
Στου Χατζηφράγκου ή Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας, του Κοσμά Πολίτη
Βασιλική Μανουσαρίδου
Πρόκειται ίσως για ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της εποχής του. Γράφτηκε μέσα σε πέντε μήνες (μετά από 16 χρόνια που ο συγγραφέας δεν εκφράστηκε συγγραφικά), και εμφανίστηκε την ίδια χρονιά με τα “Ματωμένα Χώματα” της Διδώς Σωτηρίου και “Το Αϊβαλί η Πατρίδα μου” του Φώτη Κόντογλου.
ΟΜΩΣ! Σε τίποτα δεν μοιάζει με αυτά τα σύγχρονά του βιβλία. Γιατί στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μια περιγραφή της Μικρασιατικής Καταστροφής, ούτε επικεντρώνεται στον ανθρώπινο πόνο της απώλειας και του ξεριζωμού.
Είναι και δεν είναι ένα μνημόσυνο για μια άλλη εποχή, μια πόλη που έπαψε να υπάρχει με τη μορφή που είχε μέχρι το τετραήμερο που αποτέλεσε το χρονικό σημείο μηδέν. Ένα μνημόσυνο όμως που μοιάζει περισσότερο με υμνητικό άσμα τροβαδούρου που τραγουδά για μια μαγική πολιτεία που ξαφνικά έπαψε να υπάρχει.
Γραμμένο στα 1962 όταν ο συγγραφέας ήταν ήδη αρκετά μεγάλος (74 ετών), αναπλάθει κάτι που θα μπορούσε να μην είναι ακριβώς έτσι. Όπως αναφέρει και η Νόρα Αναγνωστάκη “το βιβλίο στηρίζεται στην ολισθηρή σε χιλιάδες ατραπούς, μνήμη, που καλύπτει κατά κύματα το πολυαγαπημένο σώμα της πεθαμένης Σμύρνης”. Γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι οι από απόσταση καταγραφές, άλλες φορές ωραιοποιούν και άλλες καταρρακώνουν έναν τόπο, ένα συμβάν, μια προσωπικότητα. Υπάρχει πάντα η αναξιοπιστία του συντάκτη ο οποίος υπήρξε θεατής ή προσωπικός μάρτυς και επομένως μεροληπτεί. Συνεπώς ο αναγνώστης δεν πρέπει να αναλωθεί στην τεκμηρίωση ή την απόλυτη αφομοίωση της ιστορικότητας του βιβλίου, αλλά σε ό,τι αυτό αποπνέει ως λογοτέχνημα φυσικά σε σχέση με την κοινωνική ιστορία, το λαογραφικό κομμάτι και τα γεωγραφικά του στοιχεία.
Η Σμύρνη, την περίοδο 1901-1902 που διαδραματίζεται το μυθιστόρημα, όπως και τα άλλα μεγάλα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου όπως η Θεσσαλονίκη, η Κωνσταντινούπολη, η Οδησσός και η Αλεξάνδρεια ήταν οικουμενικές πολυσυλλεκτικές μεγαλουπόλεις που διατηρούσαν όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση που ενδεχομένως σε μικρότερες πόλεις και οικισμούς εξέλειπε. Έτσι λοιπόν και η Σμύρνη έχοντας πίσω της χρονικά μια τεράστια παράδοση σε εμπόριο, επικοινωνία και ναυτιλία, αλλά και μια τεράστια αστική τάξη, ακμάζει, λάμπει πραγματικά σε όλους τους τομείς, όχι μόνο τους οικονομικούς αλλά και τους πολιτικούς και τους πολιτισμικούς. Οι πληθυσμοί που συγκεντρώνει είναι ριζωμένοι, γηγενείς Έλληνες από την περίοδο των Ιώνων, Έλληνες που είχαν μετοικήσει ως οικονομικοί μετανάστες, Τούρκοι γηγενείς και μετανάστες, Αρμένιοι, Εβραίοι, Άγγλοι, Φράγκοι και Γερμανοί. Ο μέσος Σμυρνιός λοιπόν, ακόμα και στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις, μπορούσε να απολαμβάνει κάτι, που δεν μπορούν άλλες πόλεις να παρέχουν στους κατοίκους τους: μια ευρύτατη παιδεία και σκέψη που προέκυπτε από την συναναστροφή και συνύπαρξη πολλών, διαφορετικών φυλών και πολιτισμών.
Σε αυτό το γεωγραφικό πλαίσιο, της απολεσθείσας πόλης, κινείται το βιβλίο.
Ο Κοσμάς Πολίτης όμως (συμβολιστικό, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παρασκευά Ταβελούδη) ασχολείται με τις λαϊκές τάξεις και γειτονιές της πόλης αυτής. Οι δύο φίλοι, ο Αρίστος και ο Σταυράκης που είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες (αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν τέτοιοι), ζουν δύσκολα, με προβλήματα αλλά με αισιοδοξία και όνειρα.
