά σύντομα θέλησαν να παντρευτούν. Ο μέχρι τότε αγνωστικιστής Γκριν, άρχισε να έχει μια πιο στρογγυλή οπτική για τον καθολικισμό, τον οποίο τελικά ασπάστηκε, και βαπτίστηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1926[vi], ώστε να καταφέρουν να παντρευτούν. Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στις 15 Οκτώβρη του 1927 στο Χάμστεντ του Λονδίνου.
Το 1929, μετά την έκδοση του πρώτου του βιβλίου (The man within) παραιτήθηκε από τους Τάιμς και αφοσιώθηκε στη συγγραφή και στην κριτική. Παρόλη την αφοσίωσή του στην συγγραφή τα πρώτα του μυθιστορήματα δεν έτυχαν ιδιαίτερης απήχησης και βέβαια δεν έλαβαν καθόλου καλές κριτικές. (The man within[vii], The name of Action[viii], Rumour at Nightfall[ix]).
Μετά την αποτυχία τους, ο Γκριν τα αποκήρυξε και τα τρία και απαγόρευσε την επανέκδοσή τους. Από την τραγική αυτή καταδίκη ξέφυγε το «The man within» (Ο προδότης) με το οποίο έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο, όταν αρκετά χρόνια αργότερα το επανεκτίμησε και έφτασε να γίνει και ταινία το 1947. Σε αυτό το βιβλίο διαφαίνεται α) η ικανότητά του να φτιάχνει πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες και να στήνει σκηνικά με έντονο σασπένς, ενώ το σύνολο δεν στερείται βάθους και προβληματισμών και β) η ένθερμη αποδοχή και έκφραση του Καθολικισμού.
Παρόλα αυτά ο Γκριν απεχθάνεται τον χαρακτηρισμό «Ρωμαιοκαθολικός Συγγραφέας» που του αποδόθηκε, λέγοντας ότι είναι ένας λογοτέχνης που συμβαίνει να είναι καθολικός. Το θρησκευτικό στοιχείο όμως είναι διαρκώς παρόν στο σύνολο του συγγραφικού του έργου.
Παράδειγμα είναι το Brighton Rock[x] (Ο βράχος του Μπράιτον ή Ανήλικος Δολοφόνος), The Power and the Glory (Η δύναμη και η δόξα) και άλλα μυθιστορήματα που ως βασικό άξονα κρατούν την έντονη πλοκή και το μυστήριο, το υπόστρωμα όμως είναι μια θρησκευτική ανάγκη έκφρασης.
Το 1932, αρχίζει να εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας στο περιοδικό The Spectator όπου παραμένει στο ίδιο πόστο για 12 χρόνια διατηρώντας τακτική στήλη.
Γύρω στα 1935 έκανε το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό, πηγαίνοντας στη Λιβερία για να συλλέξει εμπειρίες και υλικό, από το οποίο προέκυψε το ταξιδιωτικό βιβλίο του «Journey Without Maps» (Ταξίδι δίχως χάρτες).
Η λογοτεχνική του συνέχεια, είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και πετυχημένη. Ο Γκριν δείχνει να έχει βρει τον τρόπο να περνάει σημαντικά νοήματα και προβληματισμούς μέσα από απλές αστυνομικές περιπέτειες. Έτσι το 1936 κυκλοφορεί το μυθιστόρημα: A Gun for Sale (που μεταφράστηκε στα ελληνικά ατυχώς «Ένα όπλο για πούλημα» ενώ στην ουσία σημαίνει «πληρωμένος εκτελεστής») και το «The basement Room» (Το δωμάτιο του υπογείου)[xi] που μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Κάρολ Ρίντ το 1948 με τίτλο «The fallen idol» (Το πεσμένο είδωλο ή Η πτώση ενός ειδώλου), ενώ το 1939 το «Confidential Agent» στα οποία το βάθος των προβληματισμών αυξάνει.
Το 1938 ταξίδεψε στο Μεξικό με χρηματοδότηση από τον Εκδοτικό Οίκο Longman ώστε να διαπιστώσει τα αποτελέσματα της αντι-καθολικής καμπάνιας της κυβέρνησής του. Αυτό το ταξίδι τον εφοδίασε με υλικό που χρησιμοποίησε σε δύο βιβλία: Το δοκίμιο «The lawless Roads» (Οι δρόμοι της παρανομίας) που εκδόθηκε στις ΗΠΑ ως «Another Mexico» (Ένα άλλο Μεξικό) και το μυθιστόρημα «The power and the Glory» (Η δύναμη και η δόξα)[xii].
Κατά το 1941, η αδερφή του Ελίζαμπεθ η οποία ήδη δούλευε στην κατασκοπία, βοήθησε να προσληφθεί στην ΜΙ6 σαν μυστικός πράκτορας και κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου τοποθετήθηκε στη Σιέρα Λεόνε.[xiii]
Το επόμενο μυθιστόρημά του, «Το υπουργείο του φόβου», μεταφέρθηκε και αυτό στον κινηματογράφο από τον Φριτς Λανγκ το 1944 και θεωρείται πλέον ένα κλασικό φιλμ νουάρ, ενώ το μυθιστόρημα The Heart of the Matter (ελλ. τίτλος Ουσία και βάθος) τιμήθηκε το 1948 με το αγγλικό βραβείο James Tait Black Memorial Prize. Το 1944 γράφει τον «Δέκατο Άνθρωπο» (The tenth man) με μοναδικό σκοπό να γίνει σενάριο για κινηματογραφική ταινία. Εκχωρεί τα δικαιώματα στην MGM αλλά δυστυχώς για λόγους που δεν έγιναν ακριβώς γνωστοί η ταινία δεν γυρίστηκε ποτέ. Ο Γκριν ξεχνάει εντελώς το κείμενο, το οποίο βρίσκει κάποια στιγμή το 1985, το πουλάει σε μια αμερικανική εκδοτική η οποία το κυκλοφορεί. Τελικά γυρίστηκε σε ταινία το 1988 με πρωταγωνιστή τον Άντονι Χόπκινς.
Το επόμενο μυθιστόρημά του, το γνωστότερό του ίσως, «The Third man» (Ο τρίτος άνθρωπος) το 1949, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο σχεδόν αμέσως μετά την έκδοσή του, από τον Κάρολ Ριντ και μάλιστα τιμήθηκε με τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Καννών το 1949 με πρωταγωνιστή τον Όρσον Γουέλς.
To 1945 έπιασε δουλειά στην Evening Standard σας κριτικος λογοτεχνίας.
Το 1946, χωρίς να χωρίσει από την τότε σύντροφό του σκηνογράφο, Ντόροθι Γκλόβερ (για την οποία άφησε τη νόμιμη σύζυγό του), έκανε ερωτικό δεσμό με την Κάθριν Γουόλστον, βαφτισιμια του, μητέρα πέντε παιδιών, σύζυγο ενός εύπορου γεωκτήμονα και αργότερα κατόχου τίτλου ευγενείας (life peer[xiv]). Η σχέση αυτή περιγράφεται στο πασίγνωστο μυθιστόρημά του «The end of the Affair» (Το τέλος μιας σχέσης). Στο βιβλίο ο κεντρικός ήρωας είναι ένας αγνωστικιστής, ερωτευμένος με μία γυναίκα που τον εγκαταλείπει, ωθούμενη από τη θρησκευτική της πίστη η οποία τη φέρνει κοντά στην αγιοσύνη. Ο γκρίζος ρεαλισμός του αυστηρά Καθολικού συγγραφέα-ήρωα συγκρούεται με τον έρωτα, το πάθος και οδηγεί σε μια ψυχική και νοητική έξοδο. Εκδόθηκε το 1951 μετά το τέλος της παράνομης σχέσης του ζευγαριού. Ο Ουίλιαμ Φώκνερ έγραψε για αυτό ότι είναι ένα από τα πιο συγκινητικά και μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Μεταφέρθηκε στον κινη-ματογράφο δύο φορές, μία το 1955 με πρωταγωνιστές την Ντέμπορα Κερ και τον Βαν Τζόνσον και το 1999 με πρωταγωνιστές τον Ρέι Φάινς, την Τζούλιαν Μούρ, τον Στίβεν Ρία κ.α.
Το 1947 ο Γκράχαμ εγκατέλειψε την οικογένειά του, η Βίβιεν όμως, αρνήθηκε να του δώσει διαζύγιο, αφού η καθολική εκκλησία δεν το αποδεχόταν. Έτσι ο γάμος τους τυπικά ίσχυε μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος.
Ο Γκριν σε χαλαρή συζήτηση με μέλος της δικτατορικής κυβέρνησης της ΑϊτήςΓκράχαμ Γκριν και Φιντέλ Κάστρο
Το 1954 ταξίδεψε στην Αϊτή. Εκεί λαμβάνει χώρα και το μυθιστόρημά του «The Comedians» (Οι θεατρίνοι). Εκείνη την περίοδο η Αϊτή βρισκόταν υπό τον Δικτάτορα Φρανσουά Ντιβαλιέ γνωστό ως Papa Doc.
To 1950 ταξίδεψε και περιηγήθηκε στην Αφρική συλλέγοντας στοιχεία για το μυθιστόρημά του «A Burnout Case» (Καμμένο χαρτί) που ολοκληρώθηκε το 1960. Στην Αφρική ο Γκριν επισκέφθηκε πολλές αποικίες λεπρών στην περιοχή του Κονγκό.
Το 1955 έγραψε το εξαιρετικό «The Quiet American» (Ο ήσυχος Αμερικάνος) που διαδραματίζεται στο Βιετνάμ την περίοδο που η απελπισμένη Γαλλία το «παρατάει» στην Αμερικανική επικυριαρχία. Και για αυτό το βιβλίο, κατηγορήθηκε ως κομμουνιστής, γιατί ασκεί μια σκληρή και προφητική κριτική για την αλαζονική και πουριτανική συμπεριφορά των ΗΠΑ έναντι του Βιετνάμ. Το βιβλίο επίσης μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη δύο φορές. Την πρώτη φορά το 1958 με τους Όντι Μέρφι, Σερ Μάικλ Ρεντγκρέιβ και Τζόρτζια Μολ και τη δεύτερη το 2001 με τους Μάικλ Κέιν, Μπρένταν Φρέιζερ και Ντο Τι Χάι Γιεν. Επειδή μάλιστα η δεύτερη φορά συνέπεσε με το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη, η ταινία προκάλεσε πολλές αντιδράσεις.
Το βιβλίο είναι σε μεγάλο βαθμό αυτο-βιογραφικό και ακολουθεί πάντα το σταθερό μοτίβο όπου ο Γκριν τοποθετεί τον εαυτό του στη θέση χαρακτήρων μεγαλύ-τερων σε ηλικία που σχετίζονται με νεαρές κοπέλες, ενώ πάντα στο προσκήνιο ξεπηδούν νεαροί αντίζηλοι, στους οποίους αναγνω-ρίζει το αξίωμα της ρώμης, της νιότης, του μέλλοντος και βάζει τον ήρωά του να υποχωρεί στωικά. Προφανώς αυτός είναι ένας ακόμα προσωπικός εφιάλτης για τον Γκριν, που αποτυπώνεται αρχικά στο έργο του ως ανασφάλεια με την οποία τελικά συμφιλιώνεται ο μεσόκοπος ήρωας, και αποτυπώνει σημαντικές φιλοσοφικές απόψεις για τη ζωή, δίνοντας άφεση (σαν καλός Χριστιανός) σε όσους τον πλήγωσαν ακολουθώντας τη φυσική φορά των πραγμάτων, ή την νεανική τους ορμή.
Ο πίνακας που ο Φιντέλ Κάστρο δώρισε στον Γκριν
Το 1957 λίγους μήνες αφού ο Φιντέλ Κάστρο εξαπέλυσε τις τελικές επιθέσεις του ενάντια στο δικατορικό καθεστώς Μπατίστα[xv], ο Γκριν βρέθηκε να βοηθά τους επαναστάτες σαν μυστικός αγγελιαφόρος μεταφέροντας ακόμα και ζεστό ρουχισμό για τους άντρες του Κάστρο που είχαν καταφύγει στα βουνά κατά τη διάρκεια του Κουβανικού χειμώνα. Ο συγγραφέας του είχε πάρει αρκετές φορές συνέντευξη. Σε μια από αυτές, το 1983 ήταν παρών και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Η συνέντευξη αυτή εξελίχθηκε σε μια πολύωρη συνομιλία. Κάποια χρόνια αργότερα, η Guardian αποκάλυψε ότι αυτή η συζήτησε μαγνητοφωνήθηκε από το FBI. Λεγόταν ότι ο Γκριν γοητευόταν από τις ισχυρές, ηγετικές προσωπικότητες και για αυτό ενδιαφέρθηκε για τον Κάστρο τον οποίο και γνώρισε προσωπικά αργότερα. Σε μια από τις συναντήσεις τους, ο Κάστρο του δώρισε έναν ζωγραφικό πίνακα που είχε ο ίδιος ζωγραφίσει και που βρισκόταν πάντα κρεμασμένο στον Γαλλικό Οίκο όπου ο Γκριν πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. [xvi]
Το 1958 έγραψε το «Our Man in Havana» (Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα) που στην ουσία γελοιοποιούσε την Βρετανική ΜΙ6, δηλαδή τον ίδιο του τον εργοδότη και τον εαυτό του. Τα όσα αναφέρει ο Γκριν στο βιβλίο του ιδίως για την εγκατάσταση των πυραύλων, έλαβαν χώρα αργότερα και καταλήγουν στα γεγονότα του 1962. Ο βασικός χαρακτήρας του βιβλίου ήταν η υλοποίηση του χαρακτήρα κάποιου διπλού πράκτορα που ο Γκριν γνώρισε στην Λισαβόνα, ο οποίος για να κερδίσει περισσότερα χρήματα, δεν αρκέστηκε στην πώληση των πληροφοριών του τόσο στη Βρετανία που επισήμως τον πλήρωνε αλλά και στην Γερμανία που τον στρατολόγησε μυστικά, αλλά επινοούσε στοιχεία και γεγονότα που κατόπιν «πωλούσε» και στους δύο εντολοδόχους του.
