Δημοσιεύθηκε την Σχολιάστε

Στου Χατζηφράγκου ή Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας, του Κοσμά Πολίτη

Στου Χατζηφράγκου ή Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας, του Κοσμά Πολίτη

Βασιλική Μανουσαρίδου

Πρόκειται ίσως για ένα από τα πιο εμβληματικά έργα της εποχής του. Γράφτηκε μέσα σε πέντε μήνες (μετά από 16 χρόνια που ο συγγραφέας δεν εκφράστηκε συγγραφικά), και εμφανίστηκε την ίδια χρονιά με τα “Ματωμένα Χώματα” της Διδώς Σωτηρίου και “Το Αϊβαλί η Πατρίδα μου” του Φώτη Κόντογλου.
ΟΜΩΣ! Σε τίποτα δεν μοιάζει με αυτά τα σύγχρονά του βιβλία. Γιατί στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μια περιγραφή της Μικρασιατικής Καταστροφής, ούτε επικεντρώνεται στον ανθρώπινο πόνο της απώλειας και του ξεριζωμού.
Είναι και δεν είναι ένα μνημόσυνο για μια άλλη εποχή, μια πόλη που έπαψε να υπάρχει με τη μορφή που είχε μέχρι το τετραήμερο που αποτέλεσε το χρονικό σημείο μηδέν. Ένα μνημόσυνο όμως που μοιάζει περισσότερο με υμνητικό άσμα τροβαδούρου που τραγουδά για μια μαγική πολιτεία που ξαφνικά έπαψε να υπάρχει.
Γραμμένο στα 1962 όταν ο συγγραφέας ήταν ήδη αρκετά μεγάλος (74 ετών), αναπλάθει κάτι που θα μπορούσε να μην είναι ακριβώς έτσι. Όπως αναφέρει και η Νόρα Αναγνωστάκη “το βιβλίο στηρίζεται στην ολισθηρή σε χιλιάδες ατραπούς, μνήμη, που καλύπτει κατά κύματα το πολυαγαπημένο σώμα της πεθαμένης Σμύρνης”. Γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι οι από απόσταση καταγραφές, άλλες φορές ωραιοποιούν και άλλες καταρρακώνουν έναν τόπο, ένα συμβάν, μια προσωπικότητα. Υπάρχει πάντα η αναξιοπιστία του συντάκτη ο οποίος υπήρξε θεατής ή προσωπικός μάρτυς και επομένως μεροληπτεί. Συνεπώς ο αναγνώστης δεν πρέπει να αναλωθεί στην τεκμηρίωση ή την απόλυτη αφομοίωση της ιστορικότητας του βιβλίου, αλλά σε ό,τι αυτό αποπνέει ως λογοτέχνημα φυσικά σε σχέση με την κοινωνική ιστορία, το λαογραφικό κομμάτι και τα γεωγραφικά του στοιχεία.
Η Σμύρνη, την περίοδο 1901-1902 που διαδραματίζεται το μυθιστόρημα, όπως και τα άλλα μεγάλα λιμάνια της Ανατολικής Μεσογείου όπως η Θεσσαλονίκη, η Κωνσταντινούπολη, η Οδησσός και η Αλεξάνδρεια ήταν οικουμενικές πολυσυλλεκτικές μεγαλουπόλεις που διατηρούσαν όλη την κοινωνική διαστρωμάτωση που ενδεχομένως σε μικρότερες πόλεις και οικισμούς εξέλειπε. Έτσι λοιπόν και η Σμύρνη έχοντας πίσω της χρονικά μια τεράστια παράδοση σε εμπόριο, επικοινωνία και ναυτιλία, αλλά και μια τεράστια αστική τάξη, ακμάζει, λάμπει πραγματικά σε όλους τους τομείς, όχι μόνο τους οικονομικούς αλλά και τους πολιτικούς και τους πολιτισμικούς. Οι πληθυσμοί που συγκεντρώνει είναι ριζωμένοι, γηγενείς Έλληνες από την περίοδο των Ιώνων, Έλληνες που είχαν μετοικήσει ως οικονομικοί μετανάστες, Τούρκοι γηγενείς και μετανάστες, Αρμένιοι, Εβραίοι, Άγγλοι, Φράγκοι και Γερμανοί. Ο μέσος Σμυρνιός λοιπόν, ακόμα και στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις, μπορούσε να απολαμβάνει κάτι, που δεν μπορούν άλλες πόλεις να παρέχουν στους κατοίκους τους: μια ευρύτατη παιδεία και σκέψη που προέκυπτε από την συναναστροφή και συνύπαρξη πολλών, διαφορετικών φυλών και πολιτισμών.