Σε αυτό το βιβλίο όπως και στο “Ιστανμπούλ” του Ορχάν Παμούκ, πρωταγωνιστής είναι η πόλη και όχι οι άνθρωποι. Η Σμύρνη προσωποποιείται, ανασαίνει, ζωντανεύει και βγαίνει μπροστά. Φασαριόζικο ντεκόρ, εργαλείο και όχημα σε αυτό το σκηνικό είναι οι άνθρωποι. Περιγράφοντας ανθρώπινες ιστορίες και γεγονότα, ο συγγραφέας αναδεικνύει την πόλη και την αναβιβάζει σε δεσπόζουσα οντότητα.
Περιγράφει με γλύκα ζαχαρένια και νοσταλγία τη ζωή στη συνοικία “Χατζηφράγκου”, ιστορίες του μόχθου, της λαϊκής καθημερινότητας, του παιδικού παιχνιδιού στο δρόμο. Οι σκηνές και τα γεγονότα που ζωντανεύουν στις σελίδες, δεν είναι πάντα όμορφες, ήπιες και αίσιες, ο τρόπος περιγραφής τους όμως τις κάνουν να φαίνονται τέτοιες. Περνώντας στις ιστορίες, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ξεφυλλίζει ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες σε χρώμα σέπιας, που απαθανατίζουν ανέμελα παιδικά πρόσωπα καθώς κοιτούν τον φακό με αφελή αναίδεια, καροτσέρηδες και ναυτικούς που δουλεύουν χαμογελώντας ειρωνικά και παιχνιδιάρικα, δρόμους και νεοκλασικά κτίρια που μοιάζουν απόλυτα τακτοποιημένα και δεκτικά, άμαξες, τσούρμα που διατρέχουν αυτούς τους δρόμους και τους ανέλπιδες νεαρούς που στέκονται στις γωνίες προσπαθώντας να κλέψουν μια ματιά από τους ανεκπλήρωτους έρωτές τους.
Η πόλη κάποιες φορές δονείται από συμβάντα. Καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας ότι υπάρχει ένα προμήνυμα. Τέλος, το βιβλίο φρενάρει σε ένα από τα πιο τραγικά ιστορικά γεγονότα της περιοχής διαχρονικά: στην καταστροφή της πόλης, τη φωτιά και τον διωγμό, την απώλεια ανθρώπων και τόπου και τέλος στην προσφυγιά. Δεν μας ξενίζει δεν μας σοκάρει, αφού λίγο ή πολύ όλοι έχουμε ακούσει αντίστοιχες ιστορίες από τους παππούδες ή τους γείτονες ή τους δασκάλους μας. Σίγουρα έχουμε διαβάσει κάτι σχετικό, αλλά αυτό το κείμενο είναι γραμμένο με άλλα εργαλεία.
Ο λόγος του συγγραφέα χείμαρρος ζωντανός, απολαυστικός, χρωματιστός και τρισδιάστατος, με χρήση ιδιωμάτων που βέβαια για τους Έλληνες αναγνώστες είναι οικείοι αφού αυτό το ιδίωμα μπόλιασε την ελληνική γλώσσα μετά την καταστροφή με την έλευση των προσφύγων και της εγκατάστασής τους εδώ. Μάλιστα ο ίδιος σημειώνει:
«Ξαναδιαβάζοντας τα χειρόγραφά μου, πρόσεξα πως είχα παρασυρθεί σε πολλά μέρη από το γλωσσικό και συνταχτικό ιδιωματισμό εκείνης της χαμένης πολιτείας. Σκέφτηκα να τα διορθώσω, μα τελικά προτίμησα να τ’ αφήσω όλα όπως μου τα διηγηθήκανε και όπως ήρθανε στην μύτη των έξη γαλάζιων μολυβιών που χάλασα για να τα γράψω.»
Κ.Π.
Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα γλωσσάρι – χρήσιμο για τους νεώτερους.
Η έκφρασή του κάνει παιχνίδια με τα νοήματα άλλοτε φανερά και άλλοτε μισοκρυμένα, αφηγείται ένα δράμα χωρίς όμως μιζέρια. Κάποιες φορές σκορπάει αγωνία σαν θρίλερ και κάποιες άλλες γίνεται τρυφερό χωρίς ποτέ να αγγίζει το μελό. Μάλιστα κάποιες περιγραφές είναι μοναδικά ευρηματικές όπως εκείνη για την πόλη που του μοιάζει να πετάει ψηλά δεμένη από από χιλιάδες σπάγγους που την τραβάνε στον ουρανό. Δεν λέει ότι είναι όμορφη, παρά την ονομάζει ουράνια και ονειρική.
Χρησιμοποιεί τεχνάσματα και συμβολισμούς, όπως τα τσερκένια (οι χαρταετοί που μοιάζουν να σηκώνουν την πόλη στον αέρα), το βουνό των Αηδονιών, η κουκουβάγια, η θάλασσα για να δημιουργήσει θεματικούς άξονες. Επίσης είναι συνηθισμένη η χρήση της αντίθεσης παραθέτοντας εικόνες με μεγάλη διαφορετικότητα. Προσπαθεί να διεγείρει τη μνήμη με την αναφορά οσμών ή συνηθειών για να της επιβληθεί και να την κατακτήσει.