Το βιβλίο περιέχει αυτόν τον αυτοσαρκασμό που μόνο ένας Βρετανός δεν ντρέπεται να κοινοποιήσει, ενώ θέτει αρκετά ερωτηματικά στον αναγνώστη για τις πολιτικές ισορροπίες και τα πολεμικά παιχνίδια επίδειξης ισχύος. Στην πραγματικότητα είναι ένα βιωματικό μυθιστόρημα με αρκετά στοιχεία αυτοκριτικής αλλά και πολιτιμούς σχολιασμούς. Το κατασκοπικό αυτό μυθιστόρημα, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Κάρολ Ριντ το 1959, με πρωταγωνιστή τον Άλεκ Γκίνες.
Το 1966 ο Γκριν μετακόμισε στην Αντίμπ, μια παραλιακή πόλη μεταξύ των Κανών και της Νις. Η βασική αιτία της μετοίκησης ήταν να βρεθεί κοντά στην Ιβόν Κλοετά την οποία γνώρισε το 1959 και συναψε σχέση μαζί της που διατηρήθηκε μέχρι τον θάνατό του.
Graham Green & Katherine Walston
«Βρίσκω δύσκολη την προσαρμογή στην έκτη δεκαετία της ζωής μου» θα γράψει στην αυτοβιογραφία του «A sort of life» (1971) ο καταθλιπτικός συγγραφέας. «Τολμώ να ομολογήσω ότι το ίδιο ένιωθα όταν γινόμουν πενήντα χρόνων. Τίποτε καλό δεν συμβαίνει στη ζωή μου όσο μεγαλώνω. Παρατηρώ πλέον μόνον ατέλειες και ελαττώματα. Γράφω λιγότερο και μετά δυσκολίας βρίσκω την ενέργεια. Η βασική μου «αρρώστια» είναι η ανία».
Αυτή η ανία όμως που στην ουσία ήτανη μανιοκατάθλιψη και η διπολική διαταραχή που τον βασάνιζε ακόμα από τα πρώτα εφηβικά του χρόνια, ήταν τελικά το κίνητρο που ώθησε τον Γκριν να μεγαλουργήσει.
Το 1973 εκδίδεται το «Honorary Consul» (Η ερωμένη του διπλωμάτη) που το 1983 γυρίστηκε φιλμ με πρωταγωνιστές τον Μάικλ Κέιν και τον Ρίτσαρντ Γκιρ.
Τα τελευταία του χρόνια τα έζησε στην Βεβέ στην Ελβετία. Στην ίδια πόλη την ίδια περίοδο ζούσε και ο Τσάρλι Τσάπλιν με τον οποίο γνωρίστηκαν και βλέπονταν αρκετά συχνά. Το βιβλίο του «Doctor Fisher of Geneva or the Bomb Party» (Ο Δόκτορ Φίσερ από την Γενέυη και το πάρτι με τις βόμβες) αφορά τις φιλοσοφικές συζητήσεις που έκαναν οι δυο τους.
Το 1981 τιμήθηκε με το βραβείο Jerusalem Prize, που δίνεται σε συγγραφείς που με το έργο τους υποστήριξαν την ελευθερία του ανθρώπου στην κοινωνία.
Το 1982 έγραψε το μοναδικό «Monsignor Quixote» (Μονσινιόρ Κιχώτης) ένα βαθιά φιλοσοφικό έργο με αρκετό σαρκασμό, μια παραλογή του αριστουργήματος του Θερβάντες. Μακριά από τη βασική του θεματολογία, (δεν πρόκειται για κατασκοπικό ή αστυνομικό έργο), παρακολουθεί την πορεία ενός ηλικιωμένου παπά που ταξιδεύει στην Ισπανία με τον φίλο και οδηγό του Σάντσο και το μικρό Seatάκι τον Ροσινάντε. Το βιβλίο γυρίστηκε ταινία με πρωταγωνιστές τον Σερ Άλεκ Γκίνες και τον Λίο ΜακΚέρν.
Το 1984 στα γενέθλια των 80 χρόνων του, η ζυθοποιία που είχε ιδρύσει ο προπάππος του το 1799 έβγαλε προς τιμή του μια ειδική ετικέτα μπύρας.
Πέθανε στις 3 Απριλίου του 1991 στο Βιβέ χτυπημένος από λευχαιμία στην ηλικία των 86 ετών.
Ο τάφος του συγγραφέα βρίσκεται στο κοιμητήριο Κορσό στην Ελβετία.
Η προσωπικότητα και το έργο του
Ο Γκριν έζησε όλη του τη ζωή μέσα στην μανιοκατάθλιψη. Σήμερα αναγνωρίζεται ως διπολική διαταραχή. Ήταν επίσης επιρρεπής στη χρήση ουσιών (αλκοόλ και όπιο). Αυτό ήταν έκδηλο και στο συγγραφικό του έργο. Για παράδειγμα, στον «Ήσυχο Αμερικανό», περιγράφει με απλότητα και λεπτομέρεια τον τρόπο που ο Βρετανός διπλωμάτης και η μικρή Βιετναμέζα ερωμένη του, ετοίμαζαν και κάπνιζαν όπιο στην πίπα τους.[xvii] Επίσης δεν υπάρχει βιβλίο του που να μην δηλώνει το αλκοόλ την παρουσία του.
Το συγγραφικό ταλέντο του Γκράχαμ Γκριν είναι πολύπλευρο και πολύ δυναμικό. Στην πλειοψηφία τους τα έργα του, είναι φαινομενικά ιστορίες μυστηρίου και αστυνομικά ή κατασκοπικά θρίλερ. Στο βάθος όμως εξέφραζαν όλα τα ουσιαστικά πολιτικά ζητήματα του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Όσο ο χρόνος περνούσε και η σκέψη του ωρίμαζε τόσο βάθαινε η σκέψη του και τόσο ουσιαστικότερα γινόταν τα ζητήματα που έθιγε και ανέλυε στα βιβλία του. Στην τρίτη περίοδο της ζωής του τα έργα του έγιναν ακόμα πιο αναλυτικά και τον απασχολούσε κυρίως η ουσία των πραγμάτων και τα άλυτα και μυστηριώδη διλήμματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Το μεγάλο και ουσιαστικότερο πρόβλημα του συγγραφέα, η ψυχική του ασθένεια, έγινε ο βασικός πυλώνας του συγγραφικού του έργου. Όπως γίνεται συνήθως με τους μεγάλους δημιουργούς μας χάρησε ένα μεγαλειώδες έργο που όμως εξέφραζε το δράμα της ζωής του.
Οι κριτικοί δεν του επέδωσαν τον χαρακτηρισμό του έντεχνου λογοτέχνη. Οι λέξεις που επέλεγε ήταν περισσότερο λειτουργικές στο συναίσθημα. Η έκφρασή του ήταν σαφής και τα νοήματά του κατανοητά. Στα βιβλία του ήταν επίσης φανερός ο επηρεασμός του από την θρησκευτική του προσήλωση. Στα δοκίμιά του που αφορούσαν την λογοτεχνία, επιτήθονταν στο μοντερνιστικό ρεύμα που εξέφραζαν η Βιρτζίνια Γουλφ και ο Ε.Μ. Φόρστερ και τους κατηγορούσε ότι είχαν παρασυρθεί από την απόσταση από την θρησκεία, φτιάχνοντας παθητικούς και επιφανειακούς χαρακτήρες που χάνονταν ανάμεσα σε «χάρτινα» και εύθραυστα σύμβολα. Οι χαρακτήρες του Γκριν από την άλλη βίωναν την εσωτερική σύγκρουση του καλού με το κακό που πάντα συνυπήρχαν σε κάθε ήρωά του. Προσπαθούσε να περιγράψει την εσωτερική πνευματική, συναισθηματική και νοητική τους έκφραση κοιτώντας από την πλευρά του Καθολικισμού. Οι ήρωές του, είναι μοναχικοί, αντικοινωνικοί, λίγο ή περισσότερο τραγικοί, πάντα όμως φέρουν τα χαρακτηριστικά ή τα διλήμματα του ίδιου του συγγραφέα. Οι ήρωές του ήταν αντιήρωες. Ναι μεν πετύχαιναν έναν στόχο, ο στόχος αυτός όμως απέχει πολύ από τη Χολιγουντιανή λογική, που ο ήρωας νικάει, παίρνει τα λεφτά και το κορίτσι. Οι κεντρικοί χαρακτήρες του αποκομίζουν κάτι πολύ πιο σημαντικό: την αλήθεια που φυσικά πάντα πονάει, είναι όμως λύτρωση. Η κατάκτηση της αλήθειας, επιβεβαιώνει την αιτία της κατάθλιψης και εξασφαλίζει ένα ακόμα βήμα προς την μοναξιά. Είναι ίσως ο θεμελιωτής του πρωταγωνιστή «αντιήρωα» στο μυθιστόρημα και τον κινηματογράφο του 20ού αιώνα.
Από αριστερά προς τα δεξιά: Λούσι Γκριν (κόρη του Γκράχαμ), ο Γκράχαμ, Ντέιβιντ Λιούις, Ντέμπορα Κερ
Επηρέασε πολλούς σύγχρονούς του και μεταγενέστερους συγγραφείς. Ο Τζον Λε Καρέ τον θεωρούσε πατέρα του σύγχρονου αστυνομικού μυθιστορήματος και πατέρα της δικής του έμπνευσης, ενώ ο Μπάλαρντ πίστευε ότι άνοιξε δρόμους στο ψυχολογικό δράμα, το οποίο λειτουργεί παράλληλα με την πλοκή του θρίλερ. Ο Μπάλαρντ θα πει:
«Παρόλο που ο Γκριν βασανίζεται από τα πνευματικά του διλήμματα δεν γίνεται ποτέ ηθικοπλαστικός σε αντίθεση με τους σύγχρονους συμπατριώτες του. Όπως ο Λόρενς Ντάρελ και ο Μπόρχες δίνει ζωή σε ό,τι πιο θαυμαστό έχει να επιδείξει η αγγλική λογοτεχνική παράδοση».
Όσο όμως περνούσαν τα χρόνια και η θρησκευτική του ζέση μειωνόταν, οι μεταφυσική αναζήτηση ξεθώριαζε και οι ανησυχίες του γινόταν περισσότερο ανθρωπιστικές, ενώ έγινε αρκετά επικριτικός στον στείρο Καθολικισμό και τον προσηλυτισμό.
Το σκηνικό που επέλεγε ήταν αυτό που γνώρισε στις περιπλανήσεις του, συνήθως φτωχά και ταραγμένα μέρη όπως το Μεξικό, η Δυτική Αφρική, το Βιετνάμ, η Κούβα, η Αιτή και η Αργεντινή τα οποία χαρακτήριζε συνήθως ως «πράσινη γη».
Είχε δηλώσει ότι ήταν «ισόβιος φίλος» του Κίλμπι[xviii]. Είχε προσωπικές σχέσεις με τους Φιντέλ Κάστρο, Χο Τσι Μινχ και Μανουέλ Νοριέγκα. Υπήρξε σφοδρά επικριτικός στις ΗΠΑ και την CIA που ξεκάθαρα εμπλεκόταν στην επιβολή και εγκατάσταση πολλών δικτατορικών καθεστώτων. Έτσι, επί 50 και πλέον χρόνια παρακολουθούνταν από τις Αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, μέχρι που την ψυχροπολεμική περίοδο απέκτησε έναν αρκετά ογκώδη φάκελο, χαρακτηρίστηκε φιλοκομμουνιστής και του απαγορεύτηκε η είσοδος στις ΗΠΑ.
Στα τελευταία του χρόνια έκανε αυστηρή κριτική στον Αμερικανικό Ιμπεριαλισμό ενώ εξέφρασε χωρίς ενδοιασμούς την συμπάθειά του για τον Φιντέλ Κάστρο.
Ο Γκριν είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα.
Συγκέντρωσε πολλά λογοτεχνικά βραβεία ενώ εμφανίστηκε και στις βραχείες λίστες των Νόμπελ.