Σε αυτό το γεωγραφικό πλαίσιο, της απολεσθείσας πόλης, κινείται το βιβλίο.
Ο Κοσμάς Πολίτης όμως (συμβολιστικό, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παρασκευά Ταβελούδη) ασχολείται με τις λαϊκές τάξεις και γειτονιές της πόλης αυτής. Οι δύο φίλοι, ο Αρίστος και ο Σταυράκης που είναι οι κεντρικοί χαρακτήρες (αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν τέτοιοι), ζουν δύσκολα, με προβλήματα αλλά με αισιοδοξία και όνειρα.
Σε αυτό το βιβλίο όπως και στο “Ιστανμπούλ” του Ορχάν Παμούκ, πρωταγωνιστής είναι η πόλη και όχι οι άνθρωποι. Η Σμύρνη προσωποποιείται, ανασαίνει, ζωντανεύει και βγαίνει μπροστά. Φασαριόζικο ντεκόρ, εργαλείο και όχημα σε αυτό το σκηνικό είναι οι άνθρωποι. Περιγράφοντας ανθρώπινες ιστορίες και γεγονότα, ο συγγραφέας αναδεικνύει την πόλη και την αναβιβάζει σε δεσπόζουσα οντότητα. Περιγράφει με γλύκα ζαχαρένια και νοσταλγία τη ζωή στη συνοικία “Χατζηφράγκου”, ιστορίες του μόχθου, της λαϊκής καθημερινότητας, του παιδικού παιχνιδιού στο δρόμο. Οι σκηνές και τα γεγονότα που ζωντανεύουν στις σελίδες, δεν είναι πάντα όμορφες, ήπιες και αίσιες, ο τρόπος περιγραφής τους όμως τις κάνουν να φαίνονται τέτοιες. Περνώντας στις ιστορίες, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ξεφυλλίζει ένα άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες σε χρώμα σέπιας, που απαθανατίζουν ανέμελα παιδικά πρόσωπα καθώς κοιτούν τον φακό με αφελή αναίδεια, καροτσέρηδες και ναυτικούς που δουλεύουν χαμογελώντας ειρωνικά και παιχνιδιάρικα, δρόμους και νεοκλασικά κτίρια που μοιάζουν απόλυτα τακτοποιημένα και δεκτικά, άμαξες, τσούρμα που διατρέχουν αυτούς τους δρόμους και τους ανέλπιδες νεαρούς που στέκονται στις γωνίες προσπαθώντας να κλέψουν μια ματιά από τους ανεκπλήρωτους έρωτές τους.
Η πόλη κάποιες φορές δονείται από συμβάντα. Καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας ότι υπάρχει ένα προμήνυμα. Τέλος, το βιβλίο φρενάρει σε ένα από τα πιο τραγικά ιστορικά γεγονότα της περιοχής διαχρονικά: στην καταστροφή της πόλης, τη φωτιά και τον διωγμό, την απώλεια ανθρώπων και τόπου και τέλος στην προσφυγιά. Δεν μας ξενίζει δεν μας σοκάρει, αφού λίγο ή πολύ όλοι έχουμε ακούσει αντίστοιχες ιστορίες από τους παππούδες ή τους γείτονες ή τους δασκάλους μας. Σίγουρα έχουμε διαβάσει κάτι σχετικό, αλλά αυτό το κείμενο είναι γραμμένο με άλλα εργαλεία.
Ο λόγος του συγγραφέα χείμαρρος ζωντανός, απολαυστικός, χρωματιστός και τρισδιάστατος, με χρήση ιδιωμάτων που βέβαια για τους Έλληνες αναγνώστες είναι οικείοι αφού αυτό το ιδίωμα μπόλιασε την ελληνική γλώσσα μετά την καταστροφή με την έλευση των προσφύγων και της εγκατάστασής τους εδώ. Μάλιστα ο ίδιος σημειώνει:
«Ξαναδιαβάζοντας τα χειρόγραφά μου, πρόσεξα πως είχα παρασυρθεί σε πολλά μέρη από το γλωσσικό και συνταχτικό ιδιωματισμό εκείνης της χαμένης πολιτείας. Σκέφτηκα να τα διορθώσω, μα τελικά προτίμησα να τ’ αφήσω όλα όπως μου τα διηγηθήκανε και όπως ήρθανε στην μύτη των έξη γαλάζιων μολυβιών που χάλασα για να τα γράψω.»
Κ.Π.
Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα γλωσσάρι – χρήσιμο για τους νεώτερους.