Ακόμα, ένα πολύ ενδιαφέρον τέχνασμα είναι αυτό της αναδρομής και της αφήγησης του πρόσφυγα στον συγγραφέα. Έτσι στήνει το παιχνίδι του καταγραφέα των γεγονότων που του αφηγείται ο αναξιόπιστος αφηγητής και έτσι δικαιολογεί τη συναισθηματική φόρτιση που περνάει στον αναγνώστη.
Σε όλο το κείμενο, χωρίς να κάνει ‘‘χωρατά’’, ο Πολίτης χρησιμοποιεί ένα υποδόριο χιούμορ που κάποιες στιγμές μπορεί να μην γίνεται άμεσα αντιληπτό, όμως είναι ακριβώς αυτό που κάνει το βιβλίο τόσο ζωντανό και ενδιαφέρον.
Με το κεφάλαιο “Πάροδος” κάνει άμεση αναγωγή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία.
Η πρώτη φορά που το διάβασα ήταν το 1987. Ήμουν πολύ μικρή. Έτσι, αυτό που μου είχε μείνει στο μυαλό ήταν, ότι επρόκειτο για ένα ακόμα -λίγο διαφορετικό- ιστορικό μυθιστόρημα για την μικρασιατική καταστροφή. Δεν με ξένισε γιατί τα 3/4α της καταγωγής μου είναι προσφυγικά και αυτά που περιγράφονται βρίσκονται κάτω από το πετσί μου, αλλά και οι λέξεις που ακούγονται άγνωστες σε άλλους στο μυαλό μου ηχούν με τη φωνή των παππούδων και των γιαγιάδων μου.
Μετά από 38 ολόκληρα χρόνια όμως, αυτό το ίδιο βιβλίο με έπιασε από το χέρι και με τράβηξε σε άλλους δρόμους, σε άλλα σημεία και με έβαλε να κοιτάζω από εκεί, αυτή την ίδια αφήγηση και συγγραφή. Το βιβλίο ή η ηλικία; Και τα δύο μαζί. Έχοντας περάσει τα χρόνια, έχοντας πια φύγει και η πρώτη και η δεύτερη γενιά των Μικρασιατών προσφύγων της οικογένειάς μου αισθάνθηκα μια απελευθέρωση από την μιζέρια του νόστου, τα απωθημένα για τις χαμένες πατρίδες και κατάφερα να απολαύσω το κέντημα του Κοσμά Πολίτη. Ένοιωσα τόσο τυχερή που μπορώ να διαβάσω τέτοια βιβλία στην γλώσσα που γράφτηκαν και που αυτή βρισκόταν χαραγμένη στα κύτταρα και στη μνήμη μου. Έτσι, συνειδητοποίησα, ότι στη διάρκεια της πρώτης εκείνης ανάγνωσης τα πινέλα της φαντασίας μου είχαν συνθέσει έναν πίνακα που τότε νόμιζα ολοκληρωμένο. Τα τωρινά πινέλα μου όμως, λίγο μαδημένα αλλά πιο ικανά, συμπλήρωσαν λεπτομέρειες αόρατες στην πρώτη ανάγνωση, ενώ άλλαξαν το φως και κάποιες αποχρώσεις από τον πίνακα.
Προτείνω ανεπιφύλακτα την ανάγνωση του βιβλίου. Προετοιμαστείτε όμως, γιατί η γραμματοσειρά είναι αρκετά μικρή. Επίσης είναι πολύ χρήσιμα και ουσιώδη τόσο τα εισαγωγικά, όσο και το επίμετρο και το γλωσσάρι.
Πρόκειται για την έκδοση της Εστίας με την επιμέλεια του Peter Mackridge και με σκίτσα από τον Μίνω Αργυράκη.
Πηγές:
Στου Χατζηφράγκου – Κοσμάς Πολίτης – Εκδόσεις Εστία (Μυθιστόρημα και εισαγωγή: Η ποιητική του χώρου και του χρόνου Στου Χατζηφράγκου – Γιώργου Σαββίδη)
Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία – Νόρα Αναγνωστάκη – Εκδόσεις Σοκόλη.
Στου Χατζηφράγκου – Βάσω Μπέρη – Αναγνωστική Λέσχη Πασπαρτού
Η επίδραση της Μικρασιατικής Καταστροφής στην Ελληνική Λογοτεχνία – Η Σμύρνη των παιδικών χρόνων του Κοσμά Πολίτη – Ηρώ Τσαρνά – Κάπα Εκδοτική.
Χάρτης 1902

Χάρτης 2025
Πηγές εικόνων:
Το τελευταίο άγιο Δωδεκαήμερο της Σμύρνης (1921-1922) – babiscook_blogspot
Παραλία: proto_thema.gr
Κοσμάς Πολίτης: ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ
Χαρτετοί: Κώστας Μπαλάφας
Χάρτης 1902: Οπισθόφυλλο βιβλίου ‘’Στου Χατζηφράγκου’’ εκδόσεις Εστία.
Χάρτης 1930: Γιώργος Πουλημένος, ανασχεδιασμός από τον χάρτη του Σ. Χρηστίδη
Χάρτης 2025: Google maps
Χάρτης 1920-30