Επιπλέον υπήρξε ο αγαπημένος του παγκόσμιου κινηματογράφου αφού τα περισσότερα από τα έργα του έγιναν ταινίες και κάποια μάλιστα δύο φορές.
Κάποια στιγμή μάλιστα, έπαιξε και στον κινηματογράφο σε ταινία του Φρανσουά Τριφό. Όταν ζούσε στην Αντίμπ ο Τριφό γύριζε την ταινία «Αμερικανική νύχτα». Η υπόθεση αφορούσε τον θάνατο ενός ηθοποιού κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων μιας ταινίας και την άφιξη ενός Βρετανού ασφαλιστή που θα έλεγχε την πιθανότητα να συνεχιστούν τα γυρίσματα. Οι υποψήφιοι ηθοποιοί δεν ικανοποιούσαν τον Τριφώ και έβαλε αγγελία στις εφημερίδες. Έτσι εμφανίστηκε ο Γκριν με ψευδώνυμο και διεκδίκησε τον ρόλο, χωρίς να καταλάβει κανείς την ταυτότητά του. Όταν ο Τριφό έλεγχε το πρώτο υλικό πριν το μοντάζ, τον είδε και αναφώνησε: «Δεν είμαστε καλά! Αυτός είναι ο Γκράχαμ Γκριν!». Ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη από τον συγγραφέα, ο οποίος επέμεινε να παραμείνει στην ταινία χωρίς όμως να αναφερθεί το πραγματικό του όνομα. Μάλιστα είχε πει: «Ήμουν περίεργος να δω αν θα υπήρχε κανείς που θα με αναγνώριζε. Αυτό το μυστικό με διασκέδασε πράγματι για αρκετό καιρό».
Εργογραφία:
The Man Within (début—1929) (Οπροδότης)
Stamboul Train (1932) (also published as Orient Express in the US)
It’s a Battlefield (1934)
England Made Me (also published as The Shipwrecked) (1935) – (Οιναυαγισμένοι)
AGunforSale (1936) – (Ένα όπλο για πούλημα)
Journey Without Maps (1936) – (Ταξίδιδίχωςχάρτες)
BrightonRock (1938)- (Ο βράχος του Μπράιτον), (Ανήλικος Δολοφόνος)
The Lawless Roads (1939) (also published as Another Mexico in the US)- (Οιδρόμοιτηςανομίας)
The Confidential Agent (1939)- (
The Power and the Glory (1940)- (Ηδύναμηκαιηδόξα)
TheMinistryofFear (1943)- (Το υπουργείο του φόβου)
TheHeartoftheMatter (1948)- (Η καρδιά των πραγμάτων) [ατυχής μετάφραση τίτλου]
The Third Man (1949) (novella written as a preliminary to Greene’s screenplay for the film The Third Man)- (Οτρίτοςάνθρωπος)
In Search of a Character: Two African Journals (1961)- (Αναζητώνταςένανχαρακτήρα– ΔύοΑφρικανοίδημοσιογράφοι)
The Comedians (1966)- (Οιθεατρίνοι)
Travels with My Aunt (1969) – (ταξίδιαμετηθείαμου)
A Sort of Life (1971)- (Μιακάποιαζωή)
TheHonoraryConsul (1973) – (Η ερωμένη του διπλωμάτη)(Ο επίτιμος πρόξενος)
TheHumanFactor (1978) – (Ο ανθρώπινος παράγοντας)
Ways of Escape (1980)- (Τρόποιαπόδρασης)
Doctor Fischer of Geneva (1980) – (ΟΔόκτωρΦίσεραπ’ τηΓενεύη)
Monsignor Quixote (1982)- (ΜονσινιόρΚιχώτης)
Getting To Know The General: The Story of an Involvement (1984)
TheTenthMan (1985)- (Ο δέκατος άνθρωπος)
The Last Word (1990) (short stories)- (Ητελευταίαλέξη)
Απόψεις & Γνωμικά
Ο Γκράχαμ Γκριν απεχθανόταν να ακούει και να λέει τσιτάτα και γνωμικά. Τα παρακάτω είναι απλά φράσεις απομονωμένες από τα βιβλία του:
Στην Ελβετία, πεντακόσια χρόνια δημοκρατίας και ειρήνης, και ποιο ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμά τους; Το ρολόι–κούκος!
Αυτός που ψάχνει το Θεό, τον έχει ήδη βρει.
Η αλήθεια δεν έχει καμιά πρακτική αξία για τους ανθρώπους. Είναι το ζητούμενο για μαθηματικούς και φιλόσοφους. Στις ανθρώπινες σχέσεις, όμως, η καλοσύνη και τα ψέματα αξίζουν όσο χίλιες αλήθειες.
Θεέ, σε μισώ. Σε μισώ σαν να υπήρχες πραγματικά!
Το κλίμα της Αγγλίας υπήρξε το πιο ισχυρό κίνητρο για την αποικιοκρατία.
Ο κόσμος δεν είναι άσπρο–μαύρο. Μάλλον είναι γκρι–μαύρο
Γιατί ο Θεός μας έδωσε γεννητικά όργανα αν ήθελε να σκεφτόμαστε λογικά;
Η εξομολόγηση δε χρειάζεται όταν αγαπάς τον καρπό του λάθους σου.
Όσο δεν είμαστε σίγουροι, είμαστε ζωντανοί.
Καλύτερα να έχεις αίμα στα χέρια σου παρά νερό, όπως ο Πιλάτος.
Η ηθικολογία έρχεται μαζί με τη θλιβερή σοφία της ηλικίας, όταν πια η αίσθηση περιέργειας έχει εξανεμισθεί.
Σ’ έναν τρελό κόσμο, πάντα φαίνεται απλούστερο να υπακούς.
Οι αρχές υπάρχουν για να παραβιάζονται. Είναι ανθρώπινο, αλλά και καθήκον.
Έτσι γίνεται πάντα: όταν καταφεύγεις στην έρημο, η σιωπή ουρλιάζει στ’ αυτιά σου.
Οι άνθρωποι που τους αρέσουν τα γνωμικά λατρεύουν τις άνευ νοήματος γενικεύσεις.
Οι άνθρωποι έχουν προσευχηθεί σε φυλακές, έχουν προσευχηθεί σε τρώγλες και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μόνο η μεσαία τάξη έχει την απαίτηση να προσεύχεται στο κατάλληλο περιβάλλον.
Εγώ πιστεύω ότι το σπίτι σου είναι εκεί όπου υπάρχει μια πολυθρόνα και ένα ποτήρι.
Υπάρχει πάντα η άλλη πλευρά σε κάθε αστείο, αυτή του θύματος.
«Μίντια» είναι μια λέξη που έχει καταντήσει να σημαίνει κακή δημοσιογραφία.
Η απελπισία είναι η τιμή που πρέπει να πληρώσεις όταν επιμένεις σε έναν ακατόρθωτο στόχο.
«Νομίζω ότι ένας κομμουνιστής οφείλει να έχει αμφιβολίες, όπως εμείς οι καθολικοί έχουμε τις δικές μας. Και πιστεύω πως μπορούμε να προσεγγίζουμε ο ένας τον άλλον μέσα από τις αμφιβολίες μας. Έργο του αφηγητή ιστοριών είναι να λειτουργεί ως δικηγόρος του διαβόλου, να προκαλεί συμπάθεια και κατανόηση για όσους βρίσκονται πέραν της επιδοκιμασίας του κατεστημένου».
Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα έρθει το χτύπημα. (η πρώτη φράση από τον «Τρίτο Άνθρωπο»)
Βιβλιογραφία και πηγές φωτογραφιών
Life – Norman Sherry
Russian Roulette – The Life and Times of Graham Greene – Richard Greene
A Cold Heaven, Graham Greene’s God, John Banville
The Unquiet Englishman: A Life of Graham Greene, By Richard Greene
Passport to reality, J.G. Ballard
A short Autobiography – Graham Greene
Religion and politics through the literature lines and context of Graham Greene – V. Manoussaridis
Χρονολόγιο του Γκράχαμ Γκριν – Λίλυ Εξαρχοπούλου
Οι κινήσεις του Γκριν και η κίνηση του αναγνώστη – Ζαν Μπατίστ Μπαρονιάν
Wikipedia
[i] Το Χάρτφορντσάιρ (Heartforshire) είναι μια από τις κομητείες της Νοτίου Αγγλίας. Συνορεύει με το Μπέντφορσάιρ (Bedfordshire) και το Όξφοντσάιρ (Oxfordshire) προς Βορά, Με το Βόρειο Έσσεξ North Essex) προς Ανατολάς, στα Νότια βρίσκεται το Μέγα Λονδίνο και Δυτικά το Μπάκινχαμσάιρ (Buckinghjamshire),.
[ii] Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον: Ο Ρόμπερτ Λούις Μπάλφουρ Στήβενσον (Robert Louis Balfour Stevenson, 13 Νοεμβρίου 1850 – 3 Δεκεμβρίου 1894) ήταν Σκοτσέζος μυθιστοριογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, μουσικός και ταξιδιωτικός συγγραφέας. Τα πιο διάσημα έργα του είναι Το νησί των θησαυρών, το Δόκτωρ Τζέκυλ και Κύριος Χάυντ και Η Απαγωγή. Άλλα έργα του είναι Ο Άρχοντας του Μπάλαντρι και Το Μαύρο Βέλος: Μια ιστορία των Δύο Ρόδων. Ο Ρ.Λ. Στίβενσον ενέπνευσε και επηρέασε τον Τζόζεφ Κόνραντ.
[iii] Η έκθεση, αφού περιέγραφε την κατάσταση στο ΕΙΡΤ, έκανε ριζοσπαστικές προτάσεις αναδιοργάνωσης, όπως μετατροπή σε νομικό πρόσωπο, αποστρατικοποίηση της ΥΕΝΕΔ και συγχώνευση με την ΕΡΤ, αλλαγή νοοτροπίας και καλύτερη χρηματοδότηση. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 τα δύο κανάλια συνέχισαν χωρίς σημαντικές αλλαγές, σχεδόν αποκλειστικά με ενημερωτικό πρόγραμμα και κάποια σίριαλ με ολιγόωρο πρόγραμμα στην τηλεόραση.
[iv] To Μπαλλιολ είναι από τα παλαιότερα κολλέγια της Οξφόρδης (ιδρύθηκε το 1263).
[v] Βίβιεν Ντάιρελ Μπράουνινκ (Γκριν). Γεννήθηκε στη Ροδεσία (σημερινή Ζάμπια & Ζιμπάμπουε). Έζησε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια σε μια δυσλειτουργική οικογένεια. Παντρεύτηκε τον Γκράχαμ Γκριν και απέκτησε μαζί του 2 παιδιά. Έκανε μια τεράστια συλλογή από κουκλόσπιτα, και έγραψε βιβλία για αυτά. Το 1962 έγινε ένα μουσείο το οποίο συγχρηματοδότησε ο Γκράχαμ και στέγασε την συλλογή της. Πέθανε στις 19 Αυγούστου 2003 στο Οξφορντσάιρ.
[vi] Ο θρησκευτικός προσανατολισμός της οικογένειάς του, ήταν αρκετά ελεύθερος, φιλελεύθερος χριστιανικός. Ομοίως οι πολιτικός προσανατολισμός των γονιών του ήταν ανοιχτός και φιλελεύθερος. Από την πλευρά της μητέρας, ο παππούς του, ήταν κατώτερος κληρικός και σε μια κρίση συνείδησης αποδύθηκε το εκκλησιαστικό ένδυμα.
[vii] Αστυνομικό-δικαστικο θρίλερ με θέμα το λαθρεμπόριο. Το 1947 έγινε ταινία με τίτλο The Smugglers, με πρωταγωνιστή τον Richard Attenborough στον βασικό ρόλο.
[viii] Αστυνομικό-κοινωνικό θρίλερ με αρκετές πινελιές φιλοσοφικών προβληματισμών.
[ix] Περιπέτεια στην Ισπανία την περίοδο του Εμφύλιου, με αρκετές πολιτικές αιχμές.
[x] Η πρώτη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος έγινε το 1947 με πρωταγωνιστή τον Richard Attenborough. Υπήρξε όμως και μια πρόσφατη μεταφορά το 2010 με εξαιρετικό κάστινγκ (Sam Riley, John Hurt, Helen Mirren κ.α.) Και οι δύο ταινίες ήταν βρετανικές παραγωγές.
[xi] Ο Γκριν θα πει: «Η ιστορία άλλαξε σιωπηρά, κι έτσι η πλοκή έπαψε ν’ αφορά ένα αγοράκι που άθελά του πρόδωσε τον καλύτερό του φίλο στην αστυνομία, αλλά αντίθετα καταπιάστηκε μ’ ένα αγοράκι που πίστεψε πως ο φίλος του ήταν δολοφόνος και σχεδόν προκάλεσε τη σύλληψή του λέγοντας ψέματα για να τον υπερασπιστεί. Νομίζω ότι αυτό, ειδικά με τους χειρισμούς του Ριντ, ήταν ένα καλό θέμα, αλλά ο αναγνώστης δεν πρέπει να εκπλαγεί μη βρίσκοντάς το στο επίκεντρο της αρχικής ιστορίας».