Η έκφρασή του κάνει παιχνίδια με τα νοήματα άλλοτε φανερά και άλλοτε μισοκρυμένα, αφηγείται ένα δράμα χωρίς όμως μιζέρια. Κάποιες φορές σκορπάει αγωνία σαν θρίλερ και κάποιες άλλες γίνεται τρυφερό χωρίς ποτέ να αγγίζει το μελό. Μάλιστα κάποιες περιγραφές είναι μοναδικά ευρηματικές όπως εκείνη για την πόλη που του μοιάζει να πετάει ψηλά δεμένη από από χιλιάδες σπάγγους που την τραβάνε στον ουρανό. Δεν λέει ότι είναι όμορφη, παρά την ονομάζει ουράνια και ονειρική.
Χρησιμοποιεί τεχνάσματα και συμβολισμούς, όπως τα τσερκένια (οι χαρταετοί που μοιάζουν να σηκώνουν την πόλη στον αέρα), το βουνό των Αηδονιών, η κουκουβάγια, η θάλασσα για να δημιουργήσει θεματικούς άξονες. Επίσης είναι συνηθισμένη η χρήση της αντίθεσης παραθέτοντας εικόνες με μεγάλη διαφορετικότητα. Προσπαθεί να διεγείρει τη μνήμη με την αναφορά οσμών ή συνηθειών για να της επιβληθεί και να την κατακτήσει.
Ακόμα, ένα πολύ ενδιαφέρον τέχνασμα είναι αυτό της αναδρομής και της αφήγησης του πρόσφυγα στον συγγραφέα. Έτσι στήνει το παιχνίδι του καταγραφέα των γεγονότων που του αφηγείται ο αναξιόπιστος αφηγητής και έτσι δικαιολογεί τη συναισθηματική φόρτιση που περνάει στον αναγνώστη.
Σε όλο το κείμενο, χωρίς να κάνει ‘‘χωρατά’’, ο Πολίτης χρησιμοποιεί ένα υποδόριο χιούμορ που κάποιες στιγμές μπορεί να μην γίνεται άμεσα αντιληπτό, όμως είναι ακριβώς αυτό που κάνει το βιβλίο τόσο ζωντανό και ενδιαφέρον.
Με το κεφάλαιο “Πάροδος” κάνει άμεση αναγωγή στην Αρχαία Ελληνική Τραγωδία.
Η πρώτη φορά που το διάβασα ήταν το 1987. Ήμουν πολύ μικρή. Έτσι, αυτό που μου είχε μείνει στο μυαλό ήταν, ότι επρόκειτο για ένα ακόμα -λίγο διαφορετικό- ιστορικό μυθιστόρημα για την μικρασιατική καταστροφή. Δεν με ξένισε γιατί τα 3/4α της καταγωγής μου είναι προσφυγικά και αυτά που περιγράφονται βρίσκονται κάτω από το πετσί μου, αλλά και οι λέξεις που ακούγονται άγνωστες σε άλλους στο μυαλό μου ηχούν με τη φωνή των παππούδων και των γιαγιάδων μου.
Μετά από 38 ολόκληρα χρόνια όμως, αυτό το ίδιο βιβλίο με έπιασε από το χέρι και με τράβηξε σε άλλους δρόμους, σε άλλα σημεία και με έβαλε να κοιτάζω από εκεί, αυτή την ίδια αφήγηση και συγγραφή. Το βιβλίο ή η ηλικία; Και τα δύο μαζί. Έχοντας περάσει τα χρόνια, έχοντας πια φύγει και η πρώτη και η δεύτερη γενιά των Μικρασιατών προσφύγων της οικογένειάς μου αισθάνθηκα μια απελευθέρωση από την μιζέρια του νόστου, τα απωθημένα για τις χαμένες πατρίδες και κατάφερα να απολαύσω το κέντημα του Κοσμά Πολίτη. Ένοιωσα τόσο τυχερή που μπορώ να διαβάσω τέτοια βιβλία στην γλώσσα που γράφτηκαν και που αυτή βρισκόταν χαραγμένη στα κύτταρα και στη μνήμη μου. Έτσι, συνειδητοποίησα, ότι στη διάρκεια της πρώτης εκείνης ανάγνωσης τα πινέλα της φαντασίας μου είχαν συνθέσει έναν πίνακα που τότε νόμιζα ολοκληρωμένο. Τα τωρινά πινέλα μου όμως, λίγο μαδημένα αλλά πιο ικανά, συμπλήρωσαν λεπτομέρειες αόρατες στην πρώτη ανάγνωση, ενώ άλλαξαν το φως και κάποιες αποχρώσεις από τον πίνακα.
Προτείνω ανεπιφύλακτα την ανάγνωση του βιβλίου. Προετοιμαστείτε όμως, γιατί η γραμματοσειρά είναι αρκετά μικρή. Επίσης είναι πολύ χρήσιμα και ουσιώδη τόσο τα εισαγωγικά, όσο και το επίμετρο και το γλωσσάρι.
Πρόκειται για την έκδοση της Εστίας με την επιμέλεια του Peter Mackridge και με σκίτσα από τον Μίνω Αργυράκη.