[xii] Το 1953, το Ιερό Γραφείο της Ρώμης, τον ενημέρωσε ότι το βιβλίο αυτό έβλαπτε την φήμη και την αξιοπιστία της ιεροσύνης. Αργότερα όμως ο Γκριν εξασφάλισε ιδιωτική ακρόαση με τον Πάπα Παύλο τον 6o, ο Ποντίφικας του εμπιστεύτηκε ότι με εξαίρεση κάποια κομμάτια του βιβλίου του που μπορούσαν να θίξουν μια μερίδα Καθολικών, καλό θα ήταν να αγνοεί την αρνητική κριτική. Το μυθιστόρημα θεωρείται το καλύτερό του και είναι αυτό που τον καθιέρωσε στον λογοτεχνικό κόσμο. “Θεωρείται κατά γενική ομολογία το αριστούργημά του, το βιβλίο του Γκριν που χαίρει της μεγαλύτερης εκτίμησης τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς” έγραψε ο Τζον Άπνταϊκ. Το έργο μάλιστα μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο το 1964 από τον Τζον Φορντ με πρωταγωνιστή τον Χένρι Φόντα.
[xiii] Η Δημοκρατία της Σιέρα Λεόνε είναι χώρα της δυτικής Αφρικής. Συνορεύει βορείως με τη Γουινέα, νοτίως με τη Λιβερία ενώ δυτικά βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό. Η ονομασία «Σιέρα Λεόνε» προέρχεται από την πορτογαλική ονομασία της χώρας Serra Leoa, που σημαίνει Οροσειρά των Λεόντων. Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα η Σιέρα Λεόνε ήταν στρατηγικό λιμάνι για το δουλεμπόριο μεταξύ ηπείρων. Ιδρύθηκε από την Εταιρεία της Σιέρα Λεόνε (Sierra Leone Company) σαν τόπος διαμονής των άπορων Μαύρων του Λονδίνου το 1791. Ο πρώτος οικισμός ήταν η πρωτεύουσα, η Φρίταουν. Το 1808 η Φρίταουν έγινε αποικία του Βρετανικού Στέμματος και το 1896 το εσωτερικό της χώρας έγινε βρετανικό προτεκτοράτο. Η χώρα απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1961, ενώ την περίοδο 1991-2000 υπέφερε από έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο. Προκειμένου να θέσει τέλος στον εμφύλιο, ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και οι βρετανικές δυνάμεις προχώρησαν στον αφοπλισμό 17.000 στρατιωτών και ανταρτών.
[xiv] Οι Life peers λάμβαναν έναν τιμητικό τίτλο ευγενείας που όμως διατηρούσαν οι ίδιοι και δεν μπορούσαν να τον κληροδοτήσουν στους απόγονούς τους.
[xv] Ο Φουλγκενσιο Μπατίστα Ι Ζαλντιβαρ, υπήρξε αξιωματικός και πολιτικός και εξελέγη πρόεδρος της Κούβας από το 1940 έως το 1944 ενώ με την στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών εγκατέστησε στη χώρα μια σκληρή δικτατορία το 1952 η οποία ανατράπηκε το 1959 από την μεγάλη Κουβανική Επανάσταση.
[xvi] Το 1983, ο Γκριν θα πει σε μια συνέντευξη: «Τον θαυμάζω για το κουράγιο του και για την αποτελεσματικότητα και την επάρκειά του, όμως διαφωνώ με την εμμονή του για εξουσία. Όλες οι πετυχημένες επαναστάσεις, όσο κι αν ξεκινούν με ιδεαλιστικά κίνητρα, προδίδουν τον εαυτό τους στο τέλος.»
[xvii] Η Daily Mail έγραψε: Κανένα τέλος στις σχέσεις. Διχασμένος ανάμεσα στην πίστη και τη λαγνεία, θα μπορούσε να επισκεφτεί πρώτα ένα μοναστήρι και αμέσως μετά ένα μπουρδέλο! Η αδυναμία του στο αλκοόλ, τις γυναίκες και το όποιο, δεν τον εμπόδισαν να γράψει κλασικά μυθιστορήματα.
Β.Μ.
Από αριστερά προς τα δεξιά:
Λούσι Γκριν (κόρη του Γκράχαμ), ο Γκράχαμ, Ντέιβιντ Λιούις, Ντέμπορα Κερ
[xviii] Προφανώς αναφέρεται στον Κιμ Φίλμπ, διπλό πράκτορα (Βρετανών-Σοβιετικών)
ΠΥΡΟΒΟΛΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΛΕΦΑΝΤΑ & ΣΤΗΝ ΑΓΧΟΝΗ – ΤΖΟΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ
Τα δύο σύντομα, διηγήματα του Όργουελ πραγματεύονται την αφαίρεση της ζωής δύο έμβιων όντων από εκπροσώπους της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στη Βιρμανία. Ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας τη φόρμα του διηγήματος, αλλά αξιοποιώντας ταυτόχρονα και τις αρετές του δοκιμίου, περιγράφει τη θανάτωση ενός ελέφαντα σε αμόκ και τον απαγχονισμό ενός ντόπιου από την αποικιοκρατική διοίκηση. Το τελετουργικό στοιχείο της θανάτωσης γίνεται η αφορμή για ένα καυστικό σχόλιο πάνω στις αντιφάσεις που βιώνει όποιος βρίσκεται στην υπηρεσία της αποικιοκρατικής διοίκησης. Η θανάτωση του ελέφαντα αποτελεί για τον συγγραφέα μια αφορμή για να στοχαστεί πάνω στη φύση του ιμπεριαλισμού. Μια πράξη καθήκοντος, όπως ο απαγχονισμός, προτρέπει σε αναστοχασμό και περισυλλογή. Η ανακούφιση την οποία αισθάνονται οι αξιωματούχοι για τις πρόζες αυτές, μπορεί να είναι λυτρωτική αλλά μόνο προσωρινά. Η ζωή συνεχίζεται με την ίδια ρουτίνα, τους ίδιους αξιακούς κώδικες και τους κανόνες της διοίκησης που συγκροτούν ένα πλέγμα απάνθρωπης αποικιοκρατικής εξουσίας. Τελικά, το κυρίαρχο ερώτημα «ποιος είναι ο ελέφαντας στο δωμάτιο της αποικιοκρατίας», οδηγεί σε μια κρίση για την ίδια την αποικιοκρατία ως συνθήκη εξουσίας και νοηματοδότησης του βίου όσων ζουν υπό το καθεστώς της είτε ως εξουσιαστές είτε ως εξουσιαζόμενοι. Μπορεί ο συγγραφέας να μην είναι τόσο τολμηρός ώστε να ονοματίσει τον «ελέφαντα στο δωμάτιο», παρέχει όμως όλα τα στοιχεία για να το κάνει ο αναγνώστης. (Από την περίληψη στο οπισθόφυλλο)
Η επιλογή των δύο αυτών διηγημάτων είναι συμβολιστική. Η εκτέλεση ενός ζώου-εργαλείου και ο απαγχονισμός ενός ανθρώπου-εμποδίου, σε σχέση με την αποικιοκρατική φιλοσοφία και νοοτροπία του 18ου και του 19ου αιώνα, μας αφήνει να κατανοήσουμε το αξιακό σύστημα του κατακτητή.
Ο Όργουελ ο οποίος ήταν ορκισμένος εχθρός του ολοκληρωτισμού, σε αυτά τα δύο κείμενα θίγει αρκετά και σοβαρά ζητήματα που θεωρητικά λύθηκαν από την «πολιτική ορθότητα» του 20ού & 21ου αιώνα αλλά στην ουσία δεν λύθηκαν ποτέ.
Ένα από τα βασικά ζητήματα είναι ο ρατσισμός. Ένας ρατσισμός χωρίς αιτία, χωρίς προηγούμενο. Ο «λευκός» και οι άλλοι. Ο ρατσισμός προκύπτει από την χριστιανική θρησκεία σε μεγάλο βαθμό. Ο Χριστός σε ανατολή και δύση απεικονίζεται ξανθός με γαλανά μάτια και σουηδικά χαρακτηριστικά. Όλες οι συντηρητικές κοινωνίες της «Δύσης», αναπαράγουν αυτό σαν πρότυπο και το επιβάλουν όταν και όποτε τους εξυπηρετεί, αποκρύπτοντας το γεγονός ότι ακόμα κι αν υπήρξε αυτό το πρόσωπο, λόγω της Παλαιστινιακής καταγωγής του πιθανότατα δεν θα είχε την παραμικρή ομοιότητα με αυτή την απεικόνιση. Αυτό το πρότυπο όμως, εργαλειοποιείται ώστε να αποτελέσει σοβαρή αιτία για την οικονομική και διοικητική εκμετάλλευση ολόκληρων Ηπείρων. Αυτό, και φυσικά η θρησκεία ως «εταιρεία» και μέσω επιβολής. Οι μεγάλοι αποικιοκράτες όπως είναι γνωστό είναι οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί, οι Γερμανοί και οι Ισπανοί και Πορτογάλοι. Δηλαδή οι ισχυροί Καθολικοί θαλασσοπόροι με εύκολη έξοδο στον Ατλαντικό και οι ακόμα ισχυρότεροι Προτεστάντες (και Αγγλικανοί) της Βορειοκεντρικής Ευρώπης. Η τεχνολογική «πρόοδος» στον τομέα των πολεμικών μηχανών και όπλων βοήθησε αρκετά στην υποδούλωση. Ο σκοπός ήταν ένας: Η κατάκτηση του πλούτου σε ξηρά και θάλασσα μέχρις εξαντλήσεως των φυσικών πόρων που ήταν χρήσιμοι κατά περίπτωση. Άλλοτε αυτοί ήταν ο χρυσός, άλλοτε τα διαμάντια, το πετρέλαιο, το ελεφαντόδοντο, τα δέρματα, τα σιτηρά κ.ο.κ. Φυσικά για την απόκτησή τους, την εξόρυξη ή την καλλιέργεια και την μεταφορά χρειάζονταν ανθρώπινα χέρια﮲ και από το να «κουβαλήσει» ο κατακτητής τα αντίστοιχα πλήθη εργατών από τη χώρα του με τεράστιο κόστος και να εποικήσει αυτά τα μέρη ή να πολεμήσει για την κατάκτισή τους, προτίμησε να αποικήσει και να χρησιμοποιήσει τον ντόπιο πληθυσμό ως εργατικό δυναμικό. Όπου τα πράγματα ήταν δύσκολα αλλά μπορούσε να υπερτερεί σε άμεση δύναμη, χρησιμοποίησε βία. Όπου η κατάσταση φαινόταν ανώτερη του κατακτητή, αυτός έσπερνε έναν εμφύλιο πόλεμο και τον άφηνε να κάνει εκείνος τη δουλειά του. Έμπαινε σαν ειρηνευτής και μεσολαβητής επιβάλλοντας (αν και όχι πάντα) μια ισορροπία που πάντοτε ήταν προς όφελός του, έχοντας πουλήσει όπλα και στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.
(Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Βιρμανία βρίσκεται στην Ανατολική πλευρά του Κόλπου της Βεγγάλης ΒΔ της Ταϊλάνδης και προσαρτήθηκε στις Βρετανικές αποικιακές κτήσεις το 1826. Απέκτησε την ανεξαρτησία της από τους Άγγλους το 1948 μετά από τρεις Βιρμανο-Αγγλικούς πολέμους. Το όνομά της άλλαξε σε Μιανμάρ, αλλά χρησιμοποιούνται σχεδόν το ίδιο και τα δύο ονόματα. Πέρασε από πολλές πολιτικές ανακατατάξεις όμως σήμερα βρίσκεται σε μια από τις χειρότερες καταστάσεις στην ιστορία της αφού το 2021 μετά από ένα πραξικόπημα του Min Aung με στρατιωτικούς καθαίρεσαν την εκλεγμένη Aung San Suu Kyi και την φυλάκισαν με αιτιολογία την υποτιθέμενη παραβίαση των πρωτοκόλλων για τον Covid, εγκαθιστώντας στην Μιανμαρ μια σκληρή χούντα.)
Ας μην ξεχάσουμε τα κυνηγετικά ήθη που επέδειξε το Αμερικανός Πρόεδρος Θίοντορ Ρούσβελτ ανά τον πλανήτη γύρω στα 1905-1910. Είναι αμέτρητες οι φωτογραφίες του πάνω από πτώματα βυσώνων, καμηλοπαρδάλεων, πούμα, τσιτάχ, ρινόκερων, ελεφάντων, αρκούδων, ταράνδων, λεονταριών κλπ. Παραθέτουμε μια λίστα από 512 ζώα που κατάφερε ο ίδιος και ο γιος του να εξολοθρεύσουν σε ένα και μόνο σαφάρι. ( φωτο: Teddy and Kermit’s massive tally. Roosevelt via Archive.org)
Η λογική δεν ήταν φυσικά το σπορ αλλά η μέθη που προέρχονταν από την άνεση και τη δυνατότητα να βιάζουν και να επιβάλλονται με τα όπλα σε οτιδήποτε κινείται. Μάλιστα κανείς δεν θα τολμούσε να κατηγορήσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ για αυτό. Αντιθέτως επαινούσαν τον ίδιο και τα κατορθώματά του.