Πηγές:
Στου Χατζηφράγκου – Κοσμάς Πολίτης – Εκδόσεις Εστία (Μυθιστόρημα και εισαγωγή: Η ποιητική του χώρου και του χρόνου Στου Χατζηφράγκου – Γιώργου Σαββίδη)
Η Μεσοπολεμική Πεζογραφία – Νόρα Αναγνωστάκη – Εκδόσεις Σοκόλη.
Στου Χατζηφράγκου – Βάσω Μπέρη – Αναγνωστική Λέσχη Πασπαρτού
Η επίδραση της Μικρασιατικής Καταστροφής στην Ελληνική Λογοτεχνία – Η Σμύρνη των παιδικών χρόνων του Κοσμά Πολίτη – Ηρώ Τσαρνά – Κάπα Εκδοτική.

Χάρτης 1902

 

Χάρτης 2025

Πηγές εικόνων:
Το τελευταίο άγιο Δωδεκαήμερο της Σμύρνης (1921-1922) – babiscook_blogspot
Παραλία: proto
_thema.gr
Κοσμάς Πολίτης: ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ
Χαρτετοί: Κώστας Μπαλάφας
Χάρτης 1902: Οπισθόφυλλο βιβλίου ‘’Στου Χατζηφράγκου’’ εκδόσεις Εστία.
Χάρτης 1930: Γιώργος Πουλημένος, ανασχεδιασμός από τον χάρτη του Σ. Χρηστίδη
Χάρτης  2025: Google
maps

 

Χάρτης 1920-30

https://www.promith.gr/product/%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%87%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%b7%cf%86%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%bf%cf%83%ce%bc%ce%b1%cf%83-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b7%cf%83/

Δημοσιεύθηκε την Σχολιάστε

Nellie Bly – Δέκα μέρες στο φρενοκομείο – Βιβλιοκριτική

Δέκα μέρες στο φρενοκομείο  –  Nellie Bly
Μια αληθινή ιστορία

Βιβλιοκριτική

Μια έρευνα της δημοσιογράφου Nellie’s Bly, (1864-1922) στο Ίδρυμα φρενοβλαβών στο νησί Μπλάκγουελ (σημερινή ονομασία Ρούσβελτ) των ΗΠΑ το 1887, είναι το θέμα αυτού του βιβλίου. Η Nellie Bly υπήρξε δυναμική φεμινίστρια και θεωρείται πρωτοπόρος της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Η αναγνωστική προσέγγιση του βιβλίου(147σελ.) αποδεικνύει αυτόν τον χαρακτηρισμό. Ανέλαβε την έρευνα ως συνεργάτης της εφημερίδας New York World του Τζόζεφ Πούλιτζερ.
Για ένα δεκαήμερο; Κάτι σαν το Δεκαήμερο του Βοκάκιου; Πώς θα μπορούσε, όμως, να είναι για τη δημοσιογράφο ένα δεκαήμερο παραμονής μέσα στο Ίδρυμα; Πώς θα εισχωρούσε στα άδυτά του; Πρέπει να υποδυθεί κάποιο ρόλο και ποιον; Η απόλαυση ενός βιβλίου άλλοτε είναι αναμενόμενη και άλλοτε απρόβλεπτη. Και στις δύο περιπτώσεις η λογοτεχνική γραφή είναι αυτή που μπορεί να προσεγγίσει πιο βαθιά και με ρεαλισμό όλες τις καταστάσεις που επιλέγει ο συγγραφέας να μιλήσει γι’ αυτές. Κι όπως γράφει και ο εκδότης στην πρώτη σελίδα η Λογοτεχνία είναι μια γιορτή της γλώσσας! Σε μια αληθινή ιστορία ο αναγνώστης μπορεί να έχει την τύχη να παρακολουθήσει όλα αυτά και εδώ σίγουρα έχουμε μια Αληθινή ιστορία.
Περιγράφεται ένα ταξίδι μικρής διάρκειας με τις περιπέτειες που κρύβει και ο χρόνος για τη συγγραφέα είναι τόσο πολύτιμος που χρειάζεται να είναι αποφασισμένη ότι θα αντιμετωπίσει όσα την περιμένουν στη μικρή αυτή κοινωνική ομάδα, σε αυτή την απροστάτευτη κατηγορία του πληθυσμού (σελ.16), στο Άσυλο γυναικών που βρέθηκε. Αντιπαραβάλλοντας αυτή τη μικρή κοινωνία με τις αντίστοιχες που ασχολήθηκε ο Μισέλ Φουκώ, τις ετεροτοπίες, μπορούμε να φανταστούμε τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας της στην απομόνωση στο νησί Μπλάκγουελ.
Στο βιβλίο η συγγραφέας μοιράζει τον χρόνο πριν να φτάσει στο νησί Μπλάκγουελ και αφότου φθάσει και εισαχθεί ως ασθενής για να νοσηλευτεί. Ο αναγνώστης, αν και γνωρίζει ότι πρόκειται για πραγματικά συμβάντα, αφήνεται στην αφήγησή της και δοκιμάζεται ταλαντευόμενος ανάμεσα στην αλήθεια όσων συμβαίνουν και στην αμφισβήτηση. Μπορεί να είναι αλήθεια όλα αυτά που περιγράφει; Μια απορία που τον ωθεί να συνεχίσει να διαβάζει μέχρι να βρει τις πρώτες απαντήσεις, όταν φτάνει στο τέλος του πρώτου μέρους(σελ.76). Στο δεύτερο μέρος, μοιρασμένο σε μικρά κεφάλαια, οι σελίδες προχωρούν με τον ίδιο γρήγορο ρυθμό, την ίδια αγωνία. Καινούργια πρόσωπα συναντά η δημοσιογράφος, που είναι οι γυναίκες τρόφιμοι , με την ιδιαίτερη περίπτωση η καθεμιά τους, μένουν για λίγο στο προσκήνιο, εναλλάσσονται, χάνονται και μερικές φορές εμφανίζονται και οι συγγενείς τους . Όλοι γίνονται οι χαρακτήρες ενός παζλ που σημαδεύεται από τη ζωή τους πριν και τη ζωή τους τώρα εδώ. Η επιθυμία των γυναικών να επιστρέψουν στο οικογενειακό περιβάλλον τους τις διακατέχει μόνιμα αλλά συνεχώς αναβάλλεται. Η παρουσία της Νέλλυ Μπλάι, που εκεί έδωσε το πλαστό όνομα Νέλλυ Μπράουν, είναι παντού, αυτόπτης και αφηγούμενη, ανάμεσα στη λογική και στο παράλογο, προσπαθώντας να κρατήσει την ευαίσθητη ισορροπία ενώ άλλοτε την υπονομεύει. Μένει σταθερή στην αποστολή της, να προσπαθήσει να κάνει καλύτερη τη ζωή των τροφίμων.
Ο αναγνώστης θα προχωρήσει μέχρι το τέλος για να απαντήσει στα ερωτήματα που προκαλεί αυτή η ιστορία. Και θα νιώσει ότι δεν έχασε τον χρόνο του, αντίθετα κέρδισε κάνοντας τις διαπιστώσεις του. Θα κοιτάξει και το παρόν, -περισσότερο από έναν αιώνα μετά- και θα αναρωτηθεί.
Στο βιβλίο από τις Εκδόσεις Οιακιστής, τη μετάφραση φρόντισε η Θάλεια Παύλου και την επιμέλεια είχε η Βίκυ Μανουσαρίδου.
Το βιβλίο γραμμένο με συναρπαστικό τρόπο επικεντρώνει στην ανθρώπινη αποφασιστικότητα που διαθέτουν εκείνοι που θέλουν να κάνουν καλύτερο τον κόσμο των συνανθρώπων τους και το πετυχαίνουν.