Το άλλο ζήτημα που θέτει ο Όργουελ σε αυτά τα δύο διηγήματα είναι η τυπολατρική ατολμία των δημοσίων λειτουργών που συνήθως ήταν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι. Το κύριο μέλημα του λειτουργού ήταν να κρατάει τις ισορροπίες και την ειρήνη στην περιοχή της δικαιοδοσίας του ακόμα κι αν επρόκειτο να διαπράξει μια αδικία. Οι λειτουργίες τους ήταν διεκπερεωτικές. Το συναίσθημα ήταν περιττό εμπόδιο. Όλα θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται σαν μια παρτίδα σκάκι. Κάθε κίνηση όφειλε να παράξει ένα θετικό προς τον κατακτητή αποτέλεσμα ανεξάρτητα με τον αντίκτυπό του στον λειτουργό σε συναισθηματικό επίπεδο. Έτσι βλέπουμε τον Βρετανό αξιωματούχο στην Βιρμανία να λειτουργεί μόνο με λογικούς συλλογισμούς. Κανένα συναίσθημα. Για να το κάνει ακόμα πιο ισχυρό ο συγγραφέας τον βάζει να αφηγείται ο ίδιος την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο.
Η άδικη θανάτωση ενός ελέφαντα και μάλιστα με αργό, δύσκολο τρόπο (που πέρα από ένα πολύτιμο εργαλείο για την αγροτική και μεταφορική οικονομία της Βιρμανίας ήταν ένας ζωντανός οργανισμός), δεν προκαλεί αυτή καθαυτή καμία συναισθηματική φόρτιση στον «δράστη». Το μόνο που βλέπουμε να κάνει είναι λογικές συνδυαστικές σκέψεις. Πρέπει να φέρει σε πέρας την θανάτωση γιατί αυτό φαινόταν το σωστότερο να γίνει την δεδομένη στιγμή. Το ότι ήταν κρίμα που αυτό το ζώο θανατώθηκε ναι μεν το αποδέχεται, όμως κάνοντάς το γλίτωσε το «τομάρι» του.
Στην «Αγχόνη» επικρατεί η ίδια λογική και η παντελής έλλειψη συναισθήματος. Το διήγημα αφορά έναν δυστυχή Βιρμανό ο οποίος πρόκειται να εκτελεστεί, στο ικρίωμα. Δήμιος και Διευθυντής επιδεικνύουν μηδενική έκφραση ανθρωπιάς. Όπως βάζει κανείς μια σφραγίδα και αρχειοθετεί ένα χαρτί, έτσι ο Διευθυντής των φυλακών λέει: «Οκτώ λεπτά. Πάει και αυτό, Δόξα τω Θεώ». Απλά, φυσικά, χωρίς ένταση ή φόρτιση, όπως συμπληρώνει κάποιος το ωράριό του ή αρμέγει και την τελευταία αγελάδα του κοπαδιού του. Η ίδια διεκπεραιωτική, χωρίς συναίσθημα συμπεριφορά προβάλλεται και στη «Χονολουλού» από τον Σώμερσετ Μωμ. Στα διηγήματα αυτής της συλλογής οι δυτικοί διεκπεραιώνουν, κερδίζουν, τελειώνουν, κάνουν δουλειά. Κανείς δεν έχει αναστολές που το αντικείμενο των προαναφερθέντων δράσεων είναι άνθρωποι. Μάλιστα σε αυτή την περίπτωση έχουμε διαφορετικές «φυλές» (εθνικότητες) λευκών, να συνεργάζονται, να διαφωνούν ή να συγκρούονται.
Εμείς προτείνουμε ανεπιφύλακτα την ανάγνωση και των δύο βιβλίων που πέρα από λογοτεχνικά έργα αποτελούν τροφή για σκέψη και προβληματισμό πάνω στο πιο διαχρονικό ζήτημα:
Την εκμετάλλευση του ανθρώπου από άνθρωπο.
Άλλες Ζωές – Αμπντουλραζάκ Γκούρνα – Εκδόσεις Ψυχογιός
Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2021 στον Αμπτουλραζάκ Γκούρνα και άλλα τινά.
Αμπτουλραζάκ Γκούρνα. Γεννημένος στις 20 Δεκέμβρη του 1948 στη Ζανζιβάρη, έζησε δραματικές στιγμές και καταστάσεις από τα τρυφερά του χρόνια. Εκείνη την περίοδο η Ζανζιβάρη ήταν Σουλτανάτο. *
Σε ηλικία 18 ετών, την περίοδο της Επανάστασης της Ζανζιβάρης (σήμερα μέρος της Τανζανίας) αναγκάστηκε να φύγει από τη χώρα του για να γλιτώσει τους διωγμούς.* Βρήκε καταφύγιο στην Αγγλία και από το 1968 ζει και δημιουργεί εκεί, επιλέγοντας μάλιστα τα Αγγλικά ως τη γλώσσα στην οποία συγγράφει. (Η μητρική του γλώσσα είναι η Σουαχίλι).
Το διδακτορικό του στο Κεντ ασχολείται με την δυτικοαφρικανική μυθοπλασία. Δίδαξε στο Κεντ και συνταξιοδοτήθηκε από εκεί.
Το συγγραφικό του έργο, έχει ως κύριο θέμα το προσφυγικό που τον απασχολούσε ιδιαίτερα, μια που ο ίδιος το είχε ζήσει στο πετσί του όταν στην εφηβεία του ακόμα “δραπέτευσε” από μία χώρα που σπαράσσονταν από επιβολή κατοχής, φυλετικές εκκαθαρίσεις και εμφύλιο πόλεμο.
Με αυτό σαν κύριο χαρακτηριστικό στη θεματολογία και το συνολικό του έργο που προβάλει και αναδεικνύει το ζήτημα της προσφυγιάς, αλλά και για την “ασυμβίβαστη και συμπονετική διείσδυσή του στις επιπτώσεις της αποικιοκρατίας και της μοίρας των προσφύγων μεταξύ πολιτισμών και ηπείρων”, τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2021.
Abdulrazak Gurnah, Tanzanian, writer, novelist, academic, portrait, Modena, Italy, 6th April 2006. (Photo by Leonardo Cendamo/Getty Images)
Ο Γκούρνα δεν είχε μεταφραστεί ποτέ ως τώρα στα ελληνικά…
Αναρωτιόμαστε αν το προσφυγικό και η αποικιοκρατία (ως πρακτική), για κάποιο λόγο μας αφήνει αδιάφορους σαν λαό. Πιθανά, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που εκφράζουμε ρατσισμό, ελιτισμό, διάκριση και επιθετικότητα, επιλέγουμε να αξιολογούμε κάτι που θεωρούμε ότι δεν αφορά “εμάς”. Το πρόβλημα όμως έγκειται στο ποιοι επιλέγουν και ποιοι είμαστε εμείς.
Είναι πολύ αποκαρδιωτικό όταν ο κόσμος των γραμμάτων μιας χώρας σαν τη δική μας, λειτουργεί με λογικές απόλυτα οικονομίστικες, με το σύστημα αξιολόγησης πώλησης και κερδοφορίας ABC και ενώ κάποια ανάξια λόγου και σημασίας πονήματα σκαρφαλώνουν στις πληρωμένες λίστες ευπώλητων, κάποια βιβλία με αξιοσημείωτο βάρος, είτε δεν μεταφράζονται και δεν εκδίδονται ποτέ, ή παραμένουν στο απόλυτο σκοτάδι. Πρόκειται για σημάδι πολιτιστικής παρακμής.
Κάποτε, συζητώντας με έναν “μεγάλο” εκδότη, για έναν συγγραφέα που τότε ήταν ακόμα άγνωστος, του είπα πόσο καλός είναι, πόσο όμορφα χειρίζεται την ελληνική γλώσσα και πόσο αξιόλογο είναι το βιβλίο του και τον ρώτησα γιατί μέσα στις τόσες προωθητικές κινήσεις που κάνουν σαν εκδοτικός, δεν κάνουν και κάτι για τον συγκεκριμένο. Η απάντηση του εκδότη ήταν: ‘έλα μωρέ, δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του’! Επειδή όμως κάποιες φορές η πραγματική αξία καταφέρνει να αναδυθεί, σήμερα τον συγκεκριμένο συγγραφέα δεν το ξέρει μόνο η μάνα του αλλά και πολύς άλλος κόσμος, τα αρκετά πλέον βιβλία του έχουν αποφέρει άφθονο χρήμα στον εκδότη, ενώ συγγραφέας και βιβλία πλέον παρουσιάζονται με περίσσια υπερηφάνεια στην επικοινωνιακή δραστηριότητα του ίδιου εκδοτικού που κάποτε τον αντιμετώπιζε αν όχι με χλευασμό, τουλάχιστον με αδιαφορία…
… Όταν το αδιάφορο γίνεται “mainstream” !
Έτσι λοιπόν, και μέχρι την απόκτηση του Νόμπελ, κανείς δεν είχε προφανώς ενδιαφερθεί να εκδώσει τον Αμπντουλραζάκ Γκούρνα στη γλώσσα μας (άλλωστε έχει γίνει και με άλλους, όπως η Τόκαρτσουκ, ο Γιάροσλαβ Σάιφερτ κ.α.). Όταν όμως ένας συγγραφέας φέρει και τη σφραγίδα εκτίμησης της Ακαδημίας (της ίδιας Ακαδημίας που το 2018 δεν απέδωσε το βραβείο διότι τα μέλη της επιτροπής αλληλομηνύονταν)** αξιολογείται διαφορετικά από τον εκδότη. Σημασία λοιπόν δεν έχει η αξία του συγγραφέα ή του έργου αλλά η υπεραξία που του αποδίδει η δημοσιότητα… Το περιφρονημένο και το περιφερειακό, γίνεται αξιόλογο. Το underground γίνεται mainstream (για να μας αντιληφθούν και οι οικονομολόγοι και επικοινωνιολόγοι που αποφασίζουν τι μας αρέσει ή τι θα μας αρέσει).
Με αυτή τη λογική βέβαια κατανοούμε ότι πολλά διαμάντια βρίσκονται στη λάσπη και δεν θα αναδυθούν παρά μόνο κατά τύχη ή αν υπάρχει ειδικό οικονομικό όφελος.
Αρκετές φορές βεβαίως, από “μικρούς” – σε μέγεθος και όχι σε αξία – εκδοτικούς, βλέπουμε να εκδίδονται και να στηρίζονται πολύ αξιόλογες συγγραφικές δουλειές που όμως λόγω μάρκετινγκ παραμένουν σε μικρή κλίμακα διάδοσης. Και εδώ θα πρέπει να είμαστε δίκαιοι με αυτούς τους εκδότες που επί χρόνια προσπαθούν να είναι συνεπείς και να εκδίδουν αξιόλογα βιβλία, αλλά όμως βρίσκονται να δίνουν εξαντλητικές μάχες είτε για να αποκτήσουν τα δικαιώματα είτε να χρηματοδοτήσουν την διαδικασία της έκδοσης κάποιου αξιόλογου βιβλίου, με αμφίβολα αποτελέσματα, χωρίς ενισχύσεις και προωθήσεις από παράλληλες πηγές και μέσα, ενώ ταυτόχρονα βρίσκουν τις πόρτες της διάδοσης κλειστές.
Εν τέλει, φτάσαμε να πιάσουμε στα χέρια μας, το “Άλλες Ζωές” του Αμπτουλραζάκ Γκούρνα, οκτώ μήνες μετά την βράβευση του συγγραφέα. Δεν εκδόθηκε από κάποιον μικρό εκδοτικό οίκο όπως πλέον είναι φυσικό… Παρόλα αυτά, η απογοήτευση ήταν δεδομένη όταν διαβάσαμε στο οπισθόφυλλο: Πρώτη έκδοση 5.000 αντίτυπα. Όχι τυχαία… Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε κάποια άλλα που γράφουν: Πρώτη έκδοση 20.000 αντίτυπα, αλλά θα ήταν πραγματική ασέβεια από μέρους μας στον Αμπτουλραζάκ Γκούρνα και στο έργο του. Άλλωστε, υπάρχουν αρκετά άλλα βιβλία αντίστοιχης αξίας που δεν ευτύχησαν να φτάσουν καν τη χιλιάδα…
Το βιβλίο είναι συναρπαστικό· “σπαρακτικό” όπως αναφέρει και η Guardian. Η υπόθεση μας ταξιδεύει σε μια αφρικανική περιοχή όπου η ζωή είναι αποτέλεσμα συσχετισμού δυνάμεων που μάχονται για την επικράτηση, ενώ ένας ακόμα καθοριστικός παράγοντας είναι η πείνα, αλλά και οι αρρώστιες και η εξαθλίωση. Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Μεγάλος Πόλεμος (Α’ Π.Π.) άλλαξε τον ρου της ιστορίας σε πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο στον αναπτυγμένο κόσμο. Πόσα όμως γνωρίζουμε για την Αφρική; Άραγε τόλμησε κανείς να μας εξηγήσει τα παιχνίδια επικράτησης και εξασφάλισης πλούτου και δύναμης π.χ. των Βρετανών ή των Γερμανών σε περιοχές όπως η Τάνγκα της Τανζανίας;
Και αλήθεια, μπήκαμε ποτέ στη θέση αυτών των ανθρώπων που χωρίς να προκαλέσουν, βρέθηκαν στο τεντωμένο νήμα της διελκυστίνδας δύο δυνάμεων, ξένων προς αυτούς, που όμως απλά μπορούσαν να βρίσκονται εκεί, με το θράσος και την έπαρση όχι του κατακτητή, αλλά του αποικιοκράτη-εκμεταλλευτή; Και μετά από όλο αυτό, πόσο έχει αλλάξει η ζωή τους; Πόσο η εκμετάλλευση από τη Δύση έχει παγιώσει μια πραγματικότητα που απέχει από την ειρήνη και την ασφάλεια; Το έθνος “Μεσίας” εντάσσει μια ολόκληρη νησιωτική χώρα σε μια οικονομική και διοικητική φόρμα που το βολεύει.
Ο συγγραφέας μέσα από ένα ανθρωποκεντρικό μυθιστόρημα που περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, περιγράφει τη φρικαλεότητα που έχει υποστεί η Μαύρη Ήπειρος από τον πολιτισμένο κόσμο, που χορτάτος και ποδημένος παίζει παρτίδες σκάκι με πιόνια τα πεινασμένα παιδιά, τους νέους που τρέφουν την ελπίδα να ζήσουν καλύτερα, γέροντες που πεθαίνουν χωρίς εργασία από εξάντληση και ασθένειες, με το φάντασμα του δουλεμπορίου να σκοτεινιάζει το παρελθόν τους. Οι βασικοί χαρακτήρες του βιβλίου είναι νέοι, με όραμα και όνειρα, με την ανάγκη να ερωτευθούν, και αγκιστρώνονται στην ελπίδα του καλύτερου μέλλοντος, ενώ γύρω ο κόσμος τους καταρρέει και μεταλλάσσεται. Τις μεγάλες σοφίες όμως τις διηγούνται οι γεροντότεροι, που γνώρισαν και συχνά αφηγούνται την πρότερη κατάσταση, που όσο φαύλη και σαθρή, όσο φρικιαστική κι αν ήταν κάποιες φορές, φάνταζε καλύτερη, γιατί το χρήμα, -μαύρο και ματωμένο, ναι- μοιράζονταν σε περισσότερους. Οι ντόπιοι έβρισκαν δουλειές, κατάφερναν να επιβιώσουν και για τα καθόλου φιλόδοξα και μεγαλόπνοα σχέδιά τους σχεδόν ευημερούσαν.
Σε πρώτο πλάνο είναι η εξαθλίωση, διακοσμημένη με έναν παραδοσιακό ρομαντισμό που λειτουργεί λίγο σαν φόβητρο. Για να παραμείνουν -για παράδειγμα- στους γνωστούς τους χώρους που ενδεχομένως τους παρείχαν κάποια ασφάλεια έπρεπε οι θρύλοι να είναι τρόπος ζωής και αντικίνητρο για περιπλανήσεις.
Πολύ σημαντικό ρόλο στην υπόθεση έχει η σχέση των δύο νέων και όλη η κοινωνική ισορροπία που επικρατούσε εκείνη την περίοδο. Η γυναίκα, ο άντρας, η δουλειά, η οικογένεια, η θρησκεία. Μια γραμμή, μια διαδικασία, μια συνήθεια μέσα από την οποία οι άνθρωποι παρέμεναν σε ομάδες. Παρόλα αυτά κάποιοι “δραπέτευαν” και κάποιοι αναπολούσαν τις σχέσεις που είχαν αναπτύξει με τους ξένους που είχαν φύγει και έμοιαζε σαν καρβουνάκι που θα κρατούσε την ελπίδα τους ζεστή. Πολύ σημαντική και ενδεικτική είναι η συζήτηση του ζευγαριού για τον Γερμανό πάστορα και τον χωρισμό.
Το βιβλίο μεταφέρει πολλά ιστορικά στοιχεία, τα οποία η Δύση μέσα στη φιλαρέσκειά της αγνοεί. Κυρίως όμως ασχολείται με τον ίδιο τον άνθρωπο και τη γεμάτη αντιφατικές εκφράσεις φύση του. Η αφήγηση διατρέχει μια έκταση συναισθημάτων και πράξεων που ξεκινάει από το απόλυτο καλό και φτάνει μέχρι την φρικαλεότητα και την αυτόματη αποδοχή της.
Η γραφή είναι στρωτή. Οι λέξεις έχουν μια ιδιαίτερη δυναμική. Η έμφαση και η ένταση μεταφέρεται μέσα από λόγια απλοϊκών ανθρώπων που διαπιστώνουν το παρόν τους άλλοτε με φρίκη και θυμό και άλλοτε με εγκαρτέρηση, αναπολώντας. Οι αντιθέσεις επίσης είναι στοιχείο και παράγοντας πρόκλησης του συναισθήματος του αναγνώστη.
Βεβαίως, ο Γκούρνα είναι ένας άνθρωπος που “διασώθηκε” από την αποικιοκρατική Αγγλία. Ζει εκεί και έχει -όπως είναι λογικό- εμποτιστεί με τα ήθη και τη νοοτροπία της χώρας. Η επιείκειά του προς αυτήν είναι αμυδρά εμφανής.
Χωρίς να μπορώ να έχω μια σφαιρική άποψη για τον συγγραφέα και το σύνολο του έργου του, θεωρώ ότι αυτό το βιβλίο τουλάχιστον, αποδίδει ακριβώς την αιτιολόγηση της βράβευσής του από την Σουηδική Ακαδημία και πέρα από αυτό αξίζει τον κόπο να διαβαστεί από πολλές περισσότερες από 5.000 χιλιάδες άτομα.
Β.Μ.
* Η Ζανζιβάρη είναι ένα νησί στην Κεντρική Ανατολική Αφρική, νοτίως της Κένυα. Οι αρχαίοι Έλληνες την γνώριζαν με το όνομα Μενουθιάς.
Red Colobus Monkey (Procolobus kirkii) in Jozani Forest, Zanzibar, Tanzania
Η Ευρωπαϊκή παρέμβαση ξεκινάει με την άφιξη του Βάσκο Ντε Γκάμα το 1498. Από το 1504 και για 2 περίπου αιώνες παρέμεινε υπό Πορτογαλική κατοχή. Τον 17ο αιώνα αποτελούσε μέρος της Νότιας Αραβικής Πολιτείας του Μουσκάτ-Ομάν. Ανεξαρτητοποιήθηκε το 1861 και έγινε Σουλτανάτο με τεράστια οικονομικά και εμπορικά οφέλη κυρίως από το εμπόριο σκλάβων και ελεφαντόδοντου. Η αλήθεια είναι ότι η περιοχή τόσο η παράλια όσο και η ενδοχώρα -εκεί που σήμερα βρίσκεται η μεσόγεια Τανζανία- μαρτύρησε από την διεξαγωγή του δουλεμπορίου. Στα 1888 η Μεγάλη Βρετανία και η Γερμανία ερίζουν για την επικυριαρχία και τον έλεγχο αυτών των παραγόντων πλούτου και εν τέλει μοίρασαν τη χώρα και το οικονομικό όφελος.
Το 1890 οι Βρετανοί έκαναν μεγάλο μέρος του νησιού Βρετανικό Προτεκτοράτο και κατάφεραν να μειώσουν το δουλεμπόριο που είχαν ήδη αποκηρύξει. Όταν μετά τον συντομότερο πόλεμο της ιστορίας -μόλις 38 λεπτά- που έλαβε χώρα το 1896 μεταξύ Βρετανών και του Σουλτάνου Χαλίντ, την εξουσία έλαβε ο μετριοπαθής Χαμούντ και για αρκετά χρόνια το νησί ζούσε σε ηρεμία καταργώντας επίσημα τη δουλεία, αν και στην πράξη χρειάστηκαν πολλά χρόνια ακόμα. Από το 1913 έως και το 1963 οι Βρετανοί εγκαθιστούν ένα χαλαρότερο καθεστώς και ευνοούν τον εποικισμό του νησιού από Βρετανούς. Το 1963 η Ζανζιβάρη γίνεται ανεξάρτητο κράτος, μέλος της Βρετανικής κοινοπολιτείας. Το 1964 το καθεστώς του Σουλτανάτου ανατρέπεται από αριστερές δυνάμεις και υπογράφεται κοινή πράξη συγχώνευσης με την Ταγκανίκα. Σήμερα το κράτος αυτό ονομάζεται Τανζανία. Δυστυχώς το νησί αυτό δεν ευτύχησε να βρει ηρεμία ούτε και στον 21ο αιώνα. Η βία και οι ένοπλες συγκρούσεις οδήγησαν μεγάλο αριθμό του πληθυσμού να ζητήσει άσυλο στην Κένυα και αλλού. Από το 2010 με το δημοψήφισμα και την αλλαγή του συντάγματος, η κατάσταση είναι πιο ήπια, ο τροπικός όμως αυτός παράδεισος, τουριστικός προορισμός για τους δυτικούς και τόπος μαρτυρίου για τους ντόπιους είναι μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί. Εκτός από τον Αμπτουλραζάκ Γκούρνα στη Ζανζιβάρη γεννήθηκε και ο Φαρόχ Μπουλσάρα (κατά κόσμο Φρέντι Μέρκιουρι).
**Για να θυμηθούμε την ιστορία, το 2018, μάταια περιμέναμε τον Οκτώβρη την ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας για τον νικητή του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας. Για λόγους παρενόχλησης και γενετήσιας προσβολής ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής και οικονομικών σκανδάλων, δεν έγιναν οι συνεδριάσεις και οι ψηφοφορίες, οπότε δεν υπήρξε ανακοίνωση, δεν είχαμε νικητή. Την επόμενη χρονιά απονεμήθηκαν δύο βραβεία Νόμπελ, ένα στην Τόκαρτσουκ για την “νεκρή” χρονιά και ένα για τον Χάντκε το 2019 που ήταν όντως η σειρά του.
26/04/21
Ένα από τα καλά της λέσχης, είναι ότι μέσα από αυτή μας δίνεται η ευκαιρία να διαβάσουμε βιβλία που κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα τα πιάναμε καν. Έχοντας μείνει αρκετά στην Ευρώπη και στην περίοδο του ρομαντισμού φέτος, είπαμε να κάνουμε ένα ταξίδι στην άλλη πλευρά του ωκεανού πριν επιστρέψουμε στη γηραιά ήπειρο για να κλείσουμε την περίοδο αυτή.
Η ομάδα αποφάσισε να ασχοληθεί με τον Μέλβιλ και το γνωστό -αλλά παραγκωνισμένο από την σύγχρονη κοινότητα αναγνωστών- Μόμπι Ντικ. Τα βιβλία θεωρίας και οι κριτικοί λογοτεχνίας το ανέφεραν ως ένα αριστούργημα όχι μόνο της Αμερικανικής αλλά και της παγκόσμιας πεζογραφίας.
(Σε αυτό το σημείο είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι καταβάλουμε μεγάλο κόπο για να επιλέξουμε τα βιβλία της λέσχης, αφού πολλά από αυτά που ανταποκρίνονται στις περιόδους που εξετάζουμε είτε δεν μεταφράστηκαν ποτέ -αν είναι από άλλη γλώσσα- στα ελληνικά, είτε μεταφράστηκαν σε διασκευή, είτε έχουν εξαντληθεί -ξένα ή ελληνικά- και δεν επανεκδόθηκαν ποτέ).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση λοιπόν, το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg στην εξαιρετική και εμπνευσμένη μετάφραση του Α.Κ. Χριστοδούλου, για τον οποίο ό,τι και να πούμε θα είναι λίγο. Μετέφερε το κείμενο υπέροχα, απέδωσε με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και πιστότητα τα νοήματα, την λεπτή ειρωνεία και τον μοναδικό σαρκασμό του μεγάλου συγγραφέα. Τόσο πολύ που μας ενθουσίασε η μετάφραση που ταυτόχρονα αναφερόμαστε στο πρωτότυπο κείμενο, όχι για να ψέξουμε τον μεταφραστή, αλλά αντιθέτως να εκτιμήσουμε την πραγματικά σπουδαία του δουλειά. Να σημειώσουμε ότι δεν πρόκειται για το ευκολότερο κείμενο, ούτε για κάτι το οποίο δεν θα αξιώσει χρόνο, αναζήτηση αλλά και συνδυαστικές γλωσσικές τεχνικές. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα λεπτοδουλεμένο βιβλίο με δύστροπο συντακτικό και πολλούς ναυτικούς όρους.