Μυρσίνη Σαμαρά – Φιλόλογος, συγγραφέας, με σπουδές στη δημιουργική γραφή

 

 

Δέκα μέρες στο φρενοκομείο – Νέλι Μπλάι
Σημείωμα της επιμελήτριας.

Με την πρώτη ανάγνωση, το βιβλίο με κατέκτησε. Η γραφή του, η οπτική του, τα ευαίσθητα ανθρώπινα ζητήματα που πραγματεύεται με μαγνήτισαν από την πρώτη στιγμή. Για να είμαι ειλικρινής, βρέθηκα προ εκπλήξεων.
Η πρώτη ήταν η ταυτότητα και η ηλικία της συγκεκριμένης δημοσιογράφου, αλλά και η χρονολογία κατά την οποία λαμβάνουν χώρα τα γραφόμενά της.
Η Ελίζαμπεθ Κόχραν που χρησιμοποιούσε το δημοσιογραφικό ψευδώνυμο “Νέλι Μπλάϊ” για τις έρευνές της, υπήρξε μια πολύ σημαντική προσωπικότητα και ένας άνθρωπος με έντονα αναπτυγμένο το αίσθημα της δικαιοσύνης και της ισότητας. Έδωσε μεγάλους και επώδυνους αγώνες στο πλάι κοινωνικών, φυλετικών και εργασιακών ομάδων που πάλευαν για το δικαίωμά τους να συγκαταλέγονται στην ανθρώπινη φυλή. Επιπλέον, έδειχνε να είναι σε θέση να αναμετρηθεί με τις δοκιμασίες που της υπέβαλε η δουλειά που είχε διαλέξει, με συνέπεια και αφοσίωση. Να σημειώσουμε ότι αν και κάτοικος ΗΠΑ υπήρξε η πρώτη γυναίκα πολεμική ανταποκρίτρια στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν βίωσε την εμπειρία που περιγράφει στο ανά χείρας βιβλίο, ήταν μόλις εικοσιτεσσάρων ετών.
Η δεύτερη έκπληξη ήρθε όταν συνειδητοποίησα ποιος ακριβώς ήταν ο εργοδότης της. Πρόκειται για τον γνωστό και μη εξαιρετέο Τζόζεφ Πούλιτζερ ο οποίος έδωσε το όνομά του στο γνωστό δημοσιογραφικό-συγγραφικό βραβείο όπως ο ίδιος όρισε στη διαθήκη του. Στη διάρκεια της πολυτάραχης ζωής του αλλά και της επαγγελματικής πορείας του ήρθε σε επαφή με όλη τη διαστρωμάτωση της αμερικανικής και όχι μόνο κοινωνίας, έφερε στο φως αναρίθμητα σκάνδαλα, αγόρασε και πούλησε αρκετά από τα σημαντικότερα ειδησιογραφικά έντυπα του πλανήτη και θεωρήθηκε ο θεμελιωτής της “κίτρινης δημοσιογραφίας”.
Η τρίτη βεβαίως αφορούσε το ίδιο το κείμενο και όσα εξιστορούσε.
Ο λόγος της Μπλάι ήταν λιτός, αφηγηματικός και ακριβής, χωρίς περίτεχνες γλωσσικές φιοριτούρες και λογοτεχνικές εκφράσεις. Είναι πολύ άμεσος, αφού πρόκειται για μια γυναίκα που, αν και έχει την ασφάλεια και τη βεβαιότητα ότι ο δικός της Γολγοθάς σύντομα θα λάβει τέλος και ότι οι ταλαιπωρίες της έχουν ημερομηνία λήξης, ηθελημένα και αθέλητα γίνεται το αντικείμενο των βάρβαρων και σαδιστικών ενστίκτων ανθρώπων ποταπών με χαμερπείς επιδιώξεις κυρίως αυτο-ικανοποίησης, και με επίπεδο αρκετά χαμηλότερο από την πλειοψηφία των τροφίμων.