Όλοι οι συμμετέχοντες στην λέσχη, είχαν είτε διαβάσει κάποια από τις παιδικές διασκευές ή είχαν δει την ταινία. Κανείς μας δεν είχε διαβάσει το αυθεντικό κείμενο στην πρωτότυπη γλώσσα ή στην μετάφραση και κανείς μας βεβαίως δεν είχε υποψιαστεί τον πραγματικό πλούτο που έκρυβαν οι 912 σελίδες της ελληνικής έκδοσης και οι 684 της αγγλικής (πυκνότερη γραμματοσειρά γαρ). Στην πρώτη μας συνάντηση λοιπόν, έχοντας διαβάσει 8-10 κεφάλαια μόνο (το βιβλίο χωρίζεται σε 135 κεφάλαια) υπήρχε διάχυτος ένας πραγματικός ενθουσιασμός.
Ναι, είχαμε εκπλαγεί πολλαπλά και ευχάριστα.
Ο συγγραφέας, καταρχήν, είναι ένας άνθρωπος με αξιοσημείωτη φρεσκάδα στην έκφραση, με ιδιαίτερη ευαισθησία στις κοινωνικές και ταξικές του αντιλήψεις (πράγμα όχι αδικαιολόγητο αν κανείς διαβάσει τα βιογραφικά του στοιχεία), με ταλέντο στην λεκτική μεταφορά των συναισθημάτων και των προβληματισμών, με λεπτό και συγκεκριμένο χιούμορ και σαρκασμό. Οι περιγραφές του ενθουσιάζουν και σε κάνουν να απορείς πώς και κάτω από ποιο πρίσμα ένας ναυτικός μπορεί να παρατηρήσει πράγματα που περιγράφει με τόσο διεισδυτική ακρίβεια ο Μέλβιλ!
Επίσης σταθήκαμε αρκετά στο πώς αντιλαμβάνεται τον ιμπεριαλισμό, την οικονομική εξάρτηση και την επικοινωνιακή εκμετάλλευση της είδησης. Η έκφραση της κοσμοθεωρίας του, οι ρηξικέλευθες απόψεις του (για την περίοδο που ζει και γράφει) περί θρησκειών, πίστης, θρησκευτικών λειτουργών και αρχόντων, μας έκανε να ανοίξουμε τα μάτια διάπλατα. Μείναμε να διαβάζουμε εκστατικοί, απόψεις που εκφράστηκαν ανοιχτά περίπου 70 χρόνια αργότερα. Σταθήκαμε για περίπου μισή ώρα να συζητάμε για την περιγραφή του παγωμένου οικισμού που ζούσε από την δραστηριότητα των φαλαινοθηρών και του τρόπου που μας μεταφέρονταν οι εικόνες και οι λεπτομέρειες, τις λέξεις που έχουν επιλεγεί, την αίσθηση που αποκόμισε ο καθένας από εμάς.
Άλλη τόση ώρα σταθήκαμε στα πολύ προσεχτικά επιλεγμένα ονόματα των πανδοχείων και τον λόγο που ενδεχομένως τα ονόμασε έτσι, αλλά και στην απόδοσή τους στα ελληνικά. Π.χ.: Peter Coffin = Πέτρος Φέρετρος και πολλά άλλα.
Επίσης θαυμάσαμε τον πλούτο και το εύρος των γνώσεών του, που δεν περιορίζονταν στα στοιχεία του άμεσου επαγγελματικού του ενδιαφέροντος. Π.χ. γίνεται μια αναφορά στον Ευρωκλύδωνα, ή Ευρακύλωνα (ΒΑ άνεμος), ο οποίος αναφέρεται έτσι στην περιγραφή των ταξιδιών του Απόστολου Παύλου, ενώ κυρίως ονομάζεται Γκρεγκάλε και παρατηρείται στην ανατολική Μεσόγειο. Ως ναυτικός βεβαίως ενδεχομένως να όφειλε να τον γνωρίζει, αλλά λόγω του ότι δεν μπορεί να συμβαίνει εκεί που αναφέρεται, το πιθανότερο είναι να κάνει μια σχετική επίδειξη γνώσεων, χωρίς αυτό όμως να μειώνει την αξία του εύρους τους.
Αυτό που διαβλέπουμε όμως, είναι ότι οι συναντήσεις και οι συζητήσεις για το βιβλίο αυτό θα κρατήσουν καιρό.
(Το παρακάτω, επιβεβαιώνει την τελευταία πρόταση του προηγούμενου κειμένου)
01/06/21
Δεν ξέρω αν άλλο βιβλίο μας έχει απασχολήσει τόσο πολύ…. (το “πολύ” και χρονικά, και ποσοτικά και ποιοτικά), και δεν είναι μόνο οι 900+ σελίδες του.
Έχουν περάσει 6 εβδομάδες και συνεχίζουμε να ασχολούμαστε με τον Μέλβιλ και το ταξίδι του στο χώρο, τον χρόνο, τη φιλοσοφία, τη λαογραφία, την ηθογραφία, στις θάλασσες της γνώσης και του στοχασμού. Αντιμετωπίζουμε πια με ακόμα μεγαλύτερο σεβασμό “τη φάλαινα” -όχι μόνο τον Μόμπι- σαν την προσωποποίηση και την υλοποίηση της μεγαλειώδους σοφίας που κρύβεται στα κύτταρά μας, ή της τερατώδους ανοησίας που κρύβεται πίσω από τον εγωτισμό μας. “Ο ίδιος ο Μέλβιλ δεν θέλησε ποτέ να αναγνωσθεί ο Μόμπι Ντικ, ως μία αλληγορία για το καλό, ή το κακό.”
Υπάρχουν αμέτρητα αποσπάσματα, πολλές σημειώσεις, τσιτάτα και ιδέες που υπογραμμίζονται και διαβάζονται συνεχώς στη διάρκεια των συναντήσεών μας. Η γνώσεις του συγγραφέα, οι σχετικές με τις μυθολογίες, τις θρησκείες, τη φιλοσοφία, την ιστορία, αλλά και για τη ζωολογία, τη βιολογία την αστρονομία (ναυτικός γαρ) και άλλες φυσικές επιστήμες, είναι εκτενέστατες σε σημείο απόλυτου θαυμασμού. Ο Μέλβιλ είναι πανεπιστήμονας, ένας Λεονάρντο Νταβίντσι της λογοτεχνίας.
Συχνά, -λες και θα επιβεβαιωθεί η αμφιβολία μας που πηγάζει βέβαια από την σφαιρικότητα και την προοδευτικότητα των ιδεών και της γραφής- κοιτάζουμε την ημερομηνία συγγραφής του βιβλίου, επαναλαμβάνοντας… “αδιανόητο!” ή “τρομερή οπτική!” ή “το φανταζόσασταν;”.
Είναι απολύτως φυσικό και λογικό που ο Μέλβιλ δεν κατάφερε να εκτιμηθεί και να θαυμαστεί όσο του άξιζε στην εποχή του. Στην πραγματικότητα δεν είναι και πολύ σίγουρο αν και σήμερα μπορεί οι απόψεις και οι σκέψεις του να γίνουν αποδεκτές από τις τεχνολογικά προηγμένες, αλλά πολιτικο-κοινωνικά, θρησκευτικά και φυλετικά συντηρητικές και αγκυλωμένες κοινωνίες μας. Την 1η Αυγούστου 1819, γεννιόταν ένας τιτάνας των αμερικανικών και παγκόσμιων γραμμάτων, ο Χέρμαν Μέλβιλ, που έμελε να κληροδοτήσει στην ανθρωπότητα δύο τεράστια κείμενα, το μυθιστόρημα «Μόμπι Ντικ» και το διήγημα «Μπάρτλεμπι, ο γραφέας», που ακόμη διαβάζονται με πάθος και ερμηνεύονται, συζητιούνται και ορθοτομούνται κριτικά με άσβεστο ζήλο. Τρίτο από τα οκτώ παιδιά της οικογένειάς του, ο Μέλβιλ έχασε τον πατέρα του – ο οποίος είχε φαλιρίσει και χάσει όλη του την περιουσία – σε ηλικία 14 ετών ενώ δεν ήταν η μόνη απώλεια από την πατρική οικογένεια και μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Για να κερδίσει τα προς το ζην χρειάσθηκε να εργασθεί σε πλήθος επαγγέλματα, έγινε ναυτικός, γύρισε τον κόσμο, τελικά στράφηκε στη φαλαινοθηρία, αιχμαλωτίσθηκε στις νότιες θάλασσες και κρατήθηκε από μία φυλή κανιβάλων και απέδρασε, μέχρι που άρχισε να γράφει.
Βαίνουμε προς το τέλος της συντροφιάς μας με τον Μέλβιλ και την Μεγάλη λευκή του φάλαινα και ήδη προβληματιζόμαστε για το τι βιβλίο θα επιλέξουμε να διαβάσουμε μετά από αυτό… Κάτι σχετικό κι ας είναι σε άλλη περίοδο και ρεύμα; Κάτι που ομοίως θα περιγράφει τη σύγκρουση του ανθρώπου με τον Θεό του, δηλαδή τον εαυτό του, όπως αυτή του Χέμινγουέϊ με το δικό του “ψάρι”, ή θα συνεχίσουμε με τον Μέλβιλ και τον “Μπάρτλεμπι” τον προ-Καυκικό ήρωα του εγκλωβισμού και της αυτιστικής πολυτέλειας της θλίψης; Μήπως να πάμε στον Έντγκαρ Άλαν Πόε και τον “Αρθουρ Γκόρντον Πιμ”; Ή τελικά να κάνουμε το μεγάλο άλμα έξω από την συναισθηματική ροπή μας και για να συνεχίσουμε με τους λοιπούς συγγραφείς της περιόδου;
Μάλλον θα αποφασίσουμε στην επόμενη, τελευταία συνάντηση με τον Μέλβιλ, τον Μόμπι Ντίκ, τον Αχάαβ, τον Κουικγουέγκ, τον Στάμπ και τους υπόλοιπους συνταξιδιώτες τους.
Όταν έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου, απλά για να το δω λίγο, πριν το περάσω στο σύστημα και το τοποθετήσω στο ράφι, δίπλα στα δίδυμα αδέρφια του, έπιασα τον εαυτό μου να το ζυγίζει λίγο, και να το κοιτάει με αρκετά “λάγνο” βλέμμα. Η υπόθεση με είχε ήδη αρπάξει από το χέρι και με έτρεχε στον μονόδρομο που οδηγούμαστε όλοι οι παθολογικοί αναγνώστες όταν το βιβλίο τρέχει μπρος ενώ σαν αιλουροειδή ορμάμε να πιάσουμε τη “λεία” μας και να την ξεκοκαλίσουμε.
“Όχι, όχι τώρα”, προσπάθησα να επαναφέρω τον λαίμαργο εαυτό μου. “Άλλωστε αυτή τη στιγμή στη λέσχη, διαβάζουμε τον Αδριανό (Αρδιανού απομνημονεύματα – Μαργκερίτ Γιουρσενάρ) και είναι βιβλίο που αξίζει την αφοσίωσή σου και την πλήρη προσοχή σου. Μην αρχίσεις πάλι τα σκορπίσματα…”
Βεβαίως, όπως κάθε βιβλιολάτρης, έχω απίστευτες διαφορετικές λίστες με βαθμίδες προτεραιότητας και το βιβλίο μπήκε στη λίστα των “high priority” και μάλιστα σε ψηλή θέση (στην πρώτη πεντάδα). Στο κάτω-κάτω με τον Ταχάρ Μπεν Ζελούν έχουμε παλαιότατη γνωριμία, ακόμα από το “Προσευχή της Άμμου”, “Κορίτσι της Άμμου”, “Ιερή Νύχτα” κλπ, αλλά και μέχρι τον “Ρατσισμό” και την “Οικογενειακή ευτυχία”, οπότε δικαιωματικά και αυτονομιστικά αξιώνει τη θέση του. Έτσι λοιπόν, τελειώνοντας με τον Αδριανό, επιλέξαμε να κάνουμε στη λέσχη Ίταλο Καλβίνο τον οποίο αγαπάω πολύ μεν, αλλά επειδή ο ίδιος είναι ένας διακριτικός αν και αμείλικτος παρατηρητής, σε αφήνει να κάνεις τους περιπάτους σου σε άλλα βιβλία ανάμεσα στις ιστορίες του.
Με τη διαφορά ότι δεν ήταν ακριβώς περίπατος, αλλά “επικίνδυνη αποστολή”.
Το θέμα αυτό καθαυτό ήταν πολύ ενδιαφέρον, προκλητικό θα μπορούσα να πω. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, συνειδητοποίησα ότι ο συγγραφέας έχει αρκετά πράγματα να πει κι ότι θα απαιτούσε την πλήρη αφοσίωσή μου.