Η ανθρωποφάγος συμπεριφορά των ανθρώπων που έχουν τη θέση και δύναμη, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο, είναι όμως κάτι που πάντοτε προκαλεί αποστροφή και θυμό. Η πραγματικότητα είναι ότι, αν η αντιμετώπιση των τροφίμων των ασύλων αυτών, ήταν ουσιαστική και ανθρώπινη, η φροντίδα έμπρακτη, το κόστος δεν θα εκτινασσόταν, αλλά και αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι θα ήταν πιο λειτουργικοί και δεν θα μετατρέπονταν σε φορείς δυσκολιών. Παρόλα αυτά όμως, ενώ το πιο εύκολο πράγμα θα ήταν να υπάρξει φροντίδα και νοσηλεία, η διαστροφή των ελλειμματικών προσωπικοτήτων που απολάμβαναν να “βγάζουν το άχτι” τους πάνω σε ανθρώπινες υπάρξεις σαν να ήταν σάκοι πυγμαχίας, μετέτρεπε τη διαβίωση στα άσυλα αυτά σε σαδο-μαζοχιστικό αγώνα επιβίωσης και για τα δύο μέρη.
Η μία και μοναδική απογοήτευση ήταν ότι περισσότερο από 100 χρόνια αργότερα, μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους, κοινωνικές επαναστάσεις, πολιτικές, οικονομικές και ανθρωπιστικές θεωρίες, τουλάχιστον για τη χώρα μας λίγο διαφέρουν οι ειδικές συνθήκες σε ιδρύματα σαν κι αυτό που περιγράφεται. Ευτυχώς δεν είναι ο κανόνας σε όλα και δεν ισχύει σε όσα ιδρύματα (στέγες και δομές τα λέμε τώρα) υπάρχει υπηρεσιακός έλεγχος. Δεν είναι όμως πολύς καιρός -και η δίκη συνεχίζεται ακόμα- που αποκαλύφθηκε ένα τέτοιο κολαστήριο (με σύγχρονη βεβαίως όψη) σε μια περιφερειακή πόλη της Ελλάδας. Σε εκατό χρόνια τα βήματα του ανθρώπου δεν ήταν προς το φως πάντα. Το σκοτάδι καταλαμβάνει μεγάλο μέρος του ψυχισμού του, και είναι να αναρωτιέται κανείς ποιος πρέπει να είναι ο νοσηλευόμενος και ποιος ο ανθρωποφύλακας…
Όσο αφορά στη διαδικασία της επιμέλειας, υπήρξε απολαυστική και αποκαλυπτική, αφού εκτός από το κείμενο αυτό καθαυτό με έβαλε σε διαδικασία να αναζητήσω αρκετά πράγματα που αφορούσαν τόσο τα πρόσωπα όσο και τις ιστορικές συνθήκες της περιόδου που περιγράφεται, οπότε μπορώ να την συμπεριλάβω στα μεγάλα συν της δουλειάς αυτής.

Β. Μανουσαρίδου