Η υπόθεση για εμάς τους Δυτικούς είναι πολύ ιδιαίτερη, μας ξενίζει ή ακόμα μας προκαλεί αισθήματα αγανάκτησης και δυσανασχέτησης. Η ηθική μας, παραμένει άκαμπτη και ισχυρά επηρεασμένη από τις διδαχές του χριστιανισμού. Επίσης ο φυλετικός ρατσισμός είναι αρκετά ενισχυμένος, παρόλο που προσπαθούμε να προβάλουμε ένα προωθημένο πολιτισμικό επίπεδο, ανοιχτό μυαλό και διάθεση αποδοχής της διαφορετικότητας των συνηθειών και των ηθών άλλων λαών. Στην ουσία αυτό είναι βιτρίνα και παραμένουμε βαθιά αγκιστρωμένοι σε λογικές που απέχουν πολύ από αυτές που άλλα θρησκεύματα υιοθετούν για να δώσουν λύση σε προβλήματα που προκύπτουν από την αντίφαση που γεννιέται ανάμεσα στην ηθική θεωρία και την πράξη σε συνθήκες πραγματικής ζωής.
Με πολύ περιέργεια λοιπόν αρχίζω να διαβάζω ένα βιβλίο, που όσο ο αριθμός των αναγνωσμένων σελίδων αυξάνει, τόσο περισσότερο νιώθω να βυθίζομαι σε σκέψεις που ο συγγραφέας έντεχνα εμφυτεύει στο μυαλό μου. Για παράδειγμα, η διαφορετική αντίληψη ενός δυτικού και μιας μουσουλμάνας για τον έρωτα, την ενοχή, τα πρωτόκολλα και τις κοινωνικές νόρμες. «Μου συμβαίνει επίσης να ενδίδω στις επανειλημμένες κρούσεις του νεαρού Γάλλου γιατρού, που λέει ότι είναι τρελά ερωτευμένος μαζί μου και μου φέρνει γέλια. Όταν γέρνει επάνω μου, ιδρώνει από την κορυφή ως τα νύχια και γίνεται κατακόκκινος. Αυτό με φοβίζει. Μου λέει ότι συμβαίνει επειδή είναι ντροπαλός και νιώθει ενοχές. Μια μέρα του ζήτησα να μου εξηγήσει τι είναι η ενοχή. Μου διηγήθηκε ότι ήταν παντρεμένος με μια λευκή γυναίκα που τον περίμενε στην Ντιζόν και ότι, όταν έρχεται σε μένα, νιώθει σαν να του ρίχνει κάποιος γροθιές στην καρδιά, πονάει, έπειτα αυτός ο κάποιος αρχίζει να τον επιπλήττει, άδικα κλείνει τα αυτιά, τον ακούει να τον κατσαδιάζει, τότε σκύβει το κεφάλι και ζητά συγχώρεση από την Καμίλ, που έχει μείνει στην Ντιζόν. Αυτό σημαίνει ενοχή. Εγώ δεν ξέρω από γροθιές και κατσάδες. Του χαρίζω απόλαυση κι εκείνος μου δίνει πολλά φάρμακα τα οποία μοιράζω στη συνέχεια στα κοντινά μου πρόσωπα. Μια άλλη φορά μου χάρισε ένα άρωμα από το Παρίσι. Όταν το φορώ, νιώθω σαν τις γυναίκες που πουλάνε έρωτα, μυρίζει παράξενα, προτιμώ το κεχριμπάρι και το μόσχο που είναι φυσικά, προτιμώ το μαύρο σαπούνι και τον άργιλο ρασούλ που ο Αμίρ μού φέρνει από τη Φεζ.»
Τρομερό! Η λέξη ενοχή είναι άγνωστη! Η λέξη πάνω στην οποία στηρίχθηκε όλο το προτεσταντικό κυρίως οικοδόμημα έχει μια τόσο διαφορετική χροιά στον μουσουλμανικό κόσμο!
Ο Γάλλος νιώθει πως προδίδει την γυναίκα που έχει αφήσει πίσω, και που είναι προφανές ότι θα απατήσει σαρκικά λόγω απόστασης φυσικής και χρονικής, ενώ για την μικρή αυτό είναι κάτι φυσικό και λογικό, ενώ μαζί του παίζει ένα παιχνίδι ανταπόδοσης (σου δίνω-μου δίνεις) χωρίς ηθικούς φραγμούς. Ανήθικο φαίνεται να είναι κατά τα λεγόμενά της, το εμπόριο του έρωτα για χρήμα, το επάγγελμα.
Ο Γάλλος τιμωρεί τον εαυτό του γεμίζοντάς με τις τοξίνες των ενοχών, ενώ εκείνη η μικρή Σενεγαλέζα λειτουργεί με την πολύ απλή συνταγή της άμεσης συναισθηματικής ικανοποίησης, που της δίνουν την εσωτερική γαλήνη, και του ευθύγραμμου τμήματος αιτίου-αποτελέσματος: Μου αρέσει, το κάνω. Παίρνω αντάλλαγμα, δίνω. Δεν πληρώνομαι, δεν έχω ηθικό βάρος. Είμαι έγκυος, έχω χαρά (άσχετα με τον τρόπο που το παιδί (παιδιά στην προκειμένη) συνελήφθη.
Σε ένα άλλο σημείο αναφέρεται το εξής: “Στην άφιξη του πρώτου βρέφους, η Μπατούλ έβγαλε έναν δυνατό αλαλαγμό, που ξύπνησε την κυρία της. Στο δεύτερο, φώναξε: “Αλλάχ Άκμπαρ!” Η Κένζα είχε μείνει άναυδη. Όπως το είχε προβλέψει, ήταν δίδυμα ασφαλώς, όμως το ένα από τα δύο ήταν μαύρο, πολύ μαύρο και κοκκινωπό. Στην πραγματικότητα, ο ένας ήταν πιο σκουρόχρωμος από τον άλλον, όμως μόνο μετά από λίγες μέρες φάνηκε καθαρά το χρώμα του δέρματός τους. Εκείνος που γεννήθηκε πρώτος ήταν λευκός, κατάλευκος και ο δεύτερος, μαύρος, κατάμαυρος. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ τέτοια περίπτωση ούτε καν είχε φανταστεί ότι κάτι τέτοιο ήταν δυνατό να συμβεί. Είπε: “Είναι ένα σημάδι από τον Θεό! Μια ευλογία, ένα διπλό κεφάλαιο.” Ο Αμίρ, πάρα πολύ συγκινημένος, είπε απλά: “Χασάν και Χουσίν. Θα τους ονομάσω Χασάν και Χουσίν. Έτσι επιτάσσει η παράδοση.” Συμβουλεύτηκε ξανά τον Μουλάι Αχμάντ, για το φαινόμενο αυτό. “Κανονικά, το χρώμα των παιδιών σου θα έπρεπε να είναι καφέ με γάλα, εδώ έχουμε από τη μια μεριά καφέ σκέτο, και από την άλλη, γάλα. Ο Θεός έχει τους λόγους του. Δέξου αυτό που σου έδωσε ο Θεός και πες στον εαυτό σου ότι είναι ένα σημάδι της καλοσύνης του. Ο Θεός έκανε τους ανθρώπους διαφορετικούς μεταξύ τους για να γνωρίζουν και να βοηθούν ο ένας τον άλλον. Δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στον Λευκό και τον Μαύρο, ανάμεσα στον ξένο και τον γηγενή, ανάμεσα σε αυτούς από εδώ και σε εκείνους από εκεί, έτσι είναι.”
Η διαφορετικότητα είναι κάτι δεδομένο. Είναι αποδεκτό, είναι κατανοητό, είναι πεδίο δράσης του δυνατού πάνω στον αδύναμο. Κι εκεί βεβαίως βρίσκει εύφορο έδαφος ο δυτικός άνθρωπος να πράξει τις θηριωδίες του, που προκαλούνται από την ηθική καταπίεση, που ασκούν οι θρησκείες και κυρίως τα χριστιανικά δόγματα, επί δύο χιλιάδες χρόνια πάνω του.
Ο τεχνίτης Ταχαρ Μπεν Ζελουν κάνει έμμεσους υπαινιγμούς για αυτήν την φιλοσοφική και πολιτισμική διαφορά μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μεταξύ Ισλαμισμού και Χριστιανισμού. Πιστεύει όμως ότι κατά βάση, η κουλτούρα μιας χώρας εξαρτάται αρκετά από την οικονομικο-πολιτική κατάσταση.
Πέρα από αυτό, ο συγγραφέας με την πολύ διεισδυτική ματιά και σκέψη, θέλει να δείξει ότι κανείς δεν είναι ασφαλής πουθενά. Αυτό που δίνει την ισχύ, κυρίως το χρήμα και το κοινωνικό στάτους, που συχνά καθορίζονται από διαφορετικούς παράγοντες, μπορεί να μετακινηθεί, να αλλάξει ή να σμικρυνθεί, και έτσι τροποποιούνται και οι συσχετισμοί. Και βέβαια, οι σταθερές αξίες που ο εύρωστος οικονομικά “κατακτητής” της εξουσίας έχει θέσει, σώζουν τον λευκό δίδυμο, ενσωματώνοντάς τον σε μια προνομιακή πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα ο Μαύρος, γίνεται αποδέκτης όλου του ρατσισμού και της σκληρότητας του προνομιούχου ανθρώπου -τουλάχιστον όσο αφορά στο υλικό κομμάτι-, όπως είχε γίνει και η μητέρα του πριν από αυτόν, ενώ ταυτόχρονα την ίδια μοίρα λίγο ή πολύ, την ίδια πίεση, υφίσταται και ο γιος του ο Σαλίμ. Φαίνεται λοιπόν ότι ο χρόνος και η συμβίωση δεν είναι ικανά να ξεριζώσουν την προκατάληψη που τελικά εκφράζεται σαν στοιχείο γονιδιακής μνήμης.
Χαρακτηριστικό είναι το σημείο όπου ο Χουσίν ρωτάει τον νεαρό Αλενντελόν που δούλευε στον Εγγλέζο για τον ρατσισμό: – Ο ρατσισμός είναι πρώτα απ’ όλα η φτώχεια. Αποφεύγω να συγχρωτίζομαι με Λευκούς και κυρίως αποφεύγω να τους ζητήσω οτιδήποτε. Είναι γεμάτοι προκαταλήψεις.
Όταν έκλεισα το βιβλίο, έχοντας διαβάσει και την τελευταία σελίδα, σιγουρεύτηκα ότι είχα διαβάσει ένα εξαιρετικό μανιφέστο κατά του ρατσισμού, δυνατό και ουσιαστικό, με όσο συναίσθημα χρειάζεται και όσο καταγγελτική διάθεση επιτρέπει ένα μυθιστόρημα της ποιότητας αυτής. Ίσως μέσα στην απλότητά του, Χασάν αντιπροσωπεύει τα εκατομμύρια των ανθρώπων που υφίστανται τη διάκριση, τη σκληρότητα και τον ρατσισμό, χωρίς να φταίνε, χωρίς να έχουν τα χαρακτηριστικά που τους αποδίδονται, χωρίς να μπορούν να αλλάξουν οτιδήποτε. Είναι περιχαρακωμένοι στο πλαίσιο που τους έχει ζωγραφίσει το κοινωνικό, οικονομικό, φυλετικό “μειονέκτημά” τους.
Το συστήνω ανεπιφύλακτα τόσο στους πολέμιους, όσο και τους θιασώτες οποιασδήποτε ρατσιστικής άποψης ή έκφρασης.
Μπορεί να δημιουργήσει έναν διαφορετικό πόλο στην οπτική του καθενός μας.
Ο Ταχάρ μπεν Ζελούν (Tahar Ben Jelloun) γεννήθηκε στη Φεζ (Μαρόκο), την 1η Δεκεμβρίου του 1947. Έχοντας φοιτήσει σε Γαλλο-αραβικό σχολείο στην ουσία μεγαλώνει ως δίγλωσσος. Σπούδασε ψυχολογία και ψυχοθεραπεία στην Σορβόνη. Άσκησε το επάγγελμα του ψυχοθεραπευτή, ενώ προφανώς η λογοτεχνία για αυτόν ήταν ένα αντίστοιχο όργανο έκφρασης και περιγραφής της ψυχικής νόσου, όπως άλλωστε υποστηρίζει και ο Φρόυντ.
Ο Ταχάρ Μπεν Ζελούν γράφει στα Γαλλικά για τον Αραβικό κόσμο μια θεωρεί ότι η γλώσσα είναι ένα εργαλείο και για να επιτύχεις τον σκοπό σου το καλύτερο εργαλείο είναι αυτό που θα σε βοηθήσει να το πράξεις.
Η λογοτεχνία του, όσο απλή και σαφής κι αν φαίνεται, κάνει βαθύτατες τομές στην ψυχολογία και την κουλτούρα.
Τα βραβεία που έχει συλλέξει είναι:
1987: Βραβείο Γκονκούρ για το μυθιστόρημα “Ιερή Νύχτα” (La Nuit Sacrée)
1997 & 1998: Βρέθηκε στη βραχεία λίστα για το Νόμπελ Λογοτεχνίας
2006: Λογοτεχνικό Βραβείο “Prix Ulysse” ”Οδυσσέας”, για το σύνολο του έργου του.
2008: Μεγαλόσταυρος της Λεγεώνας της Τιμής.
Β.Μ.
Αναζήτηση
Εκδηλώσεις
No events
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